Η εφαρμογή της Αρχής της Αμεροληψίας και της Αντικειμενικότητας στον ευρύτερο Δημόσιο Βίο

Έχω την πεποίθηση ότι οι τρέχουσες πολιτικές, κοινωνικές αλλά και νομικές εξελίξεις στην επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας επαναφέρουν στην επιφάνεια με τον πιο έντονο τρόπο την ανάγκη εφαρμογής και τήρησης της αρχής της Αμεροληψίας σε όλες τις εκφάνσεις του Δημόσιου Βίου είτε δηλαδή αφορά την Διοίκηση ή και την Δικαστική εξουσία είτε ακόμη και την ευρύτερη πολιτική ζωή του τόπου. 

Σε ένα Κράτος Δικαίου είναι καλά εδραιωμένη η αρχή πως όποιος ασκεί εξουσία αφενός οφείλει να την ασκεί κατά τρόπο δίκαιο, συνετό και αμερόληπτο και αφετέρου να δέχεται τον έλεγχο ή την κριτική για την ορθότητα των αποφάσεων του. 

Οι δύο αυτές έννοιες (δικαιοσύνη και αμεροληψία) είναι ταυτόσημες και αποτελούν τον πυρήνα της όποιας κριτικής ή ελέγχου του έχοντος και ασκούντος την εξουσία από τον αντικειμενικό παρατηρητή που στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί παρά να είναι ο μέσος πολίτης. 

Το σημείο αναφοράς λοιπόν σε μια σύγχρονη κοινωνία σε σχέση πάντοτε με την αρχή της αμεροληψίας και της αντικειμενικότητας δεν είναι εάν ο έχων την εξουσία ενήργησε πράγματι ορθά ή δίκαια ούτε και εάν η απόφαση του είναι εντός των όρων εντολής του. Αλλά η αρχική εκτίμηση ή πάντως το αίσθημα του τρίτου προσώπου ότι ενδεχομένως κάποιες περιστάσεις ή δεδομένα δυνατόν να έχουν επηρεάσει την κρίση του προσώπου που ασκεί την εξουσία, ασχέτως αν η τελική του απόφαση είναι ορθή , δίκαιη ή και η ενδεδειγμένη.

Όταν αναφερόμαστε στην αρχή της αμεροληψίας δεν αναφερόμαστε δηλαδή στο λεγόμενο κοινό περί δικαίου αίσθημα το οποίο πλείστες φορές είναι σε αντίθεση με το νομοθετικό ή νομολογιακό πλαίσιο κάθε περίπτωσης ξεχωριστά, αλλά στην πρακτική εφαρμογή του κανόνα που ο Π.Δ Δαγτόγλου αναφέρει πως «Όπως η δικαιοσύνη, έτσι και η αμεροληψία δεν αρκεί να υπάρχει, πρέπει και να είναι φανερό ότι υπάρχει».

Θεωρώ ότι αυτό που σε πρώτο στάδιο εξετάζεται από τον πολίτη σε ένα Κράτος Δικαίου είναι το κατά πόσο η όποια απόφαση της Διοίκησης , των Δικαστηρίων ή των Φορέων Πολιτικής ή Εκτελεστικής εξουσίας είναι αποτέλεσμα αμερόληπτης κρίσης. 

Η Αρχή της Αμεροληψίας αποτελεί ειδικότερα έκφανση της γενικής αρχής του Κράτους Δικαίου και επιβάλλεται ευθέως από το Σύνταγμα και μάλιστα σε διάφορες διατάξεις του, στοιχείο από μόνο του ενδεικτικό της αξίας και της σημασίας που δίδει η Πολιτεία στην εφαρμογή της. 

Το άρθρο 30(2) του Συντάγματος προνοεί πως «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ’ αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου. Παρόμοια αναφορά υφίσταται δε και στο άρθρο 6(1) της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» 

Η αμεροληψία λοιπόν του Δικαστηρίου είναι Συνταγματική επιταγή , βασικό συνταγματικό και ατομικό δικαίωμα, η παράβαση του οποίου έχει καταλυτικές συνέπειες στην όποια δικαστική διαδικασία ή απόφαση.

Πέραν του Συντάγματος, η Αρχή της Αμεροληψίας συναντάται με σαφή και ρητό τρόπο τόσο σε ειδικότερες νομοθεσίες όσοι και σε αποφάσεις των Δικαστηρίων.

Στο άρθρο 42(1) του «Περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου του 1999 Νόμο (Ν.158 (Ι)/1999) προνοείται ότι «Κάθε διοικητικό όργανο που μετέχει στην παραγωγή διοικητικής πράξης πρέπει να παρέχει τα εχέγγυα της αμερόληπτης κρίσης

Μάλιστα ο Νομοθέτης προχωρεί στην συνέχεια (άρθρο 42.2) και καταγράφει ρητά τις περιπτώσεις όπου η Διοίκηση οφείλει να απέχει από την έκδοση απόφασης λόγω ακριβώς της εφαρμογής της αρχής της αμεροληψίας. Σύμφωνα λοιπόν με την ως άνω νομοθεσία τα Μέλη των Διοικητικών Οργάνων (Μονομελή και Πολυμελή) οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που θα οδηγήσει στην έκδοση διοικητικής πράξης αν και εφόσον :

Α. έχουν ιδιάζουσα σχέση με τα πρόσωπα που αφορά η εξέταση της υπόθεσης. 

Β. έχουν συγγενικό δεσμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του 4ου βαθμού με κάποιο από τους ενδιαφερόμενους .

Γ. βρίσκονται σε οξεία έχθρα με το άτομο που αφορά η εξεταζόμενη υπόθεση. 

Δ. η ικανοποίηση συμφέροντος τους συνδέεται με την έκβαση της υπόθεσης. 

Ο Δρ. Κώστας Παρασκευά στο Σύγγραμμα του «Κυπριακό Διοικητικό Δίκαιο» στο Κεφ.4 σελίδα 120 αναφέρει πως «Είναι γενική αρχή του Διοικητικού Δικαίου ότι τα διοικητικά όργανα που μετέχουν σε μια συγκεκριμένη διοικητική διαδικασία , πρέπει να εμφανίζονται ότι ενεργούν αμερόληπτα, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να λεχθεί , για μια περίπτωση όπου υπάρχει ειδικός δεσμός ή συγγένεια που αφορά τα πρόσωπα που είναι αναμεμειγμένα σε αυτήν την διαδικασία ή στο αποτέλεσμα της».

Η ουσία της ως άνω νομικής αρχής έγκειται στην αναγκαιότητα η Διοίκηση και εν γένει ο έχων την εξουσία , να ενεργεί με διαφάνεια και αντικειμενικότητα και όχι υπό την καχυποψία ότι έχει μολυνθεί ή επηρεαστεί η κρίση της από άλλους παράγοντες, εξωγενείς της κάθε υπόθεσης.

Οι πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας αναφορικά με το πότε ένα πρόσωπο οφείλει/υποχρεούται να απέχει από συμμετοχή του στην παραγωγή διοικητικής πράξης είναι ξεκάθαρες και δεν χρειάζονται ανάλυσης πλην ασφαλώς της ερμηνείας της «ιδιάζουσας σχέσης». 

Προκύπτει ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω από απλή γνωριμία για να υπάρξει «ιδιάζουσα σχέση» και να δημιουργηθεί υποχρέωση αποχής από την έκδοση απόφασης. Όπως αναφέρει στο Σύγγραμμα του ο Δρ. Κώστας Παρασκευά, «Διοικητικό Κυπριακό Δίκαιο» στην σελίδα 124 «Για την στοιχειοθέτηση της ιδιάζουσας σχέσης ή ιδιαίτερου δεσμού μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο δεν αρκεί οποιαδήποτε προσωπική ή επαγγελματική σχέση , αλλά τέτοια που , ενόψει των συντρεχουσών περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης , είναι πρόσφορη να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι το μέλος του Οργάνου έχει ήδη σχηματίσει, και συνεπώς , προκατειλημμένη γνώμη για τον υποψήφιο τον οποίο πρόκειται να κρίνει. 

Εκείνο που έχει σημασία είναι το κατά πόσο η συμμετοχή συγκεκριμένου μέλους του Συλλογικού Οργάνου αντίκειται στην αρχή της αμεροληψίας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και δεν εξαρτάται από το πως λειτούργησε το μέλος… Εκείνο λοιπόν που εξετάζεται είναι αν η ιδιάζουσα αυτή σχέση δημιουργεί αμφιβολίες σε κάποιον ουδέτερο αντικειμενικό παρατηρητή για το αμερόληπτο της κρίσης του διοικητικού οργάνου, κλονίζει με άλλα λόγια το τεκμήριο αμεροληψίας των διοικητικών πράξεων και την πεποίθηση ενός αντικειμενικού παρατηρητή για το αμερόληπτο της κρίσης του διοικητικού Οργάνου. » 

Στην βάση αυτή είναι προφανές ότι η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και θα πρέπει να εξετάζεται με τα δικά της κριτήρια και κυρίως με τα δικά της ιδιαίτερα περιστατικά και δεδομένα. Η έννοια «ιδιάζουσα σχέση» διατηρεί την γενικότητα της , είναι αντικείμενο ερμηνείας και πρέπει να τυγχάνει κάθε φορά απόδειξης και συγκεκριμενοποίησης για σκοπούς Δικαστηρίου αλλά θα προσέθετα και σε κάθε άλλη περίπτωση. 

Για να καταδείξω δε τον βαθμό που τα Διοικητικά Δικαστήρια έχουν αναπτύξει το ζήτημα της «ιδιάζουσας σχέσης» σε συνάρτηση με την ισχύ της αρχής της Αμεροληψίας παραθέτω απλά κάποιες χαρακτηριστικές δικαστικές αποφάσεις. 

Στην απόφαση λοιπόν του Συμβουλίου της Επικρατείας της Ελλάδος , (ΣτΕ 3056/2006) αποφασίστηκε ότι «τα ατομικά διοικητικά όργανα και τα μέλη συλλογικών διοικητικών οργάνων πρέπει να παρέχουν τα εχέγγυα αμερολήπτου κρίσεως, πράγμα το οποίο μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω, όχι μόνον όταν υφίσταται προσωπικό συμφέρον ως προς την έκβαση της υποθέσεως είτε ιδιαίτερος δεσμός ή ιδιάζουσα σχέση ή εξ έχθρας οξεία αντίθεση προς τα πρόσωπα στα οποία αφορά η ενέργεια, αλλά και γενικότερα σε όσες περιπτώσεις είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ευλόγως η υπόνοια ότι το διοικητικό όργανο έχει ήδη σχηματισμένη και, συνεπώς, προκατειλημμένη γνώμη επί της υποθέσεως την οποία πρόκειται να κρίνει. Συνεπώς, η συνδρομή τέτοιων λόγων σε ατομικά διοικητικά όργανα ή σε μέλη της συνθέσεως συλλογικών διοικητικών οργάνων συνεπάγεται ακυρότητα της εκδιδομένης από τα όργανα αυτά διοικητικής πράξεως, λόγω του δημιουργουμένου τεκμηρίου επηρεασμού του ενεργήσαντος οργάνου, έστω και αν δεν αποδεικνύεται ότι η επί του θέματος εκδοθείσα διοικητική πράξη υπήρξε πράγματι μεροληπτική (πρβλ. Σ.Ε. 617/2004, 741/2003, 2421/2001, 3846/2000, 689/1987 κ.ά.).»

Επίσης ενδεικτικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την Αναθεωρητική Έφεση αρ. 1965 μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ν Σολωμού, ημερομηνίας 22.10.1998 , στην οποία η διοικητική πράξη ακυρώθηκε λόγω παραβίασης της αρχής της αμεροληψίας:

«Κατά τη γνώμη μας, παρόλο που η επαγγελματική σχέση του Γενικού Διευθυντή με την ιδιαιτέρα του δεν είναι δεσμός, εντούτοις μπορεί να χαρακτηριστεί “ιδιάζουσα σχέση” έναντι των άλλων υφισταμένων του, λαμβάνοντας υπόψη τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της ιδιαιτέρας γραμματέας έναντι του προϊσταμένου της.  Πέραν τούτου, είναι κατάδηλο ότι η ιδιαιτέρα γραμματέας του Γενικού Διευθυντή είχε συμφέρον να προαχθεί ο σύζυγος της και ο Γενικός Διευθυντής υπό τις περιστάσεις είχε καθήκον να αναφέρει το γεγονός αυτό στην ΕΔΥ και να αποφύγει να λάβει μέρος στη διαδικασία προαγωγής. Επομένως, συμφωνούμε με την κατάληξη της πρωτόδικης απόφασης επί του θέματος γιατί τεκμαίρεται διά νόμου η μεροληπτική ενέργεια του Γενικού Διευθυντή και δεν χρειάζεται  υπό τις περιστάσεις να εξετασθεί αν η ενέργεια αυτή ήταν πράγματι μεροληπτική ή όχι.

Στην απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας Α.2421/2001 ημερομηνίας 2.7.2001 το Δικαστήριο έκρινε ότι ηεπαγγελματική συστέγαση της επιλεγείσας με το μέλος της επιτροπής επιλογής Μ Α στο ίδιο διαμέρισμα πολυκατοικίας συνιστά ιδιαίτερη και ιδιάζουσα σχέση μέλους συλλογικού οργάνου προς κρινόμενο υποψήφιο, από την οποία δημιουργείται τεκμήριο επηρεασμού του οργάνου.

Όπως δε αναφέρεται και στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας με αριθμό 48/2020 «Τα διοικητικά όργανα δεν παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους και πρέπει να απέχουν από κάθε ενέργεια ή διαδικασία που συνιστά συμμετοχή σε λήψη απόφασης, όταν έχουν είτε προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της συγκεκριμένης υπόθεσης είτε ιδιαίτερο συζυγικό, συγγενικό ή άλλο δεσμό ή ιδιάζουσα σχέση ή εχθρότητα με τους ενδιαφερομένους (παρ. 2), όταν, δηλαδή, δεν έχουν την ιδιότητα του τρίτου έναντι των διοικουμένων που προσφεύγουν ενώπιον τους (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1237-8/2017, σκ. 8). Όπως δε γίνεται δεκτό κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 7 του ΚΔΔ, στο οποίο αποτυπώνεται η γενική αρχή της αμεροληψίας των οργάνων της Διοίκησης, τα διοικητικά όργανα δεν παρέχουν εγγυήσεις αμερόληπτης κρίσης, όχι μόνο στις προαναφερόμενες, ρητώς καθοριζόμενες περιπτώσεις αλλά και γενικότερα, όταν είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ευλόγως η υπόνοια ότι έχουν ήδη σχηματισμένη και συνεπώς προειλημμένη γνώμη για την υπόθεση, οπότε παύουν να είναι ουδέτεροι ως προς αυτήν…» 

Όλες οι ως άνω αναφορές δίδουν κατά την άποψη μου την κατευθυντήρια γραμμή για την εφαρμογή της αρχής της αμεροληψίας και στον ευρύτερο Δημόσιο Βίο σε ένα Κράτος Δικαίου. Η άσκηση εκτελεστικής ή θεσμικής εξουσίας , ειδικά σε ζητήματα που είναι δημόσιου ενδιαφέροντος, εμπεριέχει πάντοτε τον κίνδυνο αμφισβήτησης της αμερόληπτης στάσης των προσώπων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα ασκήσουν κάποιας μορφής εξουσία. Ο πολίτης είναι ιδιαίτερα ευαίσθητος και δεν μπορεί να ανεχθεί ούτε καν υπόνοια εμφιλοχώρησης μεροληπτικής κρίσης σε οποιοδήποτε κομμάτι της δημόσιας ζωής. 

Οι ίδιες λοιπόν αρχές, που αναφέρονται ως άνω , πρέπει κατά την άποψη μου να διέπουν και την ευρύτερη πολιτική ζωή συμπεριλαμβανομένων ασφαλώς των διαφόρων ανεξάρτητων Υπηρεσιών και Θεσμικών Οργάνων που έχουν ισχυρή θέση σε μια σύγχρονη κοινωνία όπως είναι λ.χ η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, η Ελεγκτική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, οι Επίτροποι και σίγουρα οι διάφορες Εξεταστικές ή Ερευνητικές Επιτροπές που διορίζονται με συγκεκριμένους όρους και εξουσίες σε τακτά χρονικά διαστήματα και με συγκεκριμένους όρους εντολής. 

Είμαι της άποψης ότι ιδιαίτερα στις ως άνω περιπτώσεις τα πρόσωπα που αναλαμβάνουν να εκτελέσουν μια εργασία (και κυρίως με αντικείμενο την διερεύνηση και ετοιμασία εκθέσεων ή πορισμάτων) θα πρέπει να θέτουν στους εαυτούς τους περισσότερους περιορισμούς ή και φραγμούς ώστε να αποφεύγουν εμπλοκή τους σε υποθέσεις που ενδεχομένως να έχουν άμεσο ή έμμεσο προσωπικό συμφέρον ή και να ελέγχουν κάθε μορφή ενδεχόμενης «ιδιάζουσας» σχέσης τους με το αντικείμενο του ελέγχου ή της έρευνας τους αλλά και το κατά πόσο αυτή η ιδιάζουσα σχέση μπορεί να οδηγήσει τον αντικειμενικό παρατηρητή έστω σε υπόνοια ότι αυτή θα αποτελέσει ίσως τροχοπέδι για μια δίκαιη και αμερόληπτη αντιμετώπιση και κρίση από μέρους τους. 

Διότι επαναλαμβάνω το θέμα σε αυτήν την περίπτωση δεν είναι η αμφισβήτηση των ικανοτήτων , των προσόντων ή της δυνατότητας τους να φέρουν εις πέρας και με απόλυτη επιτυχία το έργο που θα αναλάβουν, αλλά του ενδεχομένου η κατά τα άλλα δίκαιη και ορθή τελική τους απόφαση να μολυνθεί με υπόνοιες και αμφιβολίες για μεροληπτική θεώρηση των πραγμάτων , γεγονός που οδηγεί προφανώς στην έλλειψη σεβασμού των ευρημάτων και της τελικής κρίσης τους. 

Στο σημείο αυτό δεν μπορώ παρά να αναφέρω ότι το όλο ζήτημα καθίσταται ακόμα πιο σοβαρό όταν πρόκειται για πρόσωπα τα οποία εκ της θέσεως τους ηγούνται Υπηρεσιών που η βασική (αν όχι η αποκλειστική) τους εξουσία είναι ο έλεγχος (πλήρης, ουσιαστικός και ενδελεχής.) Στις περιπτώσεις αυτές έχω έντονη την πεποίθηση πως τα πρόσωπα αυτά οφείλουν να ενεργούν πάντοτε εντός του νομοθετικού πλαισίου που ορίζει τις εξουσίες τους και ταυτόχρονα τηρώντας τις αρχές της εχεμύθειας , της εμπιστευτικότητας , της χρηστής διοίκησης και προπαντός μακριά από δημόσιες τοποθετήσεις , αντιδικίες ή αντιπαραθέσεις με άλλα πρόσωπα που ως εκ της θέσεως τους ενδεχομένως να είναι αντικείμενο ελέγχου. (είτε τα ίδια προσωπικά είτε οι υπηρεσίες που εκπροσωπούν ή ηγούνται).

Η δημιουργία έστω και αμυδρής εντύπωσης ότι πρόσωπα που ασκούν τέτοια εξουσία ήτοι ελέγχου και έρευνας ευρίσκονται σε ευθεία αντιπαράθεση με τους φορείς της εξουσίας που θα τύχουν έρευνας και ελέγχου από αυτούς και τις υπηρεσίες τους ή ότι η όποια υπηρεσιακή διαμάχη έχει πάρει την μορφή προσωπικής διαφοράς, εχθρότητας ή εμπάθειας είναι καταλυτική για την τελική έκβαση της έρευνας, αφού είναι ικανή μια τέτοια κατάσταση να δημιουργήσει εύλογες υπόνοιες ότι έχει ήδη σχηματιστεί , και συνεπώς , προκατειλημμένη γνώμη.

Τούτων λεχθέντων δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι η ορθότητα των αποφάσεων των Οργάνων ή Προσώπων που ασκούν εξουσία πρέπει να τυγχάνει της προέγκρισης της λαϊκής βούλησης ή αυτό που θεωρούν ότι θα ήταν αρεστό στην λαϊκή βούληση . Όποιος αποσκοπεί άλλωστε στο να ελέγξει ή να καρπωθεί την λαϊκή βούληση μέσω των ενεργειών και των αποφάσεων του, έχει αποτύχει εξαρχής να αποδώσει δικαιοσύνη. Αλλά ούτε και θα πρέπει να είναι αποδεκτή η μηδενιστική ή και αφοριστική κριτική κάθε απόφασης υπό τον μανδύα της μεροληψίας , διότι είναι δεδομένο ότι πάντως αυτός που ασκεί κριτική προβάλλοντας τέτοιους λίγους οφείλει και να τους αποδεικνύει. 

Πλην όμως είναι για αυτό ακριβώς τον λόγο που θεωρώ ότι μόνο όταν τα πρόσωπα που έχουν ή καλούνται να ασκήσουν εξουσία στον Δημόσιο Βίο αντιληφθούν το πόσο σημαντικό είναι να αποφύγουν την εμπλοκή τους με υποθέσεις που η ύπαρξη ιδιάζουσας σχέσης τους δυνατό να δημιουργεί αμφιβολίες σε κάποιον ουδέτερο αντικειμενικό παρατηρητή για το αμερόληπτο της κρίσης τους , θα υπάρξει ουσιαστικά αντιμετώπιση του φαινομένου της έντονης αμφισβήτησης κάθε απόφασης, πορίσματος ή έρευνας. 

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,