Η Αποκρυστάλλωση του Νόμου

Η απόφαση που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου, ήτοι η υπόθεση υπ’ αριθμόν 1797/20, ενώπιον του κ. Μ.Παπαθανασίου, έχει φέρει για ακόμη μια φορά αναστάτωση τόσο στον νομικό κόσμο, όσο και στους αφυπνισμένους, πλέον, πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα γεγονότα όπως εκτυλίχθηκαν, θέτουν και πάλι υπό αμφισβήτηση το Κράτος Δικαίου της χώρας μας. Διαπιστώνεται για ακόμη μια φορά, ότι το πρόβλημα είναι η Δικαιοσύνη αυτή καθ’ εαυτή, και κατά συνέπεια η πλημμελής λειτουργεία της. Η απόδοση της δηλαδή, με τον τρόπο που είναι κτισμένο το σύστημα, βασίζεται στην συνείδηση του κάθε Δικαστή.

Η απορία μου είναι η εξής: Πως μπορούν μερικοί από τους λειτουργούς του Θεσμού αυτού, να μιλάνε για κρυστάλλινο Νόμο όταν οι ίδιοι δεν μπορούν να τον εφαρμόσουν;

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, αναφέρομαι στην πολυσυζητημένη υπόθεση, η οποία αφορά τον 35χρονο συμπολίτη μας, ο οποίος αντιμετώπιζε την κατηγορία της παραβίασης του Περί Λοιμοκάθαρσης Νόμου, Κεφ.260 και των Κανονισμών που εκδόθηκαν με βάση αυτόν (ΚΔΠ 117/20). Βέβαια, τότε, στις 25 Μαρτίου που διαπράχθηκε το αδίκημα, δεν επρόκειτο καν για εξωδικαστηριακή διευθέτηση, ήτοι την πληρωμή των €150 ή €300 ως πρόστιμο. Και κάπου εδώ, θα έπρεπε να κλείσει το άρθρο.

Παρόλα αυτά, επειδή όπως είναι πλέον πασιφανές, αυτά που στα μάτια μας φαίνονται προφανή, στα μάτια κάποιων φαίνονται εξωπραγματικά, και επειδή τα ευκόλως εννοούμενα, τελικά, δεν παραλείπονται, θα προχωρήσω σε περαιτέρω επεξήγηση των όσων έχω προαναφέρει. Αρχικά, μια μέρα πριν την διάπραξη του αδικήματος, είχαμε τις δηλώσεις του Υπουργού Εξωτερικών, μεταξύ των οποίων ανέφερε ότι κατά τα πρώτα εικοσιτετράωρα θα υπάρξει κατανόηση και από τις αρχές που θα έχουν την ευθύνη της εφαρμογής των μέτρων μέχρι εξοικείωσης, καθώς και το ότι το εξώδικο θα είναι η τελευταία λύση. Αναρωτιέμαι λοιπόν, όταν ένα εικοσιτετράωρο πριν την διάπραξη του αδικήματος, το εξώδικο ήταν η τελευταία λύση, πως ακριβώς φτάσαμε σήμερα, σε μια φάση που τα μέτρα άρχισαν να αίρονται, να έχουμε την άμεση ποινή φυλάκισης ως την πλέον αρμόζουσα ποινή; Και για να γίνω ακόμα πιο συγκεκριμένη, Ο Περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων (Τροποιητικός) Νόμος του 2020 και Ο περί Λοιμοκάθαρσης (Τροποποιητικός) Νόμος του 2020, δεν υφίστατο στις 25 Μαρτίου, αλλά στις 27 Μαρτίου, δηλαδή μετά την διάπραξη του εν λόγω αδικήματος. Περαιτέρω, με βάση την πρόνοια του Άρθρου 52 του Συντάγματος, ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας υποχρεούνται να εκδώσουν με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οποιοδήποτε Νόμο ή απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων. Το σχετικό Διάταγμα απαγόρευσης της κυκλοφορίας μετά τις 9 το βράδυ, δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 30 Μαρτίου 2020 και η εν λόγω δε διάταξη τέθηκε σε ισχύ μετά τις 6 το απόγευμα της 31ης Μαρτίου.

Είναι ξεκάθαρο λοιπόν, ότι πρόκειται για αδίκημα, το οποίο δύναται να ρυθμιστεί εξωδίκως και η ανάγκη για ειδική αποτροπή ατονεί ένεκα της επικείμενης χαλάρωσης των μέτρων. Θαρρώ, πως δεν χρειάζεται να είσαι νομικός για να αντιληφθείς ότι η ποινή που επιβλήθηκε στον 35χρονο συμπολίτη μας ήταν σαφώς δυσανάλογη με την βαρύτητα του αδικήματος. Αρκεί να έχεις παρακολουθήσει την επικαιρότητα της τελευταίες μέρες, και να έχεις παρατηρήσει την πολυκοσμία που επικρατεί σε όλες τις επαρχίες. Κατά συνέπεια, είναι οφθαλμοφανές ότι έχει κατακρεουργηθεί και το Άρθρο 12(1) και 12(3)  του Συντάγματος,  αφού η εν λόγω πράξη του συμπολίτη μας, δεν αποτελούσε αδίκημα σύμφωνα με τον Νόμο που ίσχυε κατά τον χρόνο διάπραξης της.

Πάμε πίσω στα βασικά… στις αρχές δηλαδή που θα έπρεπε πάντα να εφαρμόζουν τα Δικαστήρια. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λοιπόν, στα όρια που διαγράφει ο Νόμος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τόσο την βαρύτητα του αδικήματος που έχει τελεστεί, όσο και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορουμένου, που αμφιβάλλω αν έχουν ληφθεί υπόψη, αν κρίνω από το αποτέλεσμα. Το Δικαστήριο δηλαδή, σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαίτιου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής τόσο για τον ίδιο όσο και για τους οικείους του. Αναρωτιέμαι λοιπόν, κατά πόσο η θεωρία που μας έχουν μάθει για την αρχή της εξατομίκευσης της ποινής, η οποία ποτέ δεν ατονεί, ακόμη και στις περιπτώσεις που είναι αναγκαία η αυστηρή και αποτρεπτική αντιμετώπιση, έχει εφαρμοστεί στην συγκεκριμένη περίπτωση. Είναι εν τέλη, η ποινή φυλάκισης το μέτρο το οποίο επιβάλλεται όταν καμιά άλλη ποινή δεν αρμόζει υπό τις περιστάσεις; Φρονώ, πως η απάντηση είναι αρνητική. Ποια ήταν η τόσο τεράστια βλάβη που προξένησε η πράξη του εν λόγω ανθρώπου ή ο κίνδυνος που προκάλεσε, ώστε να έπρεπε να επιβληθεί η συγκεκριμένη ποινή; Τα ερωτήματα είναι πολλά και δυστυχώς πηγάζουν από την ίδια την Δικαιοσύνη.      

Έχω τη γνώμη και δεν μου λείπει το θάρρος, να υποστηρίξω ότι το αδίκημα που ο συμπολίτης μας διέπραξε, δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτά που επιτείνουν την κοινωνική δυσαρέσκεια και απογοήτευση, πλήττοντας την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς και σε καμία περίπτωση δεν συμβάλλει στην εδραίωση της αίσθησης περί κατάρρευσης των αρχών και αξιών που πρέπει να κυριαρχούν σε όλες τις εκφάνσεις για την λειτουργία ενός ευνομούμενου κράτους. Αντιθέτως, αυτό που πλήττει την εμπιστοσύνη των πολιτών, είναι η απόδοση της Δικαιοσύνης από τους εκ των έσω λειτουργούς της. Είναι ξεκάθαρο πλέον, ότι το Δικαστήριο λειτουργεί ως τιμωρός. Όπως επισημάνθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Βίκτωρα Μενελάου Ιωάννου (1999) 2 Α.Α.Δ. 603, «Η τιμωρία δεν αποτελεί αυτοσκοπό αλλά μέτρο άμυνας έναντι παραβιάσεων του δικαίου και υπονόμευσης των αρχών του. Η ανάγκη προστασίας ποικίλλει, ανάλογα με τη σοβαρότητα του εγκλήματος.». Ως προαναφέρθηκε, το στοιχείο της αποτροπής, είναι αλληλένδετο με τη σοβαρότητα της κατηγορίας εγκλημάτων στην οποία ανήκει το υπό τιμωρία έγκλημα, και με την εγγενή ανάγκη για την αποτροπή τους. Η σοβαρότητα του υπό συζήτηση αδικήματος, έχει τόση μεγάλη βαρύτητα, ούτως ώστε να απαιτείται η άμεση ποινή φυλάκισης; Θα πρέπει να μας προβληματίζει και να μας ανησυχεί, το γεγονός ότι μετά από σωρεία αποφάσεων που έχουν εκδοθεί τόσο από τα Επαρχιακά Δικαστήρια, όσο και από το Ανώτατο, βρισκόμαστε στην δυσάρεστη θέση να φρεσκάρουμε την μνήμη κάποιων για τις αρχές που θα πρέπει να εφαρμόζονται κατά την επιμέτρηση της ποινής.

 Θεωρητικά, τα Δικαστήρια, ως φρουροί της νομιμότητας και της ευταξίας, οφείλουν να διαφυλάξουν και να διασφαλίσουν την πιστή εφαρμογή του νόμου με την επιβολή ανάλογων σε κάθε περίπτωση ποινών. Εφόσον πρόκειται για στέρηση της ελευθερίας του ατόμου για σκοπούς τιμωρίας, η ποινική ευθύνη του τιμωρούμενου πρέπει να αντικρίζεται διαχρονικά σαν σύνολο σε κάθε δεδομένη περίπτωση φυλάκισης του. Θα πρέπει σε κάθε περίπτωση δηλαδή, να λαμβάνονται υπόψη οι ευρύτεροι παράμετροι που διέπουν την αναλογικότητα της ποινής και που έχουν έρεισμα στις θεμελιακές αρχές του δικαίου και αναγνώριση στο Σύνταγμα και στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Ίσως, το πρόβλημα να ξεκινά από το ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν έχουν περάσει την είσοδο της φυλακής για να μπορούν να αντιληφθούν πραγματικά τις συνέπειες μιας ποινής στερητικής για την ελευθερία του ατόμου τόσο για το ίδιο το άτομο, όσο και για τους οικείους του. Το ερώτημα παραμένει το ίδιο. Η ανάγκη προστασίας του κοινωνικού συνόλου, όπως το Δικαστήριο επαναλαμβάνει συνεχώς, και όπως αυτή αναδύεται από το βαθμό και έκταση της παράνομης δράσης του συμπολίτη μας, επιτάσσει την επιβολή άμεσης ποινής φυλάκισης, χωρίς να παρέχει κανένα περιθώριο για κάτι διαφορετικό; Ούτε καν το ενδεχόμενο αναστολής μιας τέτοιας ποινής;

Στο σημείο αυτό, να αναφέρω την τραγική ειρωνεία της όλης κατάστασης. Στις 11 Μαΐου, δηλαδή μία μέρα πριν εκδοθεί η εν λόγω απόφαση, συστάθηκε Ad hoc Επιτροπή για αποφόρτιση του υπερπληθυσμού στις Κεντρικές Φυλακές. Αυτό από μόνο του, περιποιεί τιμή στην χώρα μας. Αυτό που δεν περιποιεί τιμή, είναι ότι μια μέρα μετά, ενώ γίνεται μια τεράστια προσπάθεια που στόχο έχει την διεξαγωγή συνολικής και εις βάθους ανάλυσης του προβλήματος του υπερπληθυσμού των Φυλακών, εκδίδεται η εν λόγω απόφαση. Αναρωτιέμαι αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στις Κεντρικές Φυλακές, όπως προκύπτουν και μέσα από την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην οποία διαπιστώνεται το πρόβλημα του υπερπληθυσμού, και όχι μόνο.

Ύστερα από αλλεπάλληλες προσπάθειες, προσπαθούμε να φτιάξουμε ένα ολοκάθαρο κρύσταλλο, που ονομάζεται ΝΟΜΟΣ. Όταν όμως φτάνει η στιγμή που θα πρέπει να αξιολογηθεί το κρύσταλλο μας, οι κριτές αποφαίνονται ότι υπάρχουν πολλά γδαρσίματα στην επιφάνεια του. Οπότε, η φράση “ο Νόμος είναι κρύσταλλο“, θαρρώ πως πλέον δεν πρέπει να ξεστομίζεται από αυτούς τους ανθρώπους. Μιλάμε, λοιπόν, για μια περίπτωση που αδικηθήκαμε και εμείς αλλά και το κρύσταλλο μας, που στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν διάφανο, και κατάφεραν να το γδάρουν. Το νόημα αυτού του άρθρου, ενσαρκώνει μια έννοια πολυχρησιμοποιημένη πλην όμως πάντοτε επίκαιρη και ικανή να τροφοδοτήσει αντιδράσεις ποικίλης έντασης και ποιότητας. Κι ‘έτσι λοιπόν, δεν μπορούμε παρά να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως αδικηθήκαμε, από την στιγμή που καταλόγισαν στο κρύσταλλο μας ένα ανύπαρκτο γδάρσιμο.

Προσπαθώντας να συνοψίσω τα όσα έχω προαναφέρει, μια ελληνική παροιμία έρχεται στο μυαλό μου. “Ότι το ψάρι βρωμάει απ’ τό κεφάλι” και ο νοών νοείτο. Αντί να μένουμε σε σκέψεις κι όνειρα, ας προχωρήσουμε σε πράξεις. Άλλωστε, η εσωτερική ελευθερία είναι ένα απ’ τα πολυτιμότερα αγαθά, που δεν χαρίζεται σε κανέναν απλόχερα, αλλά κερδίζεται με τον αγώνα του. Ας μην αρκεστούμε στο ότι αδίκησαν το κρύσταλλο μας, όταν του καταλόγισαν ένα ανύπαρκτο γδάρσιμο. Ύστερα από μαζικές και οργανωμένες επιστολές που έχουν σταλεί τόσο στον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας, όσο και στον Γενικό Εισαγγελέα, με σκοπό την αποφυλάκιση του 35χρονου συμπολίτη μας, ευελπιστούμε στην άμεση ανταπόκριση τους. Η καλύτερη λύση υπό τις περιστάσεις, είναι να ασκήσει ο Πρόεδρος το δικαίωμα που έχει βάσει του Άρθρου 53.4 του Συντάγματος, να αναστείλει ή να μετατρέψει την ποινή που έχει επιβληθεί κατόπιν και της σύμφωνης γνώμης του Γενικού Εισαγγελέα. Κατά την άποψη μου, πιθανή παράλειψη ή/και αγνόηση των εν λόγω εισηγήσεων που τέθηκαν από πολλούς συναδέλφους, θα σήμαινε και την επικρότηση της συγκεκριμένης απόφασης αλλά και της πλημμελής λειτουργίας του συστήματος. Δεν μπορείς να διαλύσεις την αδικία με αδικία. Ξέρετε εσείς κανένα πόλεμο που έληξε με πόλεμο;

Δείτε επίσης:

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , ,