Κάθε φορά που ένας σπουδαίος δημιουργός επιχειρεί να προσεγγίσει ένα κλασικό έργο, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να εγκλωβίζεται σε ένα ψευδοδίλημμα: ή θα υπερασπιστούμε το πρωτότυπο ή θα χειροκροτήσουμε τη νέα εκδοχή. Στην περίπτωση της Οδύσσειας του Christopher Nolan, η αντιπαράθεση πήρε διαστάσεις σχεδόν πολιτισμικού πολέμου. Από τη μία, όσοι θεωρούν σχεδόν ιεροσυλία οποιαδήποτε απόπειρα «αγγίγματος» του Ομήρου. Από την άλλη, όσοι αντιμετωπίζουν τον Nolan ως τον δημιουργό που μπορεί να «εκσυγχρονίσει» ένα αρχαίο έπος. Ίσως, όμως, το πραγματικό λάθος να βρίσκεται στην ίδια την ερώτηση.
Η εκτίμηση προς τον Όμηρο δεν προϋποθέτει την απόρριψη του Nolan. Ταυτόχρονα, ο θαυμασμός προς τον Nolan δεν μειώνει στο ελάχιστο το μεγαλείο του Ομήρου. Οι δύο δεν ανταγωνίζονται. Δεν δημιουργούν στο ίδιο μέσο, ούτε για το ίδιο κοινό, ούτε καν στην ίδια ιστορική πραγματικότητα. Ο καθένας υπήρξε πρωτοπόρος στη δική του εποχή.
Ο Όμηρος δεν ήταν απλώς ένας ποιητής. Ήταν ο άνθρωπος που έδωσε μορφή στη συλλογική μνήμη ενός ολόκληρου πολιτισμού. Μέσα από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια θεμελίωσε έναν τρόπο αφήγησης που εξακολουθεί να καθορίζει τη λογοτεχνία μέχρι σήμερα. Το ταξίδι του ήρωα, η σύγκρουση ανθρώπου και μοίρας, η αναζήτηση της ταυτότητας, η έννοια της επιστροφής, η περιπέτεια ως διαδικασία αυτογνωσίας· όλα αυτά απέκτησαν διαχρονική μορφή μέσα από την ομηρική ποίηση. Δεν είναι τυχαίο ότι, σχεδόν τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, εξακολουθούμε να επιστρέφουμε στον Όμηρο για να κατανοήσουμε όχι μόνο την αρχαιότητα, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο.
Από την άλλη, ο Christopher Nolan έχει καταφέρει κάτι εξίσου σπάνιο για τη δική του εποχή. Σε μια βιομηχανία που συχνά επιλέγει την ευκολία της επανάληψης, επανέφερε στο προσκήνιο τον κινηματογράφο ως πνευματική εμπειρία. Οι ταινίες του απαιτούν από τον θεατή να συμμετέχει ενεργά, να αμφισβητεί όσα βλέπει, να ανασυνθέτει τον χρόνο, τη μνήμη και την πραγματικότητα. Επανεφηύρε τη χρήση της μη γραμμικής αφήγησης, συνδύασε τη φιλοσοφία με το εμπορικό σινεμά και απέδειξε ότι ο εμπορικός κινηματογράφος δεν χρειάζεται να είναι πνευματικά φτωχός. Αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα· είναι ένας διαφορετικός τύπος καλλιτεχνικής πρωτοπορίας. Ακριβώς γι’ αυτό, η επιλογή του να μεταφέρει την Οδύσσεια στον κινηματογράφο δεν θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται με φόβο αλλά με περιέργεια.
Ο Nolan δεν μπορεί να «βελτιώσει» τον Όμηρο∙ δεν μπορεί όμως ούτε να τον βλάψει. Ο Όμηρος δεν χρειάζεται προστασία. Έχει ήδη επιβιώσει τριών χιλιάδων ετών ιστορίας, αμέτρητων μεταφράσεων, θεατρικών παραστάσεων, λογοτεχνικών διασκευών, όπερας, ζωγραφικής, και κινηματογραφικών προσεγγίσεων. Αν κάτι αποδεικνύει τη διαχρονικότητα ενός έργου, είναι ακριβώς η ικανότητά του να γεννά συνεχώς νέες αναγνώσεις.
Άλλωστε, κάθε εποχή αφηγείται ξανά τους μεγάλους μύθους με τη δική της γλώσσα. Οι αρχαίες τραγωδίες επανερμηνεύονται αδιάκοπα. Ο Σαίξπηρ μεταφέρεται σε σύγχρονες μεγαλουπόλεις. Οι ελληνικοί μύθοι εμφανίζονται σε μυθιστορήματα, σειρές, ακόμα και βιντεοπαιχνίδια. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι αυτές οι εκδοχές αντικαθιστούν τα πρωτότυπα. Αντίθετα, συχνά λειτουργούν ως γέφυρα που οδηγεί νέους ανθρώπους πίσω στις αρχικές πηγές.
Ίσως αυτό να είναι και το μεγαλύτερο παράδοξο της συζήτησης. Πολλοί από όσους θα δουν την ταινία του Nolan θα ανοίξουν για πρώτη φορά την Οδύσσεια. Θα αναζητήσουν ποια ήταν η Πηνελόπη, τι πραγματικά συνέβη με τις Σειρήνες, γιατί ο Οδυσσέας θεωρείται ο κατεξοχήν ήρωας της ευφυΐας και όχι μόνο της δύναμης. Αν συμβεί αυτό, τότε ο κινηματογράφος δεν θα έχει ανταγωνιστεί το ομηρικό έπος· θα το έχει υπηρετήσει.
Οι πολιτισμοί που έχουν αυτοπεποίθηση δεν φοβούνται τις νέες ερμηνείες των μεγάλων τους έργων. Τις ενθαρρύνουν, ακόμα κι όταν διαφωνούν μαζί τους. Αν η κινηματογραφική προσέγγιση του Christopher Nolan επιλέγει να διαβάσει την Οδύσσεια μέσα από το πρίσμα σύγχρονων ιδεολογικών αντιλήψεων –όπως πολλοί ήδη υποστηρίζουν, κάνοντας λόγο για μια «woke» ανάγνωση– αυτό αποτελεί μια καλλιτεχνική επιλογή, η οποία μπορεί να κριθεί, να αμφισβητηθεί ή ακόμη και να απορριφθεί. Η διαφωνία με την πολιτική ή ιδεολογική οπτική ενός δημιουργού είναι απολύτως θεμιτή. Δεν είναι όμως λόγος να αρνούμαστε εκ των προτέρων το δικαίωμά του να συνομιλήσει με ένα κλασικό έργο ούτε να θεωρούμε ότι η δική του εκδοχή απειλεί το πρωτότυπο. Ο Όμηρος δεν κινδυνεύει από μια σύγχρονη ιδεολογική ανάγνωση· αντίθετα, η ίδια η ανθεκτικότητα του έργου του αποδεικνύεται από το γεγονός ότι μπορεί να προκαλεί, τρεις χιλιάδες χρόνια μετά, νέες –ακόμη και αμφιλεγόμενες– ερμηνείες.
Ο Όμηρος υπήρξε ιδιοφυΐα της προφορικής ποίησης. Ο Nolan είναι ιδιοφυΐα του κινηματογραφικού μέσου. Ο ένας διαμόρφωσε τη γλώσσα του μύθου. Ο άλλος επαναπροσδιόρισε τη γλώσσα του σύγχρονου κινηματογράφου.
Δεν υπάρχει λόγος να διαλέξουμε στρατόπεδο.
Γιατί τελικά, το να εκτιμά κανείς τον Όμηρο δεν απαιτεί να απορρίπτει τον Nolan. Και το να θαυμάζει τον Nolan δεν μειώνει ούτε κατ’ ελάχιστον το μεγαλείο του Ομήρου.
Αντίθετα, ίσως είναι ακριβώς η συνάντηση δύο ιδιοφυϊών, χωρισμένων από σχεδόν τρεις χιλιετίες, που μας υπενθυμίζει τη μεγαλύτερη δύναμη της τέχνης: ότι οι πραγματικά μεγάλες ιστορίες δεν ανήκουν σε μία εποχή. Ανήκουν στην ανθρωπότητα.

