Απαγόρευση συλλογικών φορέων ρατσιστικού λόγου; Μια επανεκτίμηση*

Η πιο κάτω μελέτη του Αναπληρωτή Καθηγητή Ποινικού Δικαίου & Φιλοσοφίας Δικαίου του Τμήματος Νομικής Πανεπιστημίου Κύπρου, Χάρη Παπαχαραλάμπους έχει δημοσιευθεί στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ και αναδημοσιεύεται στην ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ με άδεια του εκδότη και του συγγραφέα.

Ι. Το ζήτημα

Ο εκδικητικός λαϊκισμός στο εσωτερικό των χωρών που πλήττονται από την κρίση και αντιμετωπίζουν πλέον και τη μαζική παράτυπη μετανάστευση, είναι ως γνωστόν καταστάσεις, από τις οποίες αναδύεται ορισμένος κίνδυνος για τη συνταγματική τάξη. Το «σπιράλ» της αυτοτροφοδοτούμενης αγανάκτησης παύει να μορφοποιείται μόνο σε ριζοσπαστική πολιτική επικοινωνία και σε αιτήματα δημοκρατικής εμβάθυνσης του Συντάγματος. Αντίθετα αναστρέφεται σε ένα λόγο μίσους κατά θεμελιωδών συνταγματικών αξιών, σε μια αναγωγή του Πολιτικού σε τιμωρητική και μνησίκακη μικρολογία, σε ύπουλη τέλος προτροπή σε οργανωμένη άσκηση φυσικής βίας. Στο βαθμό που αυτός ο λόγος υιοθετείται από ευρέα στρώματα του πληθυσμού βρισκόμαστε προφανέστατα σε ένα καθεστώς οιονεί Βαϊμάρης.

Το ζήτημα της απαγόρευσης συλλογικών φορέων λόγου ρατσιστικού περιεχομένου τίθεται λόγω της βαρύτητας του ρόλου τέτοιων φορέων ως προς την ενδυνάμωση, διάδοση και κοινωνικοπολιτική νομιμοποίηση τέτοιων ιδεών. Ενώ δηλαδή η ατομική ή από κοινού συμπεριφορά μίσους μπορεί να αντιμετωπιστεί με βάση τις πρόνοιες της ποινικής νομοθεσίας και δη είτε με προσώθηση της ποινικής προστασίας, οπότε μιλούμε για αξιόποινο «λόγο μίσους» (‘hate speech’) είτε κατασταλτικά, οπότε πλέον πρόκειται για εγκλήματα μίσους strictο sensu (‘hate crimes’), για κλασικές δηλαδή πράξεις, συνήθως σοβαρότατης φύσης, με ρατσιστικό κίνητρο, η απαγόρευση ρατσιστικών συλλογικών φορέων είναι προ-ποινική και από εδώ ανακύπτουν τα σοβαρά ζητήματα ως προς την επιλογή της ή μη.

ΙΙ. Τα μοντέλα αντιμετώπισης του προβλήματος

Μπορούμε κατά βάση να ανιχνεύσουμε ορισμένα (πέντε συνολικά) μοντέλα αντιμετώπισης του προβλήματος, όπως αυτά έχουν ιστορικά διαπλασθεί σε σχέση με την απαγόρευση επικίνδυνων για τη δημοκρατική τάξη κομμάτων και οργανώσεων, υποπερίπτωση της οποίας αποτελεί άλλωστε και το θέμα μας.

Κατ’ αρχάς, υπάρχει το αγγλοσαξωνικό μοντέλο της «λίστας». Απαγορεύονται εδώ οργανώσεις επικίνδυνες με απόφαση ορισμένης κρατικής εξουσίας, συνήθως της εκτελεστικής (όπως π.χ. στην Κύπρο, όπου με βάση τη σχετική πρόνοια του προ της ισχύος του Ν 113(Ι)/2015 άρθρου 63(δ) ΠΚ το Υπουργικό Συμβούλιο μπορούσε να κηρύξει απαγορευμένο με Διάταγμα σύνδεσμο που «αποσκοπούσε σε οποιαδήποτε διατάραξη της τάξης»). Το μοντέλο αυτό το ξανασυναντάμε σε διεθνή νομικά μέσα που περιλαμβάνουν κατάλογο οργανώσεων, συνήθως τρομοκρατικών (όπως συμβαίνει με τις σχετικές Αποφάσεις του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης). Ελλείψει γραπτού Συντάγματος στο βρετανικό κοινοδίκαιο, αλλά και λόγω του αχαλίνωτου αξιόποινου που σε όλο το κοινοδίκαιο θεσπίζεται εναντίον επικινδύνων οργανώσεων βάσει της κατασκευής της συνωμοτικής ευθύνης, η «λίστα» αποτελεί μάλλον το «φτωχό συγγενή» μιας σαφώς αντιφιλελεύθερης, σχεδόν ολοκληρωτικής εμπνεύσεως ποινικής καταστολής κατά «αντισυστημικών» ιδεών, που δεν αντέχει σε κριτική δημοκρατικής νομιμοποίησης, όπως την αντιλαμβάνεται η ευρωπαϊκή ηπειρωτική δικαιοπολιτική παράδοση[1]. Αναφέρω εδώ -ως παράδειγμα προς αποφυγήν- την περιβόητη απόφαση Dennis v United States του Supreme Court στις ΗΠΑ (341 US [1951]), απόφαση που ανετράπη εν τοις πράγμασι μόλις το 1969 με την  Brandenburg v Ohio (395 US 444), με την οποία απαιτήθηκε για τη στέρηση δικαιωμάτων από την 1η Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος, ο επικίνδυνος λόγος να συνιστά παρότρυνση σε άμεση παρανομία (‘incitement to imminent lawless action’)[2].

Ο «ιμπρεσιονιστικός» και διαδικαστικά ασύντακτος χαρακτήρας των απαγορεύσεων αυτού του τύπου οδηγεί συχνά σε κωμικά αποτελέσματα. Έτσι, στη Αυστραλία επιστρατεύτηκε ο νομοθέτης για να απαγορευτεί το εκεί ΚΚ. Ο σχετικός νόμος (‘Dissolution Act’ [1950]) κηρύχθηκε αντισυνταγματικός από το Ανώτατο Δικαστήριο για διαδικαστικούς λόγους, η κυβέρνηση επιχείρησε εν συνεχεία να «περάσει» την απαγόρευση μέσω δημοψηφίσματος, αλλά απέτυχε και σε αυτό[3]. Ας ονομάσουμε λοιπόν αυτό το πρώτο μοντέλο «ad hoc απαγόρευση»[4].

Ένα δεύτερο μοντέλο είναι η απόρριψη της απαγόρευσης και η αδιαμεσολάβητη προσφυγή στο ποινικό δίκαιο μέσω μιας ευρείας ποινικοποίησης τόσο του οργανωσιακού εγκλήματος («εγκληματικές οργανώσεις», όπως στα άρθρα 63Α-Β κυπρΠΚ, άρθρο 187 ελλΠΚ), όσο και των ατομικών εγκλημάτων επί μέρους δραστών κατά την υλοποίηση του ρατσιστικού προγράμματος ή λόγου του συλλογικού φορέα. Συνήθως εδώ ο νομοθέτης καταφεύγει και σε ειδική ποινική νομοθεσία, όπως ο Ν 134(Ι)/2011 στην Κύπρο ή ο ελληνικός Ν 4285/2014[5]. Ενώ υποτίθεται ότι αυτή η λύση επιτρέπει την ακώλυτη συλλογική έκφραση καταφεύγοντας στη αυστηρή ποινική κύρωση απ’ ευθείας μεν, αλλά μόνο όταν τελούνται εγκλήματα, δεν απαντά στο ερώτημα γιατί να αναμείνουμε την τέλεση εγκλημάτων (έστω και συμπεριφοράς, «τυπικών»), όταν η λειτουργία του φορέα είναι ήδη ευθέως εχθρική προς τις θεμελιώδεις αξίες του Συντάγματος, γιατί δηλαδή να εθελοτυφλεί η έννομη τάξη ως προς τον κίνδυνο, περιερχόμενη μάλιστα και σε μια αντίφαση προς εαυτήν: πώς μπορεί να γίνεται από πλευράς δημοσίου δικαίου ανεκτό ένα μόρφωμα που εξ ορισμού θα απασχολήσει συστηματικά το ποινικό σύστημα ως εκ της φύσεως του πράγματος; Μια σολομώντεια λύση είναι βέβαια η ερμηνευτική διαστολή του οργανωσιακού εγκλήματος ώστε κάθε τέτοια οργάνωση να ποινικοποιείται οιονεί αυτομάτως. Έτσι και διατηρείται συμβολικά η μη απαγόρευση και πατάσσεται ο συλλογικός ρατσιστικός λόγος, μόνο που αυτό γίνεται με δυνάμει προσβολή ποινικών αρχών και δη της απαγόρευσης θεμελίωσης αξιοποίνου μέσω φρονηματικού αδίκου. Π.χ.: στην Κύπρο, η συμμετοχή κατ’ άρθρο 63Α ΠΚ ή η υποκίνηση σε μίσος κατ’ άρθρο 3(1) Ν 134(Ι)/2011, που δεν χρειάζεται να συνιστά συγκεκριμένη διακινδύνευση της δημόσιας τάξης, αρκεί να έχει «απειλητικό, υβριστικό ή προσβλητικό χαρακτήρα», να αποτελεί δηλαδή ως προς τη δημόσια τάξη έγκλημα αφηρημένης διακινδύνευσης, μορφή ποινικής ευθύνης που καθιστά εξ ορισμού το διανόημα ή το φρόνημα κρίσιμο όρο του αξιοποίνου. Τα σχετικά δικαιοπολιτικά διλήμματα εκφράζονται παραστατικά στην απόφαση του κυπριακού Aνωτάτου Δικαστηρίου (ΑΔ), Hossam Taleb Yaacoub v Δημοκρατίας (Ποιν. Έφ. Αρ. 72/2013) της 19.3.2014, όπου η πλειοψηφία υπογραμμίζει ως προς το άρθρο 63Β(1)β ΠΚ, ότι το γράμμα της διάταξης δεν απαιτεί ως προς την εναρκτήρια πράξη τη συνδρομή των όρων απόπειρας τέλεσης των κακουργημάτων, πράγμα που όμως είναι ό,τι ακριβώς ψέγει στην πρωτόδικη απόφαση η μειοψηφία: η κατηγορία απέδειξε «προπαρασκευή», που δεν πληρούσε τους όρους της εναρκτήριας πράξης[6].

Παραδειγματικός ως προς το πρόβλημα της υποκειμενικής προσώθησης του αξιοποίνου είναι εκτός του κυπρΠΚ και ο προαναφερθείς Ν 134(Ι)/2011, που εναρμόνισε το κυπριακό δίκαιο στην Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ του Συμβουλίου για την ποινική καταπολέμηση ρατσισμού και ξενοφοβίας. Ποινικοποιείται, πέρα από την ως άνω υποκίνηση μισαλλοδοξίας και εχθροπάθειας, ο δημόσιος εγκωμιασμός ή ο αρνητισμός σε σχέση με το Ολοκαύτωμα ή άλλα ανάλογα εγκλήματα που κρίθηκαν με αμετάκλητες αποφάσεις διεθνών δικαστηρίων, η συνωμοσία για τέτοιες πράξεις και όλες οι ανάλογες πράξεις νομικών προσώπων. Στην επιμέτρηση και επιβολή της ποινής λειτουργεί πλέον επιβαρυντικά το σχετικό κίνητρο (ήδη μάλιστα επιβαρυντικό παράγοντα συνιστά το ρατσιστικό κίνητρο και στον κυπρΠΚ και δη στο άρθρο 35Α αυτού, που διαλαμβάνει περί «κινήτρου προκατάληψης» και εισήχθη στον Κώδικα με τον Ν 31(Ι)/2017), ενώ οι εν λόγω πράξεις διερευνώνται αυτεπάγγελτα πλέον από την αστυνομία. Μένει να δούμε πώς θα διαμορφωθεί η σχετική νομολογία. Πάντως στην ΑΔ, Μωϋσίδης v. Δημοκρατίας του (2007) 2 ΑΑΔ 34, κρίθηκε κατ’ ουσίαν ότι η εθνοτική καταγωγή του θύματος δεν μπορεί να θεωρηθεί «πρόκληση» για το δράστη ανθρωποκτονίας. Ωστόσο, το πρόβλημα που αναδεικνύεται και από την απόφαση αυτή είναι η συρρίκνωση του ζητήματος του ρατσισμού στην παραδοσιακή δομή του ποινικού συστήματος, δηλ. στην ατομική ευθύνη και στη δογματική και νομολογιακή διάπλαση του εκάστοτε εγκλήματος, που κατ’ αρχήν είναι άσχετο με το ρατσισμό, ο οποίος απλώς αποτελεί ένα ευρύτερο στοιχείο του κοινωνικού συγκειμένου (‘context’), θεωρούμενο ως απόμακρο από την καθεαυτή φύση του εγκλήματος. Έτσι όμως χάνεται η ιδιαίτερη ποινική απαξία της ρατσιστικής ή διακρίνουσας συμπεριφοράς. Αυτή περιθωριοποιείται σε ρόλο επιμετρητικού παράγοντα, άσχετου προς την κύρια περί ενοχής κρίση.

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ο κυπρΠΚ δεν έχει δυστυχώς ακόμη αποστεί από ορισμένα ελλείμματα διαφοροποίησης στα έννομα αγαθά της ποινικής προστασίας του πολιτεύματος, ελλείμματα που αναδίδουν ένα κρατιστικό και αυταρχικό πνεύμα καταστολής. Γίνεται ακόμη λόγος για δημόσια τάξη σε τέτοιο εύρος ώστε να εμπεριέχει και τους βασικούς αρμούς της Πολιτείας (την εξωτερική και την εσωτερική της ασφάλεια), για την προστασία όχι της συνταγματικής τάξης αλλά της «ανώτατης» εξουσίας, για «καθεστώς» και υφιστάμενη κοινωνική τάξη, για τις συναθροίσεις ως οχλαγωγίες (σχετικοί οι υπότιτλοι 1ος, 2ος και 4ος του Μέρους ΙΙ του ΠΚ). Παρ’ όλα αυτά ωστόσο (τα οποία επιτείνουν το προαναφερθέν πρόβλημα με τη φρονηματική θεμελίωση του αξιοποίνου), και εν αναμονή μιας σε εύθετο χρόνο μεταρρύθμισής του, ο κυπρΠΚ και δη οι πρόνοιές του των άρθρων 47β’ («δημόσια ενέργεια προς προώθηση φυλετικής εχθρότητας») και 51Α έως και 63Β (πρόνοιες που περιγράφουν κυρίως διεγέρσεις, «παρανόμους συνδέσμους» και εγκληματικές οργανώσεις) παρέχουν ένα ελάχιστο προστασίας της δημοκρατικής πολιτικής σύνταξης από τον ρατσισμό, ιδίως εάν αναγνωσθούν σε συνάρτηση με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και νομολογία προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μάλιστα, το οργανωσιακό άδικο μπορεί με αυτές τις διατάξεις, στις οποίες επανερχόμαστε και πιο κάτω (υπό IV), να παταχθεί αποτελεσματικά.

Την εσωτερική στο δεύτερο μοντέλο ένταση μεταξύ μη απαγόρευσης και ανάγκης καταφυγής στον ποινικό νόμο αντανακλούν γλαφυρά ορισμένες νομοθετικές προβλέψεις δημοσίου δικαίου, όπως αυτή επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση υπ’ αρ. 518/2015 της Ολομελείας του ΣτΕ στην Ελλάδα περί αναστολής της κρατικής χρηματοδότησης πολιτικού κόμματος ως πιθανώς μη συμβατού με το Σύνταγμα διαρκούσης της ποινικής σε βάρος του εκκρεμοδικίας, απόφαση μάλιστα που δεν ερεύνησε καν την «αναλογικότητα» του μέτρου, θεωρώντας το προδήλως μέτρο παροχικής διοίκησης μη συναρτώμενο με το άρθρο 5, αλλά με το άρθρο 29 παρ. 2 του ελλΣ[7]. Αποσυνδεδεμένες από τη φύση του συλλογικού φορέα είναι οι πρόνοιες εξαίρεσης από την ασυλία πολιτικών προσώπων έναντι του ποινικού νόμου (όπως τα αυτόφωρα κακουργήματα και τα εγκλήματα εσχάτης προδοσίας ή ατιμωτικά του Προέδρου της Δημοκρατίας κατά τα άρθρα 45 παρ. 2, 3 και 83 κυπρΣ. ή -για τα κακουργήματα- κατ’ άρθρο 62 τελ. εδ. ελλΣ.) και άρα δεν μας ενδιαφέρουν εδώ. Το μοντέλο αυτό μπορούμε να το αποκαλέσουμε «αμιγή ποινική καταστολή».

Η τρίτη λύση είναι η γερμανική λύση. Πρόκειται εδώ για καθαρή προ-ποινική προστασία. Μη κομματικοί φορείς τίθενται εκτός νόμου με αποφάσεις της εκτελεστικής εξουσίας κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 γερμΣ. (GG), κόμματα δε με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου (κατ’ άρθρο 21 παρ. 2 GG). Ενόψει του υπέρ των κομμάτων προνομίου στη Γερμανία (‘Parteienprivileg’), μέχρι να απαγορευτούν από το Συνταγματικό Δικαστήριο αυτά παραμένουν νόμιμα καθ’ όλα, άρα δεν διώκονται ως εγκληματικές οργανώσεις για λόγο και κατ’ αρχήν και πράξεις ρατσιστικού χαρακτήρα -ανεξάρτητα από τη δίωξη τυχόν ατομικών δραστών, για το εύρος της ευθύνης των οποίων πάντως υπάρχει διχογνωμία, αν και ρητά ορίζεται -στην παρ. 129 (2) αρ. 3 ΓερμΠΚ (StGB)- ότι πάντως δίωξη για εγκληματική οργάνωση δεν γίνεται όταν το έγκλημα δεν είναι βασικός στόχος της οργάνωσης ή όταν πρόκειται (μεταξύ άλλων) για διασπορά προπαγάνδας ή χρήση συμβόλων αντισυνταγματικών οργανώσεων κατά τις παρ. 86 και 86α StGB, ώστε ο «παράπλευρος», ας τον πούμε, ρατσισμός αυτών των μορφών μόνο ως ατομικό έγκλημα διώκεται. Από την άλλη πλευρά, εάν εντός του συλλογικού μορφώματος σχηματιστεί ένας καθαρά εγκληματικός κλάδος, γι’ αυτόν μπορεί να εφαρμοστεί η πρόνοια για τις εγκληματικές οργανώσεις[8].

Τώρα: η απαγόρευση χωρεί όταν το κόμμα επιβουλεύεται την «φιλελεύθερη δημοκρατική δικαιοταξία» (‘fdGO’)  ή την διεθνή υπόσταση της χώρας, άρα πρακτικά εάν αποσκοπεί σε εσχάτη προδοσία ή προδοσία της χώρας. Επιβεβαίωση αυτού αποτελεί και η πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Καρλσρούης (της 17.1.2017) περί μη θέσεως εκτός νόμου του νεοναζιστικού κόμματος NPD παρά την αίτηση και των 16 Ομοσπόνδων Κρατών της χώρας, διότι κατά το Δικαστήριο, το κόμμα αυτό δεν έχει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας των στόχων του. Ο Γερμανός συνταγματικός δικαστής χρησιμοποίησε δηλαδή την ποινικοδικαιική επιχειρηματολογία περί ανάγκης αντικειμενικής προσφορότητας επιτυχίας συγκεκριμένου εσχατοπροδοτικού σχεδίου ως αγράφου στοιχείου της εκάστοτε σχετικής ποινικής υπόστασης. Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος που δεν διώχθηκαν οι φιλοβασιλικές οργανώσεις μετά το Δημοψήφισμα για το πολιτειακό ζήτημα στην Ελλάδα: η ιδεολογική εσχάτη προδοσία δεν τιμωρείται[9]. Θα αποκαλούσαμε λοιπόν αυτό το γερμανικό μοντέλο «συνταγματική απαγόρευση».

Στοιχεία ενός υπό εκκόλαψη τέτοιου μοντέλου και στην Κύπρο αποτελούν ορισμένες σποράδην πρόνοιες του κυπριακού Συντάγματος, όπως η περί απαγόρευσης συνεταιρισμών αντικειμένου ή δράσης αντίθετων στη συνταγματική τάξη (άρθρο 21 παρ. 4 Σ.) σε συνδυασμό με τη συνταγματική κατοχύρωση στο άρθρο 28 παρ. 1-2 Σ. των αρχών της ισότητας και της μη διακριτικής μεταχείρισης (που σημειωτέον: δεν επιδέχονται περιορισμό, είναι απόλυτα και αδιάστικτα) αλλά και με τη ρήτρα συνταγματικού πατριωτισμού του άρθρου 34 Σ. έναντι της καταχρηστικής άσκησης των θεμελιωδών ελευθεριών contra libertatem.

Τι σημαίνουν αυτά για το ελληνοκυπριακό συγκείμενο; Καθώς δεν υπάρχει πρόνοια περί απαγόρευσης (π.χ. η επιταγή περί εντάξεως των κομμάτων στη δημοκρατική πολιτεία κατ’ άρθρο 29 παρ. 1 ελλΣ. -δηλ. η περί του καθήκοντος του κόμματος να εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος- δεν έχει κυρώσεις για την παράβασή της, είναι δηλ. lex imperfecta, η δήλωση στον Εισαγγελέα του ΑΠ περί σεβασμού της δημοκρατίας κατά τον Ν 3023/2002 είναι τυπική και δεν ελέγχεται στην ουσία της), ένα ρατσιστικό κόμμα μπορεί να κατασταλεί ως τέτοιο μόνο ευθέως ποινικά εφ’ όσον θεωρηθεί ολόκληρο εγκληματική οργάνωση. Αυτό είναι απολύτως καθαρό, ώστε και ένας ερμηνευτικός του ελλΣ. (κατ’ άρθρο 77 αυτού) νόμος που θα το δήλωνε αυτό ρητά μάλλον κακό θα έκανε, αφού θα ερίζετο η «ερμηνευτικότητά» του αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε στο βαθμό που θα επηρέαζε το νομικό status ήδη κατηγορουμένων θα έτεινε να έλθει σε τριβή με την αρχή nullum crimen[10].

Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί με αξιοπρόσεκτα επιχειρήματα και μια άλλη άποψη, όλως αντίθετη με τα ανωτέρω σχετικά με το άρθρο 29 παρ. 1 ελλΣ. Κατ’ αυτήν τα κόμματα είναι δημοκρατικοί θεσμοί, όχι ενώσεις φορέων δικαιωμάτων, ότι συνεπώς οφείλουν να είναι στην εξωτερική τους δράση νομιμόφρονα και στην εσωτερική τους διαρρύθμιση δημοκρατικά, πράγμα που απαγορεύει την ύπαρξη κομμάτων δεσποτικής κυριαρχίας του «αρχηγού», παραστρατιωτικής δομής, τυφλής υποταγής χωρίς δικαίωμα ηθικού ελέγχου της προσταγής, εφαρμογής κριτηρίων διακριτικής μεταχείρισης ως προς τα υποψήφια μέλη (άρα και ρατσιστικής καταστατικής αντίληψης) κλπ. Έτσι, ό,τι μπορεί να καλύπτεται από την ελευθερία της έκφρασης σε μη κομματικό επίπεδο, παύει να καλύπτεται σε κομματικό επίπεδο δυνάμει του άρθρου 29 παρ. 1 Σ., οπότε και μη βίαιες συμπεριφορές μπορεί να θεωρούνται αντισυνταγματικές ως αντιδημοκρατικές, έστω και μη εισέτι αξιόποινες (π.χ. η συστηματική ρατσιστική προπαγάνδα) [11]. Έτσι θα επιλυόταν υπέρ της απαγόρευσης η στάθμιση που επιβάλλει ως προς την ελευθερία της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι το άρθρο 11 του κυπριακού αντιρατσιστικού Ν 134(Ι)/2011. Ας σημειωθεί ότι στην Κύπρο μια ενδιάμεση λύση μεταξύ ατομικής ποινικής ευθύνης και απαγόρευσης συνιστά η ευθύνη νομικών προσώπων που υιοθετείται, όπως προείπαμε, και στον Ν 134(Ι)/2011 (και η οποία εντάσσεται ασφαλώς στην ποινική ευθύνη, που δεν είναι όμως ατομική) και βάσει της οποίας αρκεί για την ευθύνη αυτή και η ανοχή ή η πλημμέλεια περί την εποπτεία ή τον έλεγχο άλλου εκ μέρους του νομικού προσώπου [12]

Η άποψη αυτή εφαρμόζει με συνέπεια την αρχή της «μάχιμης ή αξιόμαχης δημοκρατίας» (‘streitbare Demokratie’), πνευματικού τέκνου της μεταφιλελεύθερης δημοκρατίας, που έχοντας πια επίγνωση του σφάλματος του καθαρού φιλελευθερισμού τύπου Βαϊμάρης (τον οποίο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως τέταρτο μοντέλο, που θα αποκαλούσαμε και «καταργητικό»), προβαίνει σε θέση ορίων των συνταγματικών αναθεωρήσεων, θεσπίζει «ρήτρες αιωνιότητας» (όπως τα ανθρώπινα δικαιώματα και ειδικότερα η ισότητα και η απαγόρευση διακριτικής μεταχείρισης, σε ό,τι αφορά το θέμα μας, ειδικότερα για την Κύπρο το Μέρος ΙΙ του Σ., ιδίως δε τα άρθρα 33-35 και 179 αυτού) και βρίσκει ανταπόκριση και στη νομολογία του ΕΔΔΑ (π.χ. στην απόφαση για το Κόμμα Refah Partisi et al. v Turkey [2003]). Σύμφωνα με την εν λόγω άποψη λοιπόν, ένας κοινός νόμος περί θέσης εκτός νόμου ενός ρατσιστικού μορφώματος είναι πάντοτε δυνατός χωρίς ανάγκη θέσπισης προληπτικού ελέγχου συνταγματικού τύπου (π.χ. ασκούμενου από τον ΑΠ ή το ΑΔ στην Κύπρο). Πρόκειται εδώ για το (πέμπτο) μοντέλο της «απλής νομοθετικής απαγόρευσης»[13].

ΙΙΙ. Οι περιπλοκές της νομοθετικής απαγόρευσης

Δικαιοϊστορικά πάντως τα πράγματα περιπλέκονται ως προς το τελευταίο μοντέλο. Π.χ. το άρθρο 29 ελλΣ, νοούμενο ως έρεισμα του μοντέλου αυτού, έχει περίεργους ‘bedfellows’. Ανάγεται στο Σχέδιο της συντηρητικής πλειοψηφίας της Ε’ Αναθεωρητικής Βουλής και έχει πρόγονό του εν μέρει το «Σύνταγμα» της δικτατορίας, ανατρέχει δε πνευματικά στην προπολεμική αντικομμουνιστική νομοθεσία και ιδιαίτερα την φασίζουσα ποινική νομοθέτηση από τον Εμφύλιο και εξής. Επίσης, δεν είναι τυχαίο ότι μια άλλη χώρα ανάλογου σκοτεινού παρελθόντος, η Ισπανία, δεν δίστασε να υιοθετήσει το μοντέλο αυτό το 2006 για την επιβολή ασφυξίας σε ιδέες που εφέροντο να καταφάσκουν ή να συμπαθούν την αυτονομιστική βία των Βάσκων. Και ποιος μας βεβαιώνει ότι η δικαστική απαγόρευση ρατσιστικού κόμματος δυνάμει ενός τέτοιου νόμου δεν θα αφορά το σκοπό του, αλλά θα αφορά την δημοκρατική του ή μη δόμηση, όπως προτείνεται από την άποψη αυτή, ώστε να μην εξετάζεται το φρόνημα; Αλλά και αντίστροφα: αφού θέλουμε την απαγόρευση τέτοιων κομμάτων, γιατί να μην κρίνουμε τους σκοπούς τους; Δεν πρέπει με βάση την «αξιόμαχη δημοκρατία» να απαγορεύουμε ακριβώς την διακήρυξη και μετέπειτα υλοποίηση ρατσιστικών σκοπών; Δεν πρέπει το κριτήριο να είναι ουσιαστικό, όχι απλώς διαδικαστικό;[14]

IV. Καταληκτικές παρατηρήσεις

Πού καταλήγουμε; Κατ’ αρχήν τα μοντέλα τύπου Βαϊμάρης και «λίστας» πρέπει να απορριφθούν, το πρώτο γιατί είναι παρωχημένο και κανονιστικά αναντίστοιχο με το σύγχρονο συνταγματισμό, το δεύτερο επειδή είναι θεσμικά ανεξέλεγκτο και έχει ανάγκη εμβαλωμάτων από το ποινικό δίκαιο, ευνοώντας το φρονηματικό άδικο, χωρίς να αμφισβητείται ότι διακρίνεται από επιτυχία σε αστυνομικό επίπεδο. Θεωρώ ότι το γερμανικό μοντέλο δεν πρέπει να ακολουθηθεί. Τούτο διότι, ναι μεν διαθέτει θεσμική αίγλη και συστηματικό χαρακτήρα, εγγυάται δε την προστασία από το ρατσισμό με πολυεπίπεδο τρόπο. Το πρόβλημά του είναι αυτό που είχε διαβλέψει ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 ο Johannes Agnoli, ότι δηλ. τα κόμματα γίνονται έτσι μοχλοί του καθεστώτος, ‘pets’ του συστήματος, που το Σύνταγμα αντανακλά, εμποδίζοντας την πολιτική αλλαγή. Η «συνταγματοποίηση» των κομμάτων γίνεται έτσι η λαβή του συστήματος στην ελευθερία, το Πολιτικό εκνομικεύεται πλήρως και αντί ο ρατσισμός να καταπολεμηθεί στις κοινωνικές του ρίζες, απωθείται απλώς ως tabu. Από την άλλη πλευρά, στη Γερμανία τίποτε δεν εμπόδισε την ανασύσταση απαγορευμένων με διάφορα σκεπτικά συλλογικών φορέων: το απαγορευμένο KPD επανεμφανίστηκε ως DKP, το απαγορευμένο SRP υποκαταστάθηκε από τις πολύμορφες νεοναζιστικές οργανώσεις της σήμερον[15].

Το μοντέλο που ακολουθείται στην ελληνική έννομη τάξη και κατ’ επέκταση το κυπριακό μοντέλο (πέραν των προσμείξεων από την παράδοση του κοινοδικαίου) φαίνεται προτιμότερο, αφού εγγυάται σε μέγιστο βαθμό την συλλογική πολιτική ελευθερία και δεν υποτάσσει τα κόμματα σε ορισμένο «πειθαρχικό κανόνα δημοκρατίας»[16]. Στην Κύπρο θα διεκδικούσαν βάσει αυτού του μοντέλου εφαρμογή π.χ. οι πρόνοιες των άρθρων 63Β (3) (περί εγκληματικών οργανώσεων) και 99Α ΠΚ (ειδικά για το έμφυλο μίσος), γενικότερα δε για τη μισαλλοδοξία τα άρθρα 47β’ και 51Α ΠΚ, αν και η μέγιστη ποινή του τελευταίου είναι μόλις 12 μήνες, άρα δεν καλύπτεται από το ελάχιστο ποινής που απαιτεί για την ενεργοποίησή του το άρθρο 63Β (3) ΠΚ.

Το πρόβλημα αυτού του προκρινόμενου μοντέλου είναι ωστόσο ένα άλλο: για τη συστηματική ποινική δίωξη των ρατσιστικών συλλογικοτήτων προϋποτίθεται μια σαφής δημοκρατική στράτευση του κράτους, μια συντονισμένη καταστολή χωρίς κενά και ολιγωρίες. Η ηρωοποίηση του ρατσιστικού φορέα θα είναι τόσο πιο πιθανή όσο η καταστολή θα χωλαίνει ή θα είναι πληθωριστική-διακηρυκτική, αλλά χωρίς απτό και σε εύλογο χρόνο αποτέλεσμα. Αν σκεφτεί κανείς τη Βαϊμάρη θα αντιληφθεί τι υπονοείται εδώ: δεν ήταν τελικά ο ελευθεριάζων χαρακτήρας του τότε Συντάγματος της δημοκρατικής Γερμανίας το αίτιο της οικουμενικής ανθρωπιστικής καταστροφής που ακολούθησε, αλλά η συστράτευση όλων των αρμών του βαθέως κράτους, ιδίως δε της δικαιοσύνης, στην επιδρομή των φασιστικών συμμοριών κατά της δημοκρατίας. Εδώ βρίσκεται το συγκριτικό πλεονέκτημα του μοντέλου της απλής νομοθετικής απαγόρευσης. Όμως, το πρόβλημα εδώ είναι η εξάρτηση της νομοθετικής απαγόρευσης από τους εκάστοτε κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς, πράγμα που φέρει το μοντέλο αυτό σε επικίνδυνη εγγύτητα προς τις αχαρτογράφητες απαγορεύσεις του ‘ad hoc απαγορευτικού μοντέλου’ χωρίς τα προτερήματά του, δηλ. την ανεξάρτητη από τους συσχετισμούς αυτούς αστυνομική-επιχειρησιακή λογική του. Αν συνυπολογίσει κανείς εδώ την υποκριτική στάση των κυρίαρχων ελίτ, που «πωλούν» στην πολιτική αγορά «αντιρατσισμό» προς διαιώνιση και μακροημέρευσή τους και όχι από γνήσιο δημοκρατικό πάθος, αντιλαμβάνεται εύκολα την παγίδα, που το πολιτικό κατεστημένο μπορεί να θέτει προς τους εκλογείς, αναβάλλοντας συνεχώς μια θαρραλέα καταφυγή στη νομοθετική απαγόρευση: οι ριζοσπαστικές λύσεις είναι ουτοπικές, η ρεαλιστική εναλλακτική είναι οι εγκληματικές συμμορίες, άρα ο μονόδρομος σωτηρίας της δημοκρατίας είναι ένας, η εθελούσια υποταγή σας στο πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο. Ξαναγυρνάμε έτσι στη σχετική υπεροχή του αμιγούς ποινικού μοντέλου.

Προσωπικά, δεν συμμερίζομαι την άποψη ότι οι κοινωνικοπολιτικές διεργασίες πέραν του δικαίου είναι οι μόνες που χρειάζονται. Χωρίς βέβαια αυτές σοβαρή προοπτική οριστικής αντιμετώπισης του ρατσιστικού μίσους δεν υπάρχει. Αλλά οι κοινωνικές διεργασίες οφείλουν να μην εξαντλούνται σε μια εκτός δικαίου και εν τέλει α-πολίτικη εξιδανίκευση της διαφορετικότητας. Πρέπει να είναι στρατευμένα πολιτικές αλλά και να διεκδικούν και μια αποτελεσματική δικαιική προστασία από αντιδημοκρατικές απειλές. Τουλάχιστον η ευρωπαϊκή παράδοση δεν υποχρεούται να ακολουθεί τον ανελαστικό φιλελευθερισμό αμερικανικού τύπου, που επιτρέπει παρελάσεις νεοναζί σε εβραϊκές συνοικίες, όπως συνέβη με τη διαβόητη NSPA v Village of Skokie (432 US 43) του 1977, με την οποία το Ανώτατο δικαστήριο του Illinois υποχρεώθηκε από το Supreme Court να επιτρέψει την επίδειξη της σβάστικας σε παρέλαση νεοναζί σε περιοχή της οποίας κάθε έκτος εκ των κατοίκων σχετιζόταν με θύματα του Ολοκαυτώματος[17].

Στην Ευρώπη δεν έχουμε ηθική αχρωματοψία και είμαστε πολιτικά υποψιασμένοι. Οφείλουν συνεπώς και οι θεσμοί να συστρατευθούν με τη δημοκρατική κοινωνία και να κάνουν το καθήκον τους απέναντί της, εφαρμόζοντας εγκαίρως, μη επιλεκτικά και αποτελεσματικά την ισχύουσα κοινή νομοθεσία. Ίσως μάλιστα να έχει πλέον υπερ-ωριμάσει η ώρα της αφύπνισης της δημοκρατικής άμυνας του Συντάγματος. Χωρίς να έχει βέβαια ενεργοποιηθεί κάποιο δικαίωμα αντίστασης, δεν παύει να σοβεί μια υπόγεια σήψη αξιών και αρετών, χωρίς τις οποίες κανένα νομικό σύστημα, όσο άρτια και αν είναι οργανωμένο, δεν μπορεί να αντέξει σε βάθος χρόνου. Η διαρκούσα παράλειψη αποφασιστικής επέμβασης των θεσμών εφαρμογής του νόμου μπορεί  να διαχέει ένα κλίμα ανοχής στην ατιμωρησία ή, ακόμη χειρότερα, να συνιστά και σύμπτωμα διάβρωσης των θεσμών από συνοδοιπόρους των εχθρών του Συντάγματος. Η άμυνα της Πολιτείας οφείλει, αν αυτή δεν επιθυμεί υπερπροστατευτικές λύσεις σε συνταγματικό ή διοικητικό επίπεδο, να συμπεριλάβει ως κεντρικό της βραχίονα το ποινικό σύστημα, που πρέπει να ενεργοποιηθεί κατά των εχθρών της δημοκρατίας με το ίδιο σθένος που έχει επιδειχθεί ήδη σε σχέση με την τρομοκρατία[18].

Στην προσπάθεια αυτή απόλυτα αναγκαία είναι η υλοποίηση αντεγκληματικών πολιτικών που θα εστιάζουν στον ‘συλλογικό εχθρό’ αντί στον κλασσικό ατομικό ποινικό υπόλογο. Προηγούμενα αποτελούν εδώ τόσο θεσμοί όπως τα διεθνή ποινικά δικαστήρια, όσο και θεωρητικές προτάσεις όπως το ‘ποινικό δίκαιο του εχθρού’ του G. Jakobs. ‘Fire is fought with fire’, έγραφε στο δημοσιευμένο στην Αμερική, μνημειώδες πλέον, άρθρο του ο Karl Loewenstein, τη σκοτεινή χρονιά του 1937[19]. Τότε δεν εισακούστηκε…



*Επεξεργασμένο κείμενο εισήγησης που παρουσιάστηκε στο Συνέδριο του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου με θέμα «Εξελίξεις και σύγχρονοι προβληματισμοί στο Δημόσιο Δίκαιο: διάλογος Κύπρου και Ελλάδας» (Λευκωσία, 23.3.2017) και στην Ημερίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Λεμεσού σε συνεργασία με τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Κύπρου με θέμα «Ρητορική μίσους (‘hate speech’): Νομικές πτυχές» (Λεμεσός, 29.3.2017).

[1] Για την κοινοδικαιική συνωμοτική ευθύνη και τη σχέση της με την έννοια του οργανωμένου εγκλήματος, βλ. αναλυτικά Χ. Παπαχαραλάμπους, Οργανωμένο Έγκλημα και Συνωμοτική Ευθύνη στο Κυπριακό Ποινικό Δίκαιο, σε: Δ. Σορβατζιώτη (επιμ.), Έγκλημα, Κράτος και Ποινική Δικαιοσύνη: Σύγχρονα ζητήματα Ποινικού Δικαίου και Εγκληματολογίας, Εκδόσεις Πανεπιστημίου Λευκωσίας 2016, σελ. 200-12.

[2] Για την Dennis και το πρόβλημα νομιμοποίησης της μέσω της συνωμοσίας προσώθησης της ποινικής προστασίας κατά αποκλινουσών ιδεών, βλ. και Χ. Παπαχαραλάμπους, Κυπριακό Ποινικό Δίκαιο. Διάγραμμα Γενικού Μέρους ΙΙ, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2017, σελ. 88-9. Για τις Dennis και Brandenburg, βλ. επίσης V. Christou, Die Hassrede in der verfassungsrechtlichen Diskussion, Nomos, Baden-Baden 2007, σελ. 296-303, Papacharalambous Discrimination and hate: over-criminalization or new normativity? International Law Research 2013, Vol. 2, No. 1, σελ. 199. Για τον επεκτατικό και αποδιαφοροποιητικό των εννόμων αγαθών χαρακτήρα του αμερικανικού πολιτικού ποινικού δικαίου, βλ. και Ch. Papacharalambous, Das politische Delikt im legalistischen Rechtsstaat. Beitrag zu einer Theorie der illegalen politischen Kommunikation, Peter Lang, Frankfurt am Main 1991, σελ. 76-7.

[3] Βλ. High Court of Australia, Australian Communist Party v Commonwealth (“Communist Party case”) [1951] HCA 5; (1951) 83 CLR 1 (9 March 1951).

[4] Μια εξαιρετική περιγραφή της δικαιοπολιτικής ιστορίας της έκτακτης προστασίας του κράτους γενικότερα στη Μ. Βρετανία και στις ΗΠΑ, όπου τονίζεται η εξέχουσα θέση του ad hoc παρεμβατισμού της εκτελεστικής εξουσίας, βλ. σε: Cl. Rossiter, Constitutional Dictatorship. Crisis Government in the Modern Democracies, Transaction Publishers, New Brunswick (USA) and London (UK) 2002: Parts III-IV.

[5] Επί του οποίου βλ. και Χ. Παπαχαραλάμπους, Νομοθετώντας για το μίσος. Το παράδειγμα του αντιρατσιστικού ν. 4285/2014, Νομικό Βήμα 2016, Τόμος 64(1), σελ. 209-23.

[6] Βλ. Παπαχαραλάμπους 2017, σελ. 92-3.

[7] Η απόφαση διαβάζεται μεν παραδεκτά ως συνάρτηση της χρηματοδότησης με τις ουσιαστικές αξιολογήσεις του άρθρου 29 παρ. 1 ελλΣ. (βλ. έτσι Χ. Ανθόπουλο, Πολιτικά κόμματα και Δημοκρατία. Στοιχεία για μια επανερμηνεία του άρθρο 29 § 1 Συντ., Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου
2015/2, σελ. 159-60), δεν «βλέπει» όμως στη χρηματοδότηση δικαίωμα του συλλογικού φορέα σε αυτήν. Η στέρησή της δεν είναι προσβολή αρνητικής ελευθερίας (της παραδοσιακής δηλαδή πολιτικής ελευθερίας), ούτε θεμελιώνει άνευ ετέρου αγώγιμη αξίωση, μη άγουσα δε στη διακοπή λειτουργίας του φορέα, δεν αντίκειται στην επιταγή ευθιδικίας του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Βλ. σχετικά Β. Χρήστου, Αναστολή χρηματοδότησης πολιτικού κόμματος. Σχόλιο στην ΟλΣΕ 518/2015, Δικαιώματα του Ανθρώπου 2016, Νο 70, σελ. 997-9, 1001.

[8] Βλ. Λ. Μαργαρίτη/Κ. Χατζηιωάννου, Εγκληματικές οργανώσεις και πολιτικά κόμματα, Ποινική Δικαιοσύνη 2014/2, σελ. 174-7.

[9] Βλ. και Ελ. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Προσβολές του πολιτεύματος, Άρθρα 134-137 ΠΚ, Σάκκουλας, Θεσσαλονίκη, 1988, σελ. 129-33, 258-71, 307-15. Βλ. επίσης με περαιτέρω παραπομπές και Χ. Παπαχαραλάμπους, Η δομή των πολιτικών ποινικών θεσμών υπό τον Π.Ν. και τον Π.Κ. Ενδεικτική ιστορική αναδρομή και κανονιστική αποτίμηση, Ποινικά Χρονικά ΜΗ’ (1998), σελ. 445. Βλ. ήδη και Papacharalambous 1991, σελ. 268-79.

[10] Μαργαρίτης/Χατζηιωάννου 2014, σελ. 177-9, Χ. Σατλάνης/Λ. Μαργαρίτης, Είναι δυνατή η θεώρηση ενός πολιτικού κόμματος ή μιας πολιτικής οργάνωσης ως εγκληματικής οργάνωσης; Ποινική Δικαιοσύνη 2013/8-9, σελ. 764-5.

[11] Ανθόπουλος 2015, σελ. 161 κ. επ.

[12] Βλ. άρθρο 5(2) Ν 134(Ι)/2011.

[13] Βλ. σχετικά Ανθόπουλο 2015, σελ. 164, 166, 168 κ. επ. Η άποψη του συγγραφέα ότι το άρθρο 29 παρ. 1 ελλΣ. δεν απηχεί τον ακραίο (παλαιοφιλελεύθερο) σχετικισμό περί δημοκρατίας του Kelsen (ό.π.π., σελ. 171), είναι πλέον ή βέβαιον ότι είναι απολύτως ορθή. Για τη μετάβαση μετά την εμπειρία της Βαϊμάρης στον πολιτικό μεταφιλελευθερισμό, αλλά και για την αμφίβολη δημοκρατικότητα της «μάχιμης δημοκρατίας» στο βαθμό που «εναρμονίζει» βίαια το Πολιτικό με το κράτος δικαίου τυπικής νομιμότητας, βλ. Papacharalambous 1991, σελ. 52-90, 201-2. Για την αυτοϋπονόμευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, βλ. αντιπροσωπευτικά και Rossiter 2002: Part I.

[14] Πρβλ. επ’ αυτών τις θέσεις του Ανθόπουλου 2015, σελ. 166-71.

[15] Βλ. σχετικά με τις θέσεις του Agnoli passim τα κείμενα σε: J. Agnoli, Ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας και παρεμφερή κείμενα (1967-1998) (μετάφρ.: Θ. Γκιούρας), ΚΨΜ, Αθήνα, 2013. Χαρακτηριστική είναι εν προκειμένω η ευστοχία του νεολογισμού «φηφομοσχάρι» (‘Stimmvieh’) για τον τυπικό παθητικό και απολίτικο εκλογέα της δυτικού τύπου δημοκρατίας. Βλ. σχετικά Agnoli, Εκλογικός αγώνας και κοινωνική σύγκρουση, ό.π.π.: σελ. 138-9, Θ. Γκιούρα, Επίμετρο. Ο Johannes Agnoli και η κριτική της πολιτικής, ό.π.π.: σελ. 273.   

[16] Ένα εύστοχο σύνθημα στο Πανεπιστήμιο της Βρέμης που θυμάμαι από τα χρόνια των σπουδών μου στη Γερμανία ήταν: ‘BRD: Diktatie oder Demokratur?’ (!!!)

[17] Βλ. συναφώς Papacharalambous 2013, σελ. 200-2. Και ασφαλώς η δικαιική διαχείριση του συλλογικού ρατσισμού δεν πρέπει να εξαντλείται μόνο σε προληπτικό, μη τιμωρητικό επίπεδο, όσο σημαντική και αν είναι μια τέτοια διαχείριση, όπως είναι π.χ. η βάσει του Ν 42(Ι)/2004 θεσμική συνεργασία μεταξύ Επιτρόπου Διοικήσεως και Γενικού Εισαγγελέα, ιδίως σε  προληπτικό-νομοπαραγωγικό στάδιο, στην Κύπρο.

[18] Είναι πολύ σημαντικό να έχουμε υπόψη μας ότι συναφώς τρεις παράγοντες παίζουν κρίσιμο ρόλο: α) μια «έγκαιρη», τουτέστιν στοιχούμενη προς την καιρικότητα της σχέσης κινδύνου και πρέπουσας αντίδρασης ενεργοποίηση του κράτους, β) η συνολικότητα της κρατικής αντίδρασης ως πολιτειακής τοιαύτης, συνεπώς η μη άφεση στους ρουτινιέρικους μηχανισμούς των «θεσμών» ή των «ανεξάρτητων εξουσιών», αλλά η συμβολική-πολιτική κινητοποίησή τους μέσα από την ανάδειξη της εξαιρετικότητας και της μη ανοχής του κινδύνου και γ) η αποφυγή της «πληθωριστικής» υποτίμησης του δικαιικού συστήματος δια της μετατροπής του θέματος σε χρόνια κατάσταση. Βλ. επ’ αυτών τα κρίσιμα λόγια του Rossiter 2002: “It is never so apparent as in time of crisis that the executive is the aboriginal power of government” (σελ. 13). Βλ. επίσης: “The only moral can be: never let an enemy of democracy get his hands on a weapon of democracy. And a corollary: don’t overwork your weapons” (ό.π.π.: 73).

[19] K. Loewenstein, Militant Democracy and Fundamental Rights ΙΙ, American Political Science Review, Vol. 31(4), σελ. 656.  

Print Friendly, PDF & Email
Tags: ,