ΥΠΟΙΚ: «Έχουμε πολιτική ευθύνη οι Υπουργοί να μεταρρυθμίσουμε τα ίδια μας τα Υπουργεία εκεί που χρειάζεται»

Διαβάστε την ομιλία του Υπουργού Οικονομικών, κ. Κωνσταντίνου Πετρίδη στην παρουσίαση του βιβλίου «Η Δημόσια διοίκηση μετά την Κρίση».

Τί είναι η Δημόσια Υπηρεσία;

Ο μεγαλύτερος οργανισμός στην χώρα και στην κάθε χώρα. Ένας οργανισμός που επηρεάζει την καθημερινότητα όλων μας. Τις συναλλαγές μας, την πληρωμή των φόρων, καθορίζει ακόμη και το πού ή το πως θα ζήσουμε, το περιβάλλον κλπ.

Κατ’ επέκταση είναι ένας οργανισμός που πρέπει να λειτουργεί αποτελεσματικά και να εφαρμόζει ορθά τις πολιτικές οι οποίες καθορίζονται από την Κυβέρνηση και τη Βουλή.

Πρώτα θέλω να κάνω μια αναφορά για το εύρος του ρόλου της δημόσιας υπηρεσίας.

Ρόλος του κράτους

Στις πιο «φιλελεύθερες» χώρες ο ρόλος είναι πιο περιορισμένος. Σε χώρες με πιο φιλελεύθερη παράδοση στο δημόσιο διάλογο επικρατεί πάντα η συζήτηση περί της γραμμής που θα διαχωρίζει τις ατομικές ελευθερίες, και κατ’ επέκταση την ατομική ευθύνη, (με το κράτος να επικεντρώνεται σε ένα πιο επιτελικό ρόλο) από τον πιο πατερναλιστικό ρόλο του προστάτη που έχει το κράτος σε χώρες με πιο κρατιστική παράδοση όπως οι χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης ή της Νότιας Ευρώπης, όπου το κράτος είναι συνήθως και ο παροχέας των πλείστων υπηρεσιών.

Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις, αλλά εμπειρικά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όσο μεγαλύτερο είναι το κράτος (ειδικά ως παροχέας υπηρεσιών), τόσο μεγαλύτερη είναι και η αναποτελεσματικότητα.  

Είναι για αυτό που ακολουθήθηκαν στις πλείστες ευρωπαϊκές χώρες, ως μέρος μεταρρυθμίσεων, πολιτικές που αφορούσαν από ιδιωτικοποιήσεις μέχρι outsourcing υπηρεσιών στον ιδιωτικό τομέα έστω και αν αυτές χρηματοδοτούνταν από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η αποτελεσματικότητα δεν εξαρτάται κατά κύριο σε αυτό που μετρούμε ως μέγεθος του κράτους ως ύψος δαπανών ή φορολογίας (αν και εκεί υπάρχει μια σχέση περισσότερο μακροοικονομικής πτυχής), αλλά κατά κύριο λόγο ως παροχέας υπηρεσιών. Υπάρχει και το παράδειγμα κάποιων σκανδιναβικών χωρών (π.χ Σουηδία) όπου ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους είναι πολύ μειωμένος στην οικονομία αλλά και ως παροχέας υπηρεσιών (ακόμη και σχολεία – voucher system), αλλά η φορολογική του επιβάρυνση πολύ σημαντική, ούτως ώστε να υπάρχει ευχέρεια άσκησης ουσιαστικής κοινωνικής πολιτικής (η οποία και αυτή αποτυγχάνει και μεταρρυθμίζεται).

Άρα μεγάλο μέρος της αποτελεσματικότητας της δημόσιας υπηρεσίας καθορίζεται και από την εν γένει φιλοσοφία που ακολουθείται σε κάθε χώρα όσον αφορά τις σχέσεις κράτους – πολίτη.

Σε αυτό το πλαίσιο η Κύπρος είναι μια παράξενη θα έλεγα περίπτωση. Παρά το γεγονός ότι η παρέμβαση του κράτους από πλευράς φορολογίας και δαπανών παραμένει χαμηλότερη  σε σχέση με άλλες χώρες, κάτι που ευνοεί ιδιαίτερα το επιχειρηματικό περιβάλλον αλλά και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών, εν τούτοις, ο ρυθμιστικός ρόλος του κράτους ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται ραγδαία με σωρεία νομοθετημάτων, σχεδόν για τα πάντα. Σημαντικός παραμένει και ο ρόλος του ως παροχέα υπηρεσιών, παρά το ότι έγιναν κάποια βήματα προς την κατεύθυνση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. (κράτος αρτοποιός, κυπριακές αερογραμμές, λιμάνι κλπ).

Ο ενισχυμένος ρόλος του κράτους, προϋποθέτει φυσικά και αυξημένη ικανότητα για την ίδια τη δημόσια υπηρεσία να ανταπεξέλθει με επάρκεια στον ολοένα αυξανόμενο ρόλο τον οποίο της εκχωρεί η πολιτεία. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο.

Θα αναφερθώ επιγραμματικά στα κύρια κατά την άποψη μου θέματα που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της δημόσιας υπηρεσίας, την ευχέρεια της να ελιχθεί και να προσαρμοστεί στις μεταλλασσόμενες συνθήκες, για τα οποία τις περισσότερες φορές δεν φταίει η ίδια η δημόσια υπηρεσία.

  1. Σύνταγμα

Το Σύνταγμα μας δημιουργήθηκε υπό άλλες συνθήκες, αυτές του 1960. Είναι από τα λίγα Συντάγματα στον κόσμο το οποίο προβλέπει ακριβώς τον αριθμό των Υπουργείων, ως επίσης και τον χαρακτήρα των κύριων Υπουργείων.

Ο λόγος είναι ότι τα checks and balances που έπρεπε να κρατήσει το σύνταγμα το 1960 δεν αφορούσαν την ομαλή λειτουργία ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού κράτους αλλά την ισορροπία μεταξύ Τ.Κ και Ε.Κ κοινότητας. Το 1960 για παράδειγμα, σχεδόν δεν υπήρχε τουρισμός. Ούτε ψηφιακή τεχνολογία, ενώ η έννοια της καινοτομίας περιοριζόταν σε κύρια βιομηχανικά επιτεύγματα. Σε όλες τις χώρες τις ΕΕ ο τουρισμός, όπως και άλλα θέματα διέπονται από διαφορετικές κυβερνητικές δομές με πολιτικό προϊστάμενο που παρακάθεται του Υ.Σ.

Ο μέσος όρος του πολιτικού προσωπικού στην ΕΕ υπερβαίνει τα 20 άτομα σε αντίθεση με 11 στην Κύπρο.

Αυτό οδήγησε σε στρεβλώσεις, με πολλές και σημαντικές  σύγχρονες και καθοριστικές για τη χώρα πολιτικές, για χρόνια να αποτελούν δευτερεύον ή τριτεύον θέμα σε ένα Υπουργείο που είχε άλλες κύριες ασχολίες.

Ή οδήγησε στο παρελθόν στη δημιουργία μεγάλου αριθμού Η/Ο, μια κακή πρακτική όσον αφορά θέματα παραγωγής πολιτικής, όπου η ελλιπής οργανική σχέση με το ΥΣ και την εκτελεστική εξουσία, η ελλιπής πολιτική λογοδοσία τους, το σύστημα διακυβέρνησης τους – αντί ένα πολιτικό προϊστάμενο είχαν συμβούλιο με μεγάλο αριθμό ατόμων – οδηγούσε στην ανικανότητα παραγωγής πολιτικής, κάτι που είχε κόστος στη χώρα.

Αγωνιστήκαμε αρκετά χρόνια να περάσουμε με νομικά ορθό τρόπο, και από τη Βουλή, το θέμα των Υφυπουργείων που θα υπάγονται απευθείας στον Πρόεδρο, πιστεύω θα είναι επωφελή τουλάχιστον όσον αφορά την παραγωγή πολιτικής. Σε άλλες χώρες θα ήταν μια διοικητική πράξη της οποίας η επιτυχία θα κρινόταν από το λαό στις επόμενες εκλογές.

Αυτό ως ένα μόνο παράδειγμα από πολλά που αφορούν περιοριστικές διατάξεις του Συντάγματος που εμποδίζουν την ευελιξία προσαρμογής της Δημόσιας Υπηρεσίας στα σύγχρονα δεδομένα. Χωρίς φυσικά να αγνοώ και τα καλά του Συντάγματος. Ότι παρέχει σταθερότητα και αποτρέπει πολλές φορές την αυθαιρεσία.

Και για να αναφερθώ ξανά στο θέμα των Υφυπουργείων, το ότι έχει εξευρεθεί νομικός τρόπος δημιουργίας τους, δεν πρέπει να επιφέρει μια πληθωριστική τάση στη δημιουργία τους, από εσφαλμένες ενδεχομένως πολιτικές, αλλά πρέπει αυτό το εργαλείο να χρησιμοποιείται με φειδώ και μόνο όταν χρειάζεται. Όπως όλα τα όπλα πρέπει να τα χρησιμοποιούμε με θετικό τρόπο αλλιώς από χρήσιμα εργαλεία μπορεί να καταντήσουν βαρίδια.

(παράδειγμα Ελλάδας με 50 Υπουργούς, Υφυπουργούς και Αν. Υπουργούς που αλλάζει με κάθε διακυβέρνηση)

Το Σύνταγμα και το σύστημα της Κύπρου είναι καλό για περιόδους σταθερότητας, την οποία και διασφαλίζει. Αλλά όταν πρόκειται για μεταβατικές περίοδούς στην οικονομία και στις δομές (όπως σήμερα), το σύστημα είναι πιο δύσκαμπτο (rigid) απ’ ότι οι καιροί και οι μεταβαλλόμενες συνθήκες (ειδικά σε μια μετά την κρίση εποχή) επιτάσσουν.

  • Πολιτειακό σύστημα

Το πολιτειακό σύστημα στην Κύπρο, όπως καθορίζεται από το Σύνταγμα είναι και αυτό πολύ διαφορετικό από άλλες χώρες, είτε έχουν κοινοβουλευτικό είτε προεδρικό σύστημα.  Η εκτελεστική εξουσία μπορεί να εκλέγεται με πέραν του 50% (57% το 2018), αλλά δεν εξασφαλίζει κοινοβουλευτική πλειοψηφία όπως στα κοινοβουλευτικά συστήματα, με αποτέλεσμα να μην έχει την ευχέρεια να εφαρμόσει το πρόγραμμα διακυβέρνησης της όπως θα γινόταν στις πλείστες ευρωπαϊκές χώρες.

Πέραν αυτού, τα κοινοβουλευτικά κόμματα έχουν την ευχέρεια να καταθέτουν και να ψηφίζουν δικές τις προτάσεις νόμου οι οποίες γίνονται νομοθεσίες του κράτους ανεξάρτητα αν η εκτελεστική εξουσία διαφωνεί. Υπάρχει δηλαδή ένα είδος «συγκυβέρνησης».

Αυτό το ιδιόρρυθμο πολιτειακό σύστημα σε συνδυασμό με την παράδοση που δημιουργήθηκε μετά την ανεξαρτησία,  έχει οδηγήσει και σε μια βιομηχανία παραγωγής νομοθετημάτων. Νομοθετούμε τα πάντα.

Μιλώντας παλιά με Άγγλους εμπειρογνώμονες για θέματα δημόσιας υπηρεσίας είχαν εκπλαγεί για το πόσες νομοθεσίες περνούμε κάθε χρόνο στην Κύπρο. Περισσότερες από κάθε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.  Πολλές μάλιστα από τις νομοθεσίες κατατίθενται ως προτάσεις νόμου χωρίς να γίνει η κατάλληλη νομοτεχνική επεξεργασία με αποτέλεσμα, πέραν των θεμάτων πολιτικής υφής, να καθίστανται και μη εφαρμόσιμες ή και να αγνοούν τις δυνατότητες της δημόσιας υπηρεσίας να τις εφαρμόσει. Είναι κάτι που επεσήμανε στη Βουλή και ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας.

Αξίζει α σημειωθεί ότι σε άλλες χώρες, μια μεταρρυθμιστική τομή είναι το deregulation, (έχουν περάσει από το simplification to deregulation) και για κάθε νέα νομοθεσία που εφαρμόζεται καταργείται είτε μία είτε δύο παλιές, ούτως ώστε το νομοθετικό – ρυθμιστικό πλαίσιο να παραμένει απλό και εύκολα εφαρμοστέο από την δημόσια υπηρεσία η οποία επωμίζεται το βάρος της εφαρμογής του.

Προσωπική μου άποψη δε, είναι ότι αρκετές από τις νομοθετικής ρυθμίσεις ενδεχομένως να είναι αντισυνταγματικές αφού αφορούν διοικητικές πράξεις που παρεμποδίζουν την ευχέρεια της εκτελεστικής εξουσίας και δει της δημόσιας υπηρεσίας να επιτελέσει το έργο της όσο πιο παραγωγικά μπορεί. Όπως για παράδειγμα η κατάργηση οργανικών θέσεων ή αλλαγή οργανικών θέσεων, ή ακόμη και αλλαγή σχεδίων υπηρεσίας από την εκτελεστική εξουσία, προσκρούει πολλές φορές στην Βουλή  

  • (Πχ αναδασμός, χθες στη Βουλή τροποποίηση για δύο θέσεις, κλπ)

Αυτή η πρακτική, η οποία πολλές φορές προέρχεται και από πιέσεις ακόμη και ενός ατόμου στη Βουλή, πρώτο επιβάλλει ένα μεγάλο φόρτο εργασίας στη δημόσια υπηρεσία, και δεύτερον αποτρέπει από την ίδια τη δημόσια υπηρεσία να μεταρρυθμιστεί με βάσει της δικές τις ανάγκες αλλά και τον ορθολογισμό. Πιστεύω ότι σε περίπτωση που η εκτελεστική εξουσία θα μπορούσε από μόνη της να διαφοροποιεί το οργανόγραμμα της, με βάση τις πολιτικές και την εντολή της ως καθαρά πράξη διοικητικού περιεχομένου, αυτό θα αποτελούσε ένα συνεχές εγγενή μεταρρυθμιστικό μηχανισμό που θα επέτρεπε στη δημόσια υπηρεσία να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των καιρών.

  • Σύστημα αξιολόγησης και ανέλιξης.

Σχετίζεται τόσο με την αποτελεσματικότητα της δημόσιας υπηρεσίας όσο και με τη εν γένει διαφθορά. Χαρακτηριστικό ότι οι Άγγλοι μελετητές το 2014 στην μελέτη τους χρησιμοποίησαν τον κυπριακό όρο με αγγλικούς χαρακτήρες “rusfeti” για να χαρακτηρίσουν τον τρόπο ανέλιξης στη δημόσια υπηρεσία.

Η παρούσα κατάσταση δημιουργεί όμως όχι μόνο αδικίες αλλά επιφέρει κόστος στην οικονομία και μια μεγάλη αναποτελεσματικότητα στην δημόσια υπηρεσία. Ως επί το πλείστων η ανέλιξη σε θέσεις ευθύνης βασίζεται είτε στην αρχαιότητα (που με βάση κάποια συγγράμματα έχει την ίδια σχέση με το ύψος όσον αφορά την αποτελεσματικότητα του αιτούντος) είτε στο «μέσο». Είναι μια διαχρονική στρέβλωση που αδικεί την ίδια την δημόσια υπηρεσία αφού ενώ υπάρχουν πολύ αξιόλογα στελέχη, (πολλοί αξιόλογοι επιλέγουν το δημόσιο λόγω μισθού και βεβαιότητας) τα οποία θα μπορούσαν να επιφέρουν αποτελεσματικότητα και τομές, συχνά δεν αναδεικνύονται προς όφελος άλλων.

Ο δε θεσμός της ΕΔΥ είναι μοναδικός στον κόσμο.

Σε αυτό τον τομέα κάναμε μια τιτάνια προσπάθεια να θεσπίσουμε ένα σύστημα αξιολόγησης αλλά και ανέλιξης που θα προωθούσε σε θέσεις ευθύνης τους ικανότερους. Στη βάση μελετών εμπειρογνωμόνων αλλά και καλές πρακτικές άλλων χωρών. Προτείναμε ένα σύστημα ανέλιξης βάσει εξετάσεων, assessment centers, αλλά και αύξησης της βαρύτητας της σύστασης των προϊσταμένων.

Καταφέραμε και το ακατόρθωτο. Μέσω από εντατικές διαβουλεύσεις εξασφαλίσαμε και τη σύμφωνη γνώμη και υπογραφή της ΠΑΣΥΔΥ και άλλων συντεχνιών, κάτι το οποίο φάνταζε αδιανόητο.

Δυστυχώς η όλη προσπάθεια ναυάγησε στη Βουλή. Εκεί πιστεύω επικράτησε η μικροπολιτική σκοπιμότητα, η οποία μάλιστα παρέβλεψε και τη συμφωνία μεταξύ εργοδοτούμενου και εργοδότη όπως είχε υπογραφεί.

Πισωγύρισμα στην όλη προσπάθεια ήταν και η αλλαγή θέσης της ΝΥ όσον αφορά τη συνταγματικότητα του συστήματος αξιολόγησης. Το σύστημα αξιολόγησης όπως είχε προταθεί προέβλεπε (όπως σε άλλες χώρες) την μη ισοπεδοτική σημερινή προσέγγιση με βάση του «όλοι εξαίρετοι» που επικρατεί σήμερα και η οποία ουσιαστικά αναιρεί την «αξία» από τα κριτήρια για ανέλιξη, ή ευνοεί τους ολιγότερο καλούς.

Προέβλεπε την κατάταξη αξιολόγησης (ranking) και κατανομή των υπαλλήλων σε 4 βαθμίδες, με συγκεκριμένα ποσοστά πληθυσμού σε κάθε βαθμίδα, από το εξαίρετος (5%) στο μη ικανοποιητική επίδοση (5%) μέσω μάλιστα σύγχρονης μεθοδολογίας και διαδικασίας η οποία χρησιμοποιείται σε άλλες χώρες.

Ενώ στην αρχή η ΝΥ υπόγραψε το σχετικό νομοσχέδιο στο στάδιο της νομοτεχνικής επεξεργασίας, μετά προέκυψε θέμα αντισυνταγματικότητας, ότι μια τέτοια προσέγγιση αντίκειται στην «αρχή της ισότητας». Μια αρχή η οποία διέπει φυσικά όλους τους νόμους και συντάγματα όλων των χωρών που εφαρμόζουν αυτό το σύστημα. Παρά το ότι δεν είμαι νομικός, διαφωνώ με αυτή τη θέση γιατί πιστεύω ότι η χειρότερη μορφή ανισότητας είναι να κάνεις τους άνισους ίσους. Και αυτό πρέπει να ισχύει στο θέμα της αξίας και της αξιολόγησης και να διέπει την λειτουργία του συστήματος αξιολόγησης.

Μετά την απόρριψη της κυβερνητικής πρότασης από τη Βουλή έγιναν κάποιες αλλαγές, επανακατατέθηκαν τα νομοσχέδια στη Βουλή (και εδώ διερωτώμαι αν το πως αξιολογεί η κυβέρνηση τους δημόσιους υπαλλήλους της δεν είναι διοικητική πράξη), και τα βρίσκω μπροστά μου ως ΥΠΟΙΚ. Είναι η μοίρα μου.

Φυσικά πρέπει να παραδεχθούμε ότι κανένα σύστημα αξιολόγησης δεν είναι τέλειο στη ΔΥ, πουθενά στον κόσμο. Γιατί η λειτουργία της ΔΥ ως επιτελικό κομμάτι παραγωγής πολιτικής δεν μπορεί να μετρείται πάντα με απολύτως μετρήσιμα κριτήρια. Δεν είναι εργοστάσιο. Ούτε μπορεί να μετρηθεί με τον αριθμό των εκθέσεων ή νομοθετημάτων που παράγει, που μπορεί εν πολλοίς να είναι αντιπαραγωγικά. Και πάντα υπάρχει και η υποκειμενικότητα στην κρίση. Είναι γι αυτό που όλα τα συστήματα διαχείρισης των ανθρώπινων πόρων σε όλες τις χώρες αναθεωρούνται και μεταβάλλονται ανάλογα με τις συνθήκες.

Το ίδιο ισχύει και για την «Στοχοθεσία». Γίνονται προσπάθειες και έχουν τεθεί δείκτες μέτρησης σε αρκετά τμήματα στη δημόσια υπηρεσία.  Αλλά δεν είναι εύκολο στο δημόσιο λόγω μη ύπαρξης πολλές φορές μετρήσιμων κριτηρίων ειδικά στα επιτελικά σώματα του κράτους που δεν έχουν να κάνουν με εξυπηρέτηση του κοινού.

  • Κατανομή πόρων και στρατηγικός σχεδιασμός

Η μετά την κρίση εποχή είναι διαφορετική σε πολλά επίπεδα. Κατά κύριο λόγο γιατί οι ανάγκες της κοινωνίας, της οικονομίας, και κατ’ επέκταση και της δημόσιας υπηρεσίας είναι πολύ διαφοροποιημένες σε σχέση με το παρελθόν (Γραφείο ευημερίας, μετανάστευση, κλπ).

Κατά δεύτερο αλλά εξίσου σημαντικό λόγο, λόγω μιας μεγάλης  μεταρρύθμισης η οποία έχει γίνει είναι η αλλαγή του Δημοσιονομικού Πλαισίου, και του πλαισίου καταρτισμού των προϋπολογισμών. Και η υποχρέωση πλέον του κράτους (και έναντι της ΕΕ) να λειτουργεί με πλεονασματικούς προϋπολογισμούς. Αυτό είναι μια πρόκληση για την δημόσια υπηρεσία που επιτάσσει την πιο ορθολογική κατανομή πόρων με βάσει τις πραγματικές ανάγκες αλλά και στρατηγικό σχεδιασμό. Πλέον δεν μπορούμε να δαπανούμε 1000 εκατομμύρια περισσότερα από όσα εισπράττουμε όπως κάναμε στο παρελθόν. Αυτό γινόταν παλιά και πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί όσον αφορά τη διαχείριση των διαθέσιμων πόρων στη δημόσια υπηρεσία.

Ενώ έχουν γίνει βήματα προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να ομολογήσω ότι χρειάζεται ακόμη να γίνουν πολλά. Η μη ορθολογική κατανομή πόρων επηρεάζεται λόγω της έλλειψης εμπειρίας όσον αφορά τον πραγματικό στρατηγικό σχεδιασμό (βρισκόμαστε σε μεταβατικό στάδιο), λόγο της έλλειψης ευελιξίας του όλου συστήματος, όπως το περίγραψα ακροθιγώς πιο πάνω, αλλά και λόγω κοινωνικών ή συντεχνιακών πιέσεων, ή άλλων ομάδων πίεσης που ενδεχομένως να επηρεάζουν την πολιτεία, κυβέρνηση ή βουλή.

Η ορθολογική κατανομή των πόρων θα πρέπει να γίνει με βάση το στρατηγικό σχεδιασμό και να λάβει υπόψιν σοβαρά τις υπηρεσίες και υπουργεία τα οποία υπόκεινται δυσανάλογες πιέσεις.

Το ρόλο αυτό τον επιφορτίζεται πλέον το ΥΠΟΙΚ το οποίο, φυσικά έχει και το ρόλο της διαφύλαξης του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά δεν γνωρίζει πάντα τις πραγματικές ανάγκες των Υπουργείων της πρώτης γραμμής. Αυτός είναι ο ρόλος του ΤΔΔΠ το οποίο και πρέπει να κτίσει και αυτό σύγχρονους μηχανισμούς για να είναι όσο το δυνατό πιο αποτελεσματικό.

  • Στρατηγικός Σχεδιασμός

Ένα αποτελεσματικό κράτος και μια αποτελεσματική δημόσια υπηρεσία είναι αυτή η οποία λειτουργεί με βάση στρατηγικό σχεδιασμό.

Στο παρελθόν ο στρατηγικός σχεδιασμός γινόταν από το Γραφείο Προγραμματισμού. Αυτός όμως δεν είναι ο στρατηγικός προγραμματισμός υπό την σύγχρονη του έννοια. Αφορούσε κατά κύριο λόγω την αναπτυξιακή πολιτική μέσω των δημοσίων υποδομών (θα χρησιμοποιήσω τον αγγλικό ρόλο που αποδίδει καλύτερα, το development) και για αυτό ακριβός τον σκοπό ο καταρτισμός του προϋπολογισμού γινόταν από το Γραφείο Προγραμματισμού.

Η κατάρτιση του προϋπολογισμού ορθώς, και με βάση τις ευρωπαϊκές απαιτήσεις, έχει μεταφερθεί στο ΥΠΟΙΚ. Επίσης η σύγχρονη έννοια του στρατηγικού σχεδιασμού έχει να κάνει όχι μόνο με τις δημόσιες αναπτυξιακές δαπάνες για υποδομές, αλλά με σημαντικές μεταρρυθμίσεις, νομοθετήματα, απλοποιήσεις διαδικασιών. Χρειάζεται ένας ολιστικός στρατηγικός σχεδιασμός με όραμα και ταυτότητα, και όχι μόνο παλαιού τύπου Κευνσιανός σχεδιασμός ανάπτυξης έργων υποδομών.

Είναι γι΄αυτό που και το ΓΠ με τις αλλαγές που έγιναν μετατράπηκε σε ΓΔ ΕΠΣΑ, και πιστεύω ότι αποτελεί πρόκληση η αλλαγή της ταυτότητας του με ανάληψη περισσότερων πρωτοβουλιών τόσον όσον αφορά τον συντονισμό όσο και το μεταρρυθμιστικό πλαίσιο της κυβερνητικής πολιτικής. Είναι κάτι που θα συζητήσω μαζί τους το επόμενο διάστημα.

Κατ’ επέκταση ο στρατηγικός σχεδιασμός δεν μπορεί πλέον να αποτελεί μια τεχνοκρατική διεργασία. Πρέπει να αντικατοπτρίζει και το πολιτικό όραμα μιας διακυβέρνησης που εκλέχθηκε να κυβερνήσει για να το εφαρμόσει. Πρέπει δηλαδή να υπάρχει αυτή η διασύνδεση μεταξύ της ευρύτερης πολιτικής και της τεχνοκρατικής διάστασης, όπως επίσης και η καλύτερη εποπτεία.

Όπως έχω πει έχουν γίνει αρκετά βήματα σε αυτή την κατεύθυνση, ανάλογα φυσικά και με το πως ανταποκρίθηκε το κάθε Υπουργείο στη δημιουργία μονάδων πραγματικού σχεδιασμού. Είναι κάτι φυσικά που χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει τα μέγιστα και να περάσουμε από τη θεωρεία στην πράξη, όπως προϋποθέτει και σταδιακή αλλαγή νοοτροπίας.

  • Μεταρρυθμίσεις στην ΔΥ = μεταρρυθμίσεις ενός ΔΥ

Η μεταρρύθμιση της δημόσιας υπηρεσίας δεν μπορεί να επικεντρώνεται και να εξαντλείται σε ένα νομοσχέδιο, μια τομή, ή μόνο τα θέματα ανθρωπίνου δυναμικού.

Η μεταρρύθμιση της ΔΥ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό σε μεταρρυθμίσεις εντός των Υπουργείων, που είτε αφορούν την ίδια τους τη διάρθρωση, είτε είναι πιο ριζικές και αφορούν την αναδιάρθρωση του ίδιου του κράτους. Έχουμε κάνει μεγάλη πρόοδο σε αυτό τον τομέα αλλά το μεταρρυθμιστικό πλάνο έχει δρόμο να καλύψει τα επόμενα χρόνια. Μεταρρυθμίσεις όπως:

  • Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Αυτό που ουσιαστικά συνεπάγεται είναι μια ριζική μεταρρύθμιση του κεντρικού κράτους και αύξηση στην αποτελεσματικότητα. Ικανοποιείται η αρχή της επικουρικότητας (subsidiarity), ότι τόσο οι αποφάσεις όσο και οι εφαρμογές πολιτικών θα λαμβάνονται όσο πιο κοντά στον πολίτη γίνεται. Θα απελευθερώσει πόρους από το κεντρικό κράτος ούτως ώστε να επικεντρωθεί στον επιτελικό του ρόλο και να εφαρμόσει πολιτική.
  • Οι μεταρρυθμίσεις στο Υπ. Πρόνοιας. Με τη μεταρρύθμιση του ΕΕΕ = αποδοτικότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, ή των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας.
  • Εθνική Φρουρά
  • Δημοσιονομικού πλαισίου
  • Τμήμα Φορολογίας και ΦΠΑ κλπ.

Έχουμε πολιτική ευθύνη οι Υπουργοί να μεταρρυθμίσουμε τα ίδια μας τα Υπουργεία εκεί που χρειάζεται. Η κάθετη μεταρρύθμιση στη δημόσια υπηρεσία εξαρτάται από την επάρκεια και το όραμα της Κυβέρνησης αλλά και του κάθε Υπουργού ξεχωριστά, που ζει τις καθημερινές προκλήσεις και προβλήματα του συστήματος που μπορεί εν κάποιες φορές να είναι αναχρονιστικό και να μην ανταποκρίνεται στους καιρούς.

Φίλες και φίλοι,

Θα μπορούσα να μιλώ για ώρες για τη μεταρρύθμιση του κράτους και της δημόσιας υπηρεσίας. Στη μεταρρύθμιση υπάρχουν δύο τρόποι. Ο ένας είναι το revolution και ο άλλος το evolution. Revolution έγινε ως επί το πλείστων στις χώρες του σοβιετικού μπλοκ που εν μια νυκτή άλλαξαν το σύστημα, το σύνταγμα, τους νόμους, ακόμη και το πολιτικό και υπαλληλικό προσωπικό. Και λόγω της απότομης αλλαγής μπόρεσαν και  έκαναν σημαντικές τομές που για τις άλλες χώρες της Ευρώπης που προσπαθούμε να αλλάξουμε το σύστημα μέσω του evolution χρειάζεται περισσότερος χρόνος, πολιτικές διεργασίες, και πισωγυρίσματα. Κάναμε όμως πολύ σημαντικά βήματα μπροστά τα περασμένα χρόνια και είμαι  βεβαίως ότι τα επόμενα χρόνια θα ολοκληρώσουμε ένα δύσκολο μεταρρυθμιστικό έργο.

Ευχαριστώ για την προσοχή. 

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,