Σύμβαση Δανείου Societe Generale και Καταχρηστικές Ρήτρες – Πρόσφατη Απόφαση

Στις 25 Φεβρουαρίου του 2021 εκδόθηκε η πρώτη και ενδεχομένως, πιο σημαντική απόφαση Δικαστηρίου στην Κύπρο με αιτήτρια την Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή (ΥΠΚ), η οποία αφορά καταχρηστικές ρήτρες στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 177/20. Η υπόθεση, αφορούσε αίτημα της ΥΠΚ για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος του Δικαστηρίου που να διατάσσει την άμεση παύση και η μη επανάληψη χρήσης συγκεκριμένων καταχρηστικών ρητρών οι οποίες χρησιμοποιούνται στα συμβόλαια στεγαστικών δανείων της Societe Generale.

Καταχρηστικές Ρήτρες

Σε συμβάσεις μεταξύ καταναλωτών και επιχειρήσεων ίσχυε ο περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμος του 1996 («Νόμος») ο οποίος αντικαταστάθηκε από τον περί Προστασίας του Καταναλωτή Νόμο του 2021, χωρίς όμως να επηρεάζονται οι ουσιαστικές πρόνοιες αυτού. Επιχείρηση περιλαμβάνει και τράπεζες.

Ο Νόμος αφορά συμβάσεις οι οποίες δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης – δηλαδή όπου αυτές συντάχθηκαν εκ των προτέρων χωρίς ο καταναλωτής να μπορεί να επηρεάσει το περιεχόμενο τους ανεξάρτητα με οποιαδήποτε προσπάθεια του για το σκοπό αυτό.

Καταχρηστική είναι η ρήτρα η οποία παρά την απαίτηση της καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.

Με βάση το άρθρο 6(1) του Νόμου (νέο άρθρο 51(1)), εάν κριθεί μια ρήτρα ότι είναι καταχρηστική αυτή δεν δεσμεύει τον καταναλωτή αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 6(2) (νέο άρθρο 51(2)) η υπόλοιπη σύμβαση εξακολουθεί να τον δεσμεύει εκτός εάν δε δύναται να συνεχίσει να υφίσταται χωρίς την καταχρηστική ρήτρα.

Κάθε ρήτρα μπορεί να κριθεί καταχρηστική στα πλαίσια ατομικής αγωγής και σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) το εθνικό δικαστήριο οφείλει αυτεπάγγελτα να εξετάζει τον καταχρηστικό χαρακτήρα ρητρών μιας σύμβασης.1

Επιπρόσθετα της ατομικής αγωγής, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή έχει τη δυνατότητα με βάση το άρθρο 9 του Νόμου (νέο άρθρο 57(1)(δ) και 62) να εξετάζει την καταχρηστικότητα μιας ρήτρας και εάν θεωρήσει ότι είναι καταχρηστική μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει την έκδοση διατάγματος εναντίον οποιουδήποτε προσώπου το οποίο να διατάσσει τη παύση ή την μη επανάληψη της χρησιμοποίησης της καταχρηστικής ρήτρας και/ή τη λήψη διορθωτικών μέτρων και/ή οποιαδήποτε άλλη ενέργεια που κρίνεται εύλογο ή αναγκαίο υπό τις περιστάσεις.

Η απόφαση

Οι ρήτρες που πρόσβαλε η ΥΠΚ με την απόφαση της αφορούσαν:

  1. Σταδιακή εκταμίευση δανείου ανάλογα με την περίοδο κατασκευαστικών εργασιών ή το κόστος των απαιτούμενων υλικών σύμφωνα με ότι βεβαιώνει ο επιβλέπων αρχιτέκτονας-μηχανικός ή οποιοσδήποτε άλλο πρόσωπο κρίνει κατάλληλο η Τράπεζα.

  2. Έξοδα για πρόωρη αποπληρωμή του δανείου για ποσοστό το οποίο δεν αναφερόταν στη σύμβαση χωρίς να υπάρχει πίνακας χρεώσεων ή τρόπος υπολογισμού.

  3. Χρέωση μετά την επέλευση πταίσματος ή κατά τον τερματισμό οποιουδήποτε τραπεζικού λογαριασμού του οφειλέτη και συμψηφισμός με άλλους λογαριασμούς του.

  4. Όρος ασφάλισης χωρίς προσδιορισμό του ύψους των ασφαλίστρων.

  5. Υποχρέωση καταναλωτή να επιβαρυνθεί με έξοδα δικαιώματα και δαπάνες εκτέλεσης της σύμβασης χωρίς να προσδιορίζονται τα εν λόγω έξοδα.

  6. Όρος που αφορά την αποπληρωμή δανείου όποτε επιθυμεί η τράπεζα, υπερημερία πέραν του 2%, μεταβολή επιτοκίου κατά το δοκούν από την τράπεζα και σύσταση ενεχύρου πάνω σε οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο ανήκει στον οφειλέτη.

  7. Όρο που προέβλεπε ότι η ειδοποίηση μπορούσε να δοθεί στον οφειλέτη με σύνηθες ταχυδρομείο στη διεύθυνση που δηλώνεται στη συμφωνία ή σε νέα διεύθυνση που θα δώσει ο οφειλέτης

Εκτός από την τελευταία ρήτρα, όλες οι υπόλοιπες κρίθηκαν από το Δικαστήριο καταχρηστικές. Το Δικαστήριο όμως, προχωρώντας με την απόφαση του και κάνοντας χρήση του άρθρου 6(2) του Νόμου, αποφάσισε ότι:

«Στην παρούσα περίπτωση, έχω την άποψη, ότι ενόψει της πληθώρας των όρων της σύμβασης που έχουν κριθεί ως καταχρηστικές και/ή αδιαφανείς, θεωρώ ότι η συγκεκριμένη σύμβαση, δεν μπορεί να εξακολουθήσει να ισχύει και να εφαρμόζεται»

Επιπτώσεις της απόφασης σε υφιστάμενες συμβάσεις δανείων με την Societe Generale

Το πρώτο ερώτημα το οποίο προκύπτει είναι ποιες είναι οι επιπτώσεις της απόφασης σε υφιστάμενες συμβάσεις πανομοιότυπων δανείων με τη Societe Generale.

Ως προαναφέρθηκε, η πιο πάνω απόφαση αφορούσε αίτημα για τα συλλογικά συμφέροντα των καταναλωτών αφού καταχωρήθηκε από την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή και όχι από κάποιον καταναλωτή στα πλαίσια ατομικής αγωγής.

Η ατομική και συλλογική αγωγή έχουν διαφορετικό αντικείμενο και διαφορετικές έννομες συνέπειες. Η ατομική αγωγή καταναλωτή με βάση Νόμο, βασίζεται στην αντίληψη ότι ο καταναλωτής βρίσκεται σε ασθενέστερη θέση έναντι του επαγγελματία ενώ το ίδιο δεν ισχύει για την ΥΠΚ η οποία δεν βρίσκεται σε τέτοια θέση.2

Σύμφωνα με την απόφαση Sinues v Caixabank SA (C381/14 and C385/14) του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ο καταναλωτής θα πρέπει να μπορεί να επιλέξει για το κατά πόσο να συμμετάσχει σε συλλογική αγωγή, αφού, εάν το πράξει, υπόκειται σε περιορισμούς συνδεόμενους προς τον προσδιορισμό του αρμοδίου δικαστηρίου και προς τους λόγους που αυτός μπορεί να προβάλει. Επίσης, χάνει τα δικαιώματα που θα του αναγνωρίζονταν στο πλαίσιο ατομικής αγωγής, ήτοι το ότι το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη στα πλαίσια ατομικής αγωγής, το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης του καταναλωτή, καθώς και το δικαίωμα του να παραιτηθεί από τη μη εφαρμογή της καταχρηστικής ρήτρας.3

Από την πιο πάνω υπόθεση προκύπτει ότι ένας καταναλωτής ο οποίος συμβλήθηκε με την Societe Generale με την ίδια σύμβαση θα πρέπει να καταχωρήσει ξεχωριστή αγωγή και να επικαλεστεί την καταχρηστικότητα των ίδιων ρητρών. Μάλιστα, έχει αποφασιστεί από το ΔΕΕ σε ξεχωριστές αποφάσεις ότι έστω και εάν δεν επικαλεστεί αυτή την καταχρηστικότητα, το εθνικό Δικαστήριο οφείλει αυτεπάγγελτα να αναγνωρίσει ότι οι ρήτρες της συλλογικής απόφασης δεν δεσμεύουν τον καταναλωτή4 αλλά τον τελευταίο λόγο τον έχει ο καταναλωτής ο οποίος (για δικούς του λόγους) μπορεί να παραιτηθεί το δικαιώματος του να κηρυχθούν οι ρήτρες αυτές καταχρηστικές.5

Επιπτώσεις της απόφασης σε παρόμοιους καταχρηστικούς όρους δανείων άλλων τραπεζών

Στην Κύπρο δεν υπάρχει νομοθεσία που να επιβάλλει ότι, όταν κριθεί καταχρηστική μια ρήτρα σε σχέση με μια επιχείρηση, έχει τις ίδιες συνέπειες και για παρόμοιες ρήτρες που έχει άλλη επιχείρηση. Εάν υπήρχε τέτοια νομοθετική πρόνοια θα ήταν δυνατή η κατηγοριοποίηση οποιωνδήποτε τέτοιων ρητρών ως καταχρηστική δεδομένου ότι η τράπεζα που δεν ήταν μέρος της συλλογικής προσφυγής, είχε δικαίωμα να προσβάλει το αποτέλεσμα σε σχέση με τις δικές της ρήτρες ως προς την ισοδυναμία τους και τα αποτελέσματα προς τους καταναλωτές σε σχέση με τις υπό εξέταση ρήτρες.6

Ελλείψει τέτοιας νομοθετικής πρόνοιας, δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε επιπτώσεις της απόφασης αυτής σε άλλες παρόμοιες ρήτρες άλλων τραπεζών και θα πρέπει σε κάθε περίπτωση όπου επικαλείται κάποιος καταναλωτής καταχρηστικότητα σε σχέση με παρόμοιες ρήτρες άλλων τραπεζών να αποδείξει την καταχρηστικότητα τους.

Είναι η απόφαση ορθή;

Η απόφαση είναι ορθή ως προς το εύρημα ότι οι πιο πάνω ρήτρες είναι καταχρηστικές.

Θεωρώ όμως ότι το Δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο και να ακυρώσει τη σύμβαση. Η ακύρωση μιας σύμβασης είναι θέμα ατομικής αγωγής και όχι συλλογικής. Η συλλογική αγωγή σκοπεί στο να προστατεύσει καταναλωτές από καταχρηστικές ρήτρες εμποδίζοντας τις επιχειρήσεις από το να τις χρησιμοποιούν στις συμβάσεις τους. Η ακύρωση σύμβασης δανείου προβλέπεται στα πλαίσια ατομικής αγωγής μόνο και εν πάση περιπτώσει είναι ένα πολύ ακραίο μέτρο το οποίο σπάνια πρέπει να χρησιμοποιείται. Αυτό διότι, σύμφωνα με το ΔΕΕ, τέτοια ακύρωση δυνατόν να έχει ως συνέπεια να καταστεί αμέσως απαιτητό το υπολειπόμενο οφειλόμενο ποσό του δανείου, σε έκταση η οποία ενδέχεται να υπερβαίνει τις οικονομικές δυνατότητες του καταναλωτή και, ως εκ τούτου, θα λειτουργούσε περισσότερο ως τιμωρία του τελευταίου παρά του δανειστή ο οποίος, συνακόλουθα, δεν θα είχε κίνητρο να αποφεύγει την εισαγωγή τέτοιων ρητρών στις συμβάσεις που προτείνει.7

Το παρόν άρθρο είναι συγχρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του ConsumerProgramme (2014-2020).

1 Nemzeti v Inviterl C-472/10

2 Sinues v Caixabank SA (C381/14 and C385/14)

3 Sinues v Caixabank SA (C381/14 and C385/14

4 Nemzeti v Inviterl C-472/10

5 Banco Espanol de Credito SA v Camino C-618/10΄ Dzibak v Raiffeisen Bank International AG C-260/18

6 Gorniczej v Prezes Uzedu Ochrony Konkurenji C-119-15

7 Kásler και Káslerné Rábai, C26/13EU:C:2014:282, σκέψεις 83 και 84 Abanca Corporación Bancaria και Bankia, C-70/17 και C-179/17EU:C:2019:250, σκέψη 58

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,