Ratio decidendi ή Υπεροχή του Κοινοτικού Δικαίου: Το δίλημμα των Πρωτόδικων Δικαστηρίων

Είναι πλέον καλά εδραιωμένη ως θεμελιώδης αρχή της ενωσιακής έννομης τάξης, «η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου», σύμφωνα με την οποία το ευρωπαϊκό δίκαιο υπερισχύει του εθνικού δικαίου των κρατών μελών (ακόμη και του Συντάγματος αυτών). Ως εκ τούτου, τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένης ασφαλώς και της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν μπορούν να εφαρμόσουν εθνικό κανόνα που αντιβαίνει στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Αξίζει δε να υπομνησθεί ότι η αρχή αυτή αποτελεί επιτακτική υποχρέωση όχι μόνο για τις εθνικές κυβερνήσεις αλλά και για τα εθνικά δικαστήρια και τις εκάστοτε διοικητικές αρχές των κρατών μελών.

Στην θεωρία, η αρχή αυτή φαντάζει ως «δεδομένη» υπό την έννοια ότι δεν δύναται να τύχει οποιασδήποτε αμφισβήτησης. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που με απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί τελεσιδίκως, ως προς μία νομική κατάσταση, η οποία όμως ευρίσκεται σε αντίθεση με το δίκαιο της ένωσης; Πως αντιδρά ο πρωτόδικος εθνικός Δικαστής, όταν το επίδικο θέμα που έχει αχθεί ενώπιον του, έχει κριθεί, κατά τελεσίδικο τρόπο από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αποφάσεις του οποίου αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο για το ίδιο, σύμφωνα με την ιεραρχία των Δικαστηρίων;

Σαφώς δεν θα έπρεπε να χωρεί αμφισβήτησης, ότι η αρχή της υπεροχής επιτελεί σκοπό άρσης των συγκρούσεων εσωτερικού και κοινοτικού δικαίου, καθώς αναπτύσσει τα έννομα αποτελέσματα της εφόσον υπάρχει σύγκρουση μεταξύ ενός ενωσιακού και ενός εθνικού κανόνα. Στην περίπτωση αυτή, καθιστά αυτοδικαίως ανεφάρμοστους τους προγενέστερους εθνικούς κανόνες και κωλύει την έγκυρη έκδοση αντίθετων εθνικών κανόνων (απόφαση Simmenthal, C-106/77). Βάσει της ανωτέρω αρχής, ο εθνικός δικαστής βαρύνεται με την υποχρέωση να εφαρμόσει στο ακέραιο το κοινοτικό δίκαιο και να προστατέψει τα δικαιώματα που το τελευταίο προσφέρει στους ιδιώτες ως απόρροια του καθήκοντος συνεργασίας(άρθρο 4 παρ.3 ΣΛΕΕ)1, αφήνοντας ανεφάρμοστη κάθε προγενέστερη ή μεταγενέστερη αντίθετη διάταξη του εσωτερικού δικαίου. Εξερχόμενος λοιπόν, του παραδοσιακού του ρόλου, ο εθνικός δικαστής τάσσεται στην υπηρεσία δύο εννόμων τάξεων, της κοινοτικής και της εθνικής, καθώς ελέγχει τον εθνικό νομοθέτη, εκτός από την αντισυνταγματικότητα των νόμων, και για την αντικοινοτικότητά τους. Μάλιστα, σύμφωνα με πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η δικονομική αυτονομία των κρατών μελών υποχωρεί όταν η εφαρμογή της θα οδηγήσει σε σαφή παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου, με την υπεροχή του τελευταίου να καθιστά απαραίτητη την εφαρμογή του.

Παρά την σαφή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εντούτοις, μελέτη της εθνικής μας νομολογίας, αναδεικνύει ότι ο πρωτόδικος Δικαστής, ο οποίος ευλόγως ευρίσκεται προ διλήμματος, ως προς την επίλυση της σύγκρουσης ενωσιακού και εθνικού δικαίου, επιδεικνύει ιδιαίτερη διστακτικότητα ως προς τον τρόπο δράσης του. Με αποτέλεσμα τελικώς, να ακολουθεί τον δρόμο που έχει ήδη χαράξει με σχετική επί του θέματος νομολογία του το Ανώτατο Δικαστήριο, αφήνοντας τελικώς την κρίση αν πρέπει να υπάρξει μεταστροφή της νομολογίας, στο ίδιο το Ανώτατο Δικαστήριο.

Συγκεκριμένα, μέσα από σειρά αποφάσεων τόσο του Διοικητικού Δικαστηρίου όσο και του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δύναται να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι η υπεροχή του Ευρωπαϊκού δικαίου δεν είναι δεδομένη για τα Κυπριακά πρωτόδικα Δικαστήρια, τα οποία διστάζουν να αποστούν από μία πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ακόμα και αν έχουν περίπτωση εφαρμογής ευρωπαϊκού δίκαιο. Τέτοια διστακτικότητα εφαρμογής της αρχής της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου έναντι αποφάσεων του Ανώτατου Δικαστηρίου υπήρξε και πρόσφατα σε αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου με την αιτιολογία ότι το ζήτημα «κρίθηκε κατά τελεσίδικο τρόπο από την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι αποφάσεις του οποίου αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο για το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με την ιεραρχία των Δικαστηρίων».

Με την «ανατρεπτική» θα λέγαμε απόφαση της, η Έντιμη Δικαστής Ζερβού, στην πολύ πρόσφατη υπόθεση αρ. 298/2016, ΧΑΤΖΗΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ v. ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΤΕΧΝΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ, ημερ. 16/06/2021, εφάρμοσε το αυτονόητο: ήτοι την υπεροχή του κοινοτικού δικαίου, χωρίς να αναμένει την αναθεώρηση των τελεσίδικων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου από την ίδια την Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου. Εφαρμόζοντας την αρχή αυτή, το Δικαστήριο δεν δίστασε να αποστεί από τις τελεσίδικες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου, στην βάση ακριβώς των αρχών που καθιερώθηκαν μέσα από τις αποφάσεις του ΔΕΕ.

Το Δικαστήριο, αναφερόμενο συγκεκριμένα στη Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2011) 3 Β Α.Α.Δ. 667, στην οποία κρίθηκε ότι με δεδομένη την ενασχόληση και απόφανση επί του ίδιου θέματος της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεν νοείται οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτήν, παρατήρησε και επισήμανε ότι αυτή (Sigma Radio TV Ltd) δεν αφορούσε σε εφαρμογή κοινοτικού δικαίου στη βάση ευρωπαϊκής Οδηγίας.

Η υπόθεση Χατζησοφοκλέους (ανωτέρω) αφορούσε Κύπρια πολίτη, η οποία έκανε χρήση του δικαιώματος της ελεύθερης διακίνησης και εγκατάστασης εντός της Κοινότητας, ήτοι στην Ελλάδα, από όπου και έλαβε πτυχίο Πολιτικού Μηχανικού. Ερειδόμενη στις διατάξεις τις οδηγίας 2005/36/ΕΚ οι οποίες της απονέμουν «κεκτημένα δικαιώματα» (ως η ίδια η Οδηγία τα αποκαλεί) ζήτησε την απόδοση αυτών. Προσέκρουσε όμως στην αρνητική απάντηση του Ε.Τ.Ε.Κ. το οποίο υπέβαλε ότι η εν λόγω Οδηγία αφορά πολίτες (άλλων) κρατών μελών και δεν τυγχάνει εφαρμογής σε κύπριους πολίτες, επικαλούμενο την πάγια επί του θέματος νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Φλωρίδης2 και Βαρνάβα3).

Στη συγκεκριμένη απόφαση, το Διοικητικό Δικαστήριο επισήμανε, με παραπομπή στη συναφή νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την επιταγή για σύμφωνη προς το ευρωπαϊκό δίκαιο ερμηνεία και εφαρμογή του εθνικού δικαίου από τα Δικαστήρια των Κρατών Μελών.

Όπως αναφέρει και ρητώς το Διοικητικό Δικαστήριο, «βάσει της αρχής της υπεροχής, σε περίπτωση που είναι αδύνατη η σύμφωνη προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ένωσης ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας, το εθνικό δικαστήριο στο οποίο έχει ανατεθεί στο πλαίσιο της αρμοδιότητας του, η εφαρμογή των διατάξεων του δικαίου της Ένωσης έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα τους, αφήνοντας εν ανάγκη αυτεπαγγέλτως ανεφάρμοστη κάθε αντίθετη διάταξη της εθνικής νομοθεσίας, έστω και μεταγενέστερη, χωρίς να υποχρεούται να ζητήσει ή να αναμένει την προηγούμενη εξαφάνιση της είτε διά της νομοθετικής οδού είτε μέσω οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας».

Η απόφαση αυτή συνιστά ύψιστης σημασίας, αφού για πρώτη φορά, κατώτερο Δικαστήριο αποφάσισε να αποστεί από δεσμευτική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διαγιγνώσκοντας το ίδιο την αντίθεση της νομολογίας αυτής με πρόνοιες της εκεί επίδικης ευρωπαϊκής οδηγίας, ως αυτές έχουν ερμηνευτεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτό άλλωστε ευρίσκεται σε πλήρη σύμπνοια και με τις αυστηρές επιταγές που απορρέουν από την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΕΕ, με θεμελιώδη την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου.

1 ΔΕΕ, 34/67, Luck.

2 Φλωρίδης ν. ΕΤΕΚ, Αναθ. Έφεση αρ. 27/2011, ημερ. 3.11.2016.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,