Ήταν Νόμιμη η Δίκη του Ιησού;

Το 2006 είχα δημοσιεύσει μια διάλεξη με τίτλο ‘Ήταν νόμιμη η δίκη του Ιησού;’ στην οποία προέβαινα σε μια εκτίμηση της δικονομικής νομιμότητας της δίκης του Ιησού (με βάση τα γεγονότα ως παρουσιάζονται στα ευαγγέλια) σε συνάρτηση με το εβραϊκό και ρωμαϊκό δίκαιο της εποχής. Μια νομική ανάλυση που προφανώς δεν αφορά την καθαυτό θεολογική πτυχή του θέματος, αλλά ενδεχομένως παρουσιάζει ενδιαφέρον από την άποψη της αξιοποίησης της ιστορίας του δικαίου και συνιστά κατά βάση αυτό που ονομάζουμε ως διανοητική άσκηση. Η μελέτη μου προφανώς δεν υπήρξε η πρώτη επί του ζητήματος, εφόσον στη βιβλιογραφία υπάρχουν σημαντικά συγγράμματα επί του θέματος (βλ. ενδεικτικά Wingo, E., A Lawyer Reviews the Illegal Trial of Jesus, Hattisburg: Wingo Publications, 1954, Bucklin, R., The Legal and Medical Aspects of the Trial and Death of Christ, 1970 (reprint from Medicine, Science and the Law, January, 1970), Greenleaf, S., (ed.), The Testimony of the Evangelists Examined by the Rules of Evidence Administered in Courts of Justice, Newark: Soney & Sage, 1903). Δεν έχω έκτοτε κάτι καινούριο να προσθέσω στο ζήτημα, εντούτοις η αναδημοσίευση της διάλεξης στη Δικαιοσύνη ενδεχομένως να ενδιαφέρει όσους δεν είχαν προηγουμένως την ευκαιρία να διαβάσουν τη διάλεξη στην έντυπη μορφή στην οποία εκδόθηκε.

1. Ποιο Δίκαιο εφαρμοζόταν κατά τη δίκη του Ιησού;

1.1. Το Ταλμούδ

Η δίκη του Ιησού διεπόταν από το lex loci, δηλαδή το δίκαιο που ίσχυε στον τόπο διεξαγωγής της δίκης. Αυτό ήταν το εβραϊκό δίκαιο (Hebrew law), αν και η δίκη του Ιησού διεπόταν υποχρεωτικά και από το ρωμαϊκό δίκαιο λόγω του γεγονότος ότι η Παλαιστίνη είχε καταληφθεί από τους Ρωμαίους το 63 π.Χ και η Ιουδαία είχε αποκτήσει το καθεστώς ρωμαϊκής επαρχίας, κατά τρόπο ώστε να διοικείται από διοικητές τους οποίους απέστελλε η Ρώμη. Αν και η Ρώμη είχε εκ των πραγμάτων την υπέρτατη εξουσία στην περιοχή, παραταύτα είναι γεγονός ότι η Ιουδαία απολάμβανε σημαντικής ανεξαρτησίας και οι δικαστικοί θεσμοί της, όπως το Μεγάλο Συνέδριο, εξακολουθούσαν να διατηρούν τη δικαιοδοσία τους επί αστικών και ποινικών υποθέσεων.

Η δίκη του Ιησού διεξήχθηκε για το λόγο αυτό σε πρώτο στάδιο ενώπιον του Μεγάλου Συνεδρίου, σύμφωνα με το εβραϊκό δίκαιο (για μια εισαγωγή στο δίκαιο της εποχής βλ. Goldin, H., HebrewCriminalLawandProcedure, New York: Twayne Publishers, 1952, Falk, Z., HebrewLawinBiblicalTimes: AnIntroduction, 2nd Edition, Eisenbrauns, 2001). Για να μπορεί επομένως να αξιολογηθεί η νομιμότητα της δίκης του Ιησού θα πρέπει να σκιαγραφηθεί το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης σε παρόμοιες υποθέσεις, σύμφωνα με το εβραϊκό δίκαιο της εποχής, το οποίο περιέχεται στο Ταλμούδ (Talmud). Το Ταλμούδ είναι μια συλλογή νόμων που χωρίζεται στο Mishna, δηλαδή το προφορικό δίκαιο και το Gemara, δηλαδή τον σχολιασμό του δικαίου. Θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το προφορικό δίκαιο είχε δοθεί στον εβραϊκό λαό στο όρος Σινά μαζί με τις δέκα εντολές και συνιστούσε την προφορική επεξήγηση του τρόπου εφαρμογής του γραπτού δικαίου. Με τη μορφή αυτή, το προφορικό δίκαιο διδόταν από γενεά σε γενεά χωρίς να καταγραφεί, κατά τρόπο ώστε, αν και οι αρχές του παρέμεναν οι ίδιες, το δίκαιο να διατηρεί την ευελιξία του και την ικανότητα προσαρμογής στα νέα δεδομένα.

Τελικά το προφορικό δίκαιο καταγράφηκε από τον Ραβίνο Yehudah Hanasi, ο οποίος συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο εξαφάνισης σημαντικών πτυχών του δικαίου, αποφάσισε ότι αυτό θα έπρεπε να καταγραφεί και προέβηκε στη διάκριση μεταξύ του Mishna και του Gemara. Mishna σημαίνει επανάληψη, διότι η μάθηση μπορούσε να αποκτηθεί μόνο μέσα από την επανάληψη των νόμων και χωρίζεται σε έξι βασικά μέρη, έκαστο των οποίων καλύπτει και ένα κρίσιμο τομέα του εβραϊκού δικαίου και συγκεκριμένα:

α) το Zeraim, δηλαδή «η σπορά», που καλύπτει τους κανόνες και νόμους που αφορούν στη γεωργία και στο φαγητό,

β) το Moed, δηλαδή «οι εορτές», που καλύπτει τις τελετές του Σαββάτου και των άλλων εβραϊκών εορτών,

γ) το Nashim, δηλαδή «οι γυναίκες», που καλύπτει όλα τα ζητήματα που αφορούν στις σχέσεις ανδρών και γυναικών, όπως ο γάμος,

δ) το Nezikin, δηλαδή «οι ζημιές», που καλύπτουν τα ζητήματα αστικού και ποινικού δικαίου,

ε) το Kodshim, δηλαδή «τα ιερά πράγματα», που καλύπτουν τους νόμους του Ναού, και

στ) το Taharot, δηλαδή «τα καθαρά πράγματα», που καλύπτουν τους νόμους πνευματικής καθαρότητας και σχετικά με ασθένειες.

Η λέξη Gemara σημαίνει αντίθετα παράδοση και ολοκλήρωση και συνιστά μια συλλογή διάφορων ερμηνευτικών συζητήσεων της Mishna μεταξύ γνωστών ραβίνων, που ολοκληρώνει την κατανόηση του προφορικού δικαίου και επεξηγεί τις αρχές που τέθηκαν με τη Mishna. Στη συνέχεια της μελέτης θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με τον τρόπο απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με το Ταλμούδ.

2.2. Το Μεγάλο Συνέδριο

Το Μεγάλο Συνέδριο ήταν το ανώτατο δικαστήριο των Εβραίων1. Το συγκροτούσαν 71 ισόβια μέλη, τα οποία χωρίζονταν σε τρία επί μέρους τμήματα των 23 μελών, ενώ υπήρχαν και δύο προεδρεύοντες αξιωματούχοι, δηλαδή ο Πρόεδρος και ο Αντιπρόεδρος του Συνεδρίου. Τα μέλη του Συνεδρίου θα έπρεπε να είναι εβραϊκής καταγωγής, να γνωρίζουν καλά τον μωσαϊκό νόμο και να έχουν προηγούμενη δικαστική εμπειρία σε κατώτερα δικαστήρια, να έχουν επαρκείς γλωσσικές και επιστημονικές γνώσεις, να είναι δημοφιλή και ταπεινά, εύμορφα, δυνατά και θαρραλέα. Γίνεται εύκολα κατανοητό ότι το Μεγάλο Συνέδριο αντιστοιχούσε στο Ανώτατο Δικαστήριο της εποχής. Ίσχυαν εξάλλου και θεσμοί εξαίρεσης των μελών του Συνεδρίου, σε περίπτωση που αυτά είχαν συμφέρον ως προς την έκβαση της υπόθεσης ή ήταν συγγενείς του κατηγορουμένου. Δεν υπήρχαν όμως συνήγοροι στη διαδικασία, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να εκπροσωπεί ο ίδιος τον εαυτό του και οι μάρτυρες να συνιστούν ουσιαστικά και τους κατηγόρους.

Το Συνέδριο συνεδρίαζε στην Ιερουσαλήμ, στην αίθουσα του Liscat Haggazith, και οι συνεδρίες γίνονταν συνήθως κάθε Δευτέρα και Πέμπτη. Δεν μπορούσε να γίνει συνεδρία το Σάββατο ή σε άλλη μέρα γιορτής, αλλά ούτε και μπορούσε η δίκη να ξεκινήσει την παραμονή του Σαββάτου. Ο τελευταίος αυτός κανόνας οφείλεται στο γεγονός ότι οι δικονομικοί κανόνες απαιτούσαν τη διεξαγωγή της ποινικής δίκης σε περισσότερες από μια ημέρες και κατά συνέπεια αν μια διαδικασία εκκινούσε την παραμονή του Σαββάτου, αυτό θα είχε ως συνέπεια πως η δίκη δεν θα μπορούσε να συνεχιστεί την επομένη ημέρα, δηλαδή το Σάββατο. Επίσης δεν μπορούσε να διεξαχθεί δίκη κατά τη διάρκεια της νύκτας, εφόσον η επισταμένη και προσεκτική εξέταση των θεμάτων της δίκης απαιτούσαν επαρκή φωτισμό, ώστε να αποφεύγονται τυχόν εσφαλμένες κρίσεις από πλευράς του Συνεδρίου. Σημειώνεται εξάλλου ότι η συνήθης διαδικασία απαιτούσε ότι ένας κλητήρας θα ανακοίνωνε στην πόλη ότι ο κατηγορούμενος κατηγορείται για μια συγκεκριμένη κατηγορία και ότι η δίκη του θα διεξαγόταν σε μια συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να προσέλθουν στη δίκη τυχόν μάρτυρες υπεράσπισης του κατηγορουμένου. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν εκ των πραγμάτων απλή ή και σύντομη και δεν μπορούσε κανονικά να ολοκληρωθεί σε μια μόνο ημέρα.

2.3. Διαδικασία

Για να υπάρξει καταδίκη για σοβαρά αδικήματα, έκαστος μάρτυρας όφειλε να δώσει στο Συνέδριο μια πλήρη εικόνα του αδικήματος και τουλάχιστον δύο μάρτυρες θα έπρεπε να βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία μεταξύ τους, διαφορετικά ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να αθωωθεί. Σημειώνεται ότι δεν γινόταν αποδεκτή η αρχή της ενισχυτικής μαρτυρίας ή των συμπληρωματικών μαρτυριών. Δεν μπορούσε δηλαδή ένας μάρτυρας να θέσει ενώπιον του Συνεδρίου ορισμένες παραμέτρους του αδικήματος και ένας άλλος μάρτυρες να συμπληρώσει την εικόνα. Αμφότεροι οι μάρτυρες θα έπρεπε να βρίσκονται σε θέση να παρουσιάσουν στο Συνέδριο πλήρη στοιχεία για όλα τα γεγονότα που συγκροτούν τα συστατικά του αδικήματος. Περιστατική μαρτυρία εξάλλου ή εξ ακοής μαρτυρία θεωρούνταν ως ανεπαρκείς μαρτυρίες και δεν επιτρέπονταν. Θα έπρεπε να υπάρχει άμεση μαρτυρία και μάλιστα μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος είχε προειδοποιηθεί πως οι ενέργειες του συνιστούσαν αδίκημα.

Σημειώνεται στο σημείο αυτό, ότι η ψευδομαρτυρία απαγορευόταν αυστηρά και επέφερε σοβαρές κυρώσεις και για το λόγο αυτό δεν απαιτείτο οι μάρτυρες ή ο κατηγορούμενος να ορκιστούν, διότι η απαγόρευση της ψευδομαρτυρίας προβλεπόταν ρητά στις δέκα εντολές. Εξάλλου ο κατηγορούμενος δεν ήταν υποχρεωμένος να δώσει μαρτυρία και σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να καταδικαστεί στη βάση της δικής του μαρτυρίας. Η εξέταση των μαρτύρων ξεκινούσε με ερωτήσεις που αφορούσαν στον χρόνο και τόπο στον οποίο το αδίκημα έλαβε χώρα, ενώ στη συνέχεια ακολουθούσαν πιο αναλυτικές και εξειδικευμένες ερωτήσεις. Σημειώνεται εξάλλου ότι το σύνολο του μαρτυρικού υλικού αφορούσε σε προφορική μαρτυρία, χωρίς να επιτρέπεται η προσαγωγή ενώπιον του Συνεδρίου οποιωνδήποτε εγγράφων.

Στις δίκες ενώπιον του Συνεδρίου ίσχυε πάντοτε το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και κατά συνέπεια τα μέλη του Συνεδρίου είχαν υποχρέωση να εξαντλήσουν τη μελέτη του μαρτυρικού υλικού προτού καταλήξουν σε οποιαδήποτε, δυσμενή για τον κατηγορούμενο, απόφαση. Για την επίτευξη απαρτίας σε ποινικές υποθέσεις ήταν απαραίτητη η παρουσία 23 μελών του Συνεδρίου. Η αθώωση του κατηγορουμένου επερχόταν εφόσον υπήρχε πλειοψηφία μιας αθωωτικής ψήφου, ενώ για την καταδίκη ήταν απαραίτητη η πλειοψηφία δύο καταδικαστικών ψήφων. Σε περίπτωση μη επίτευξης της απαιτούμενης πλειοψηφίας, ο κατηγορούμενος αθωωνόταν. Αντίθετα, στις περιπτώσεις που είχε επιτευχθεί η απαιτούμενη πλειοψηφία, το Συνέδριο ανέβαλλε τη συνεδρία για μια μέρα, κατά τη διάρκεια της οποίας επανεξέταζε το μαρτυρικό υλικό και κατά τη νέα συνεδρία διεξαγόταν εκ νέου ψηφοφορία. Στη δεύτερη αυτή ψηφοφορία, όσοι είχαν ψηφίσει αθωωτικά για τον κατηγορούμενο, δεν δικαιούνταν να μεταβάλουν την ψήφο τους, ενώ όσοι είχαν ψηφίσει καταδικαστικά δικαιούνταν να μεταβάλουν την ψήφο τους σε αθωωτική. Σημειώνεται εξάλλου το ιδιόμορφο δικονομικό έθιμο, σύμφωνα με το οποίο, τυχόν ομόφωνη απόφαση του Συνεδρίου για καταδίκη του κατηγορουμένου, οδηγούσε στην αθώωσή του, εφόσον θεωρείτο πως σε ένα παρόμοιο ενδεχόμενο το δικαστήριο είχε αποδειχθεί ανίκανο των περιστάσεων.

Σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης, το Συνέδριο επέβαλλε την ποινή, η οποία και επιβαλλόταν άμεσα χωρίς αναστολή και χωρίς δικαίωμα έφεσης. Γεγονός είναι πάντως ότι το Συνέδριο δεν θεωρείτο από τους νομομαθείς της εποχής ως δικαστικό όργανο που να υποστήριζε την καταδίκη σε θάνατο. Για το λόγο αυτό είχε εκφραστεί η άποψη ότι αν υπήρχαν περισσότερες από μια καταδίκες σε θάνατο κάθε εβδομήντα χρόνια, τότε το δικαστήριο θα έπρεπε να χαρακτηριστεί ως «δολοφονικό δικαστήριο»2.

2.4. Η Επίδραση του Ρωμαϊκού Δικαίου

Αν και είναι γεγονός ότι η Ρώμη είχε παραχωρήσει σημαντική δικαστική ανεξαρτησία στις τοπικές αρχές, παραταύτα δεν υπήρχε δυνατότητα επιβολής της θανατικής ποινής από το Συνέδριο, χωρίς έγκριση του Ρωμαίου διοικητή της Ιερουσαλήμ. Ο Ρωμαίος διοικητής είχε την εξουσία να εφαρμόσει είτε το εβραϊκό δίκαιο, είτε και το Ρωμαϊκό δίκαιο, ώστε να καταλήξει κατά πόσο υπήρχε παράβαση του νόμου που να δικαιολογεί την επιβολή της θανατικής ποινής. Είναι προφανές ότι στην περίπτωση του Ιησού δεν εφαρμόστηκε το Ρωμαϊκό δικονομικό δίκαιο και κατά συνέπεια δεν κρίνεται σκόπιμο να αναλυθούν περαιτέρω οι αρχές του δικαίου αυτού στα πλαίσια της μελέτης αυτής.

3. Υπαγωγή των Πραγματικών Γεγονότων της Δίκης

3.1. Η Σύλληψη του Ιησού

Ο Ιησούς συνελήφθη σύμφωνα με τη μαρτυρία των ευαγγελίων, μετά την προσευχή του στη Γεσθημανή, από πλήθος ανθρώπων, οπλισμένων με ξίφη και ρόπαλα, τους οποίους είχαν στείλει οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του Συνεδρίου (Ματθαίου 26, 47 – 56, Μάρκου 14, 43 – 52, Λουκά 22, 47 – 53, Ιωάννου 18, 1 – 11). Μαζί με το πλήθος βρισκόταν και ένας από τους δώδεκα Αποστόλους, τους μαθητές του Ιησού, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο οποίος είχε συμφωνήσει να προδώσει τον Ιησού στους αρχιερείς έναντι τριάντα αργυρίων (Ματθαίου 26, 14 – 16, Μάρκου 14, 10 – 11, Λουκά 22, 3 – 6). Ο Ιούδας, αφού χαιρέτησε τον Ιησού ως διδάσκαλο, ακολούθως τον φίλησε, διότι είχε συμφωνηθεί πως αυτό θα ήταν το συνθηματικό σημάδι με το οποίο θα αναγνωριζόταν ο Ιησούς ώστε να συλληφθεί. Τότε ο Ιησούς είπε στον Ιούδα «Ιούδα, με φίλημα προδίδεις τον Υιό του Ανθρώπου;»

Αφού συνελήφθη ο Ιησούς και δέθηκε, ο Σίμων Πέτρος χτύπησε με ένα μαχαίρι το δούλο του Αρχιερέα, τον Μάλχο, και έκοψε το δεξιό αυτί του, όμως ο Ιησούς τον κάλεσε να βάλει το μαχαίρι πίσω στη θήκη, διότι όλοι όσοι τραβούν μαχαίρια, θα πεθάνουν από αυτά και έκανε την παρατήρηση ότι όσα γίνονται έχουν οριστεί από τον Πατέρα του, ώστε να βγουν αληθινές οι γραφές. Ακολούθως, στρεφόμενος προς το πλήθος, ο Ιησούς είπε: «Ληστής είμαι και βγήκατε να με συλλάβετε με ξίφη και ρόπαλα; Κάθε μέρα καθόμουνα στο ναό και δίδασκα κι όμως δεν με συλλάβατε. Αυτή είναι όμως η ώρα σας, όταν κυριαρχεί το σκοτάδι».

Υπάρχουν ορισμένα σημεία της σύλληψης του Ιησού που θα πρέπει να διευκρινιστούν προτού πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε νομική ανάλυση. Για ποιο λόγο επιλέγηκε η νύχτα για να πραγματοποιηθεί η σύλληψη του Ιησού και δεν συνελήφθη αυτός όταν καθόταν στο ναό και δίδασκε, σχεδόν καθημερινά, ένα σημείο που σχολίασε και ο ίδιος ο Ιησούς; Γιατί χρειαζόταν να τον φιλήσει ο Ιούδας, ώστε να τον αναγνωρίσουν; Δεν γνώριζε το πλήθος ποιος ήταν ο Ιησούς;

Η ερμηνεία που προκύπτει μέσα από τη μελέτη των ευαγγελίων είναι η ακόλουθη: οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του Συνεδρίου είχαν συναχθεί στο παλάτι του αρχιερέα Καϊάφα και αποφάσισαν ότι ο Ιησούς είχε γίνει υπερβολικά επικίνδυνος και ότι έπρεπε να συλληφθεί και να θανατωθεί. Η απόφαση αυτή λήφθηκε ενόψει και του συνεχιζόμενου κηρύγματος του Ιησού κατά των γραμματέων και των φαρισαίων, η οποία εύλογα είχε ανησυχήσει τους αξιωματούχους αυτούς, οι οποίοι θεωρούσαν τον Ιησού ως απειλή λόγω της απήχησης που είχε στο λαό (Ματθαίου 23, 13 – 33, Μάρκου 12, 38 – 40, Λουκά 11, 37 – 54, 16, 14 – 18, Ιωάννου 11, 45 – 53). Το ευαγγέλιο του Ιωάννου αναφέρει ότι οι αρχιερείς κατέληξαν πως αν αφεθεί ο Ιησούς να συνεχίσει το κήρυγμά του, τότε είναι πολύ πιθανόν ότι θα πίστευαν ολοένα και περισσότεροι σε αυτόν, ώστε να υπάρχει κίνδυνος επέμβασης των Ρωμαίων, κατά τρόπο που να καταστραφεί ο ναός και ο λαός. Ο ίδιος ο αρχιερέας, ο Καϊάφας, δεν δίστασε να συμπεράνει ότι ήταν απαραίτητο να πεθάνει ένας άνθρωπος, ώστε να μην αφανιστεί ολόκληρος ο λαός εξαιτίας του ανθρώπου αυτού.

Ο κίνδυνος να ξεσηκωθεί ο λαός φαίνεται ότι αποτέλεσε και τον λόγο για τον οποίο τα μέλη του Συνεδρίου δίσταζαν να συλλάβουν τον Ιησού κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν και δίδασκε (Ματθαίου 26, 1 – 5, Μάρκου 14, 1 – 2, Λουκά 22, 1 – 2, Ιωάννου 11, 45 – 53). Με δεδομένο ότι τον Ιησού ακολουθούσε πλήθος από μαθητές, καθίσταται ευνόητο ότι κατά τη διάρκεια της ημέρας, ο κίνδυνος αντίστασης ήταν έντονος. Γεγονός είναι εξάλλου ότι και σε προηγούμενο χρονικό σημείο είχαν αποσταλεί από τους αρχιερείς οι φρουροί του ναού για να συλλάβουν τον Ιησού (Ιωάννου 7, 32 – 36), αλλά αυτό δεν έγινε κατορθωτό, λόγω πιθανώς των αντιδράσεων του πλήθους και του γεγονότος ότι δεν υπήρχε πρόσωπο που να ήταν διατεθειμένο να μαρτυρήσει και να καταγγείλει τον Ιησού. Η προδοσία του Ιούδα λειτούργησε επομένως σε δύο επίπεδα: από τη μια αποτέλεσε βασικό μάρτυρα και κατήγορο κατά του Ιησού και από την άλλη αποκάλυψε την τοποθεσία στην οποία βρισκόταν ο Ιησούς το βράδυ, δείχνοντας στους στρατιώτες ποιος ήταν ο Ιησούς. Με δεδομένο ότι ήταν νύκτα και τα πρόσωπα δεν φαίνονταν με σαφήνεια, το φίλημα του Ιούδα αποτελούσε μια σίγουρη μέθοδο για να γνωρίζουν οι στρατιώτες ποιος ήταν ο Ιησούς.

3.2. Ο Ιησούς ενώπιον του Συνεδρίου

Μετά τη σύλληψη του Ιησού, αυτός οδηγήθηκε ενώπιον του αρχιερέα Καϊάφα, ενώ σύντομα συγκεντρώθηκαν και τα υπόλοιπα μέλη του Συνεδρίου. Ενώπιον του Συνεδρίου παρουσιάστηκαν μάρτυρες, η μαρτυρία όμως των οποίων δεν στάθηκε ικανή να οδηγήσει στην καταδίκη του Ιησού, διότι οι μαρτυρίες ήταν αντιφατικές και αποδεικνύονταν επομένως ψεύτικες. Ώσπου παρουσιάστηκαν μάρτυρες, οι οποίοι είπαν ότι ο Ιησούς είχε αναφέρει πως μπορεί να γκρεμίσει το ναό του Θεού και μέσα σε τρεις μέρες να τον ξαναχτίσει. Τότε ο αρχιερέας στράφηκε προς τον Ιησού και τον κάλεσε να αποκριθεί σε αυτά που τον κατηγορούν και όταν ο τελευταίος παρέμενε σιωπηλός, τον ρώτησε αν είναι ο Μεσσίας, ο Υιός του Θεού. Και τότε ο Ιησούς επιβεβαίωσε ότι είναι ο Υιός του Θεού και ότι σύντομα ο Υιός του Ανθρώπου θα καθήσει στα δεξιά του Θεού. Ενόψει της απάντησης αυτής, ο αρχιερέας διέρρηξε τα ιμάτιά του από αγανάκτηση και κατέληξε πως ο Ιησούς είχε διαπράξει βλασφημία και πλέον δεν υπήρχε ανάγκη μαρτύρων, μια και ο ίδιος ο Ιησούς είχε επιβεβαιώσει τη βλασφημία με τα λόγια του (Ματθαίου 26, 57 – 68, Μάρκου 14, 53 – 65, Λουκά 22, 54 – 55, 63 – 71, Ιωάννου 18, 12 – 14, 19 – 24).

Τότε, και με συνοπτική διαδικασία, το Συνέδριο έλαβε απόφαση ότι ο Ιησούς ήταν ένοχος και ότι θα έπρεπε να θανατωθεί, ενώ τα μέλη του Συνεδρίου άρχισαν να τον χτυπούν και να τον φτύνουν στο πρόσωπο. Μόλις ξημέρωσε οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι του Συνεδρίου επιβεβαίωσαν την απόφασή τους να καταδικάσουν τον Ιησού σε θάνατο (Ματθαίου 27, 1 – 2).

Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι ο Ιωάννης αναφέρει πως ο Ιησούς οδηγήθηκε πρώτα ενώπιον του Άννα, ο οποίος ακολούθως έστειλε τον Ιησού στον αρχιερέα Καϊάφα. Ο Άννας ήταν πεθερός του Καϊάφα και είχε διατελέσει και ο ίδιος αρχιερέας για περίπου εννέα έτη, από το 6 έως το 15 μ.Χ και διατηρούσε και ο ίδιος τον τίτλο του αρχιερέα. Φαίνεται ότι ο Άννας εξακολουθούσε όμως, παρά την απώλεια του αξιώματος, να διατηρεί σημαντική εξουσία και να επηρεάζει και να καθοδηγεί τις αποφάσεις του γαμπρού του. Σημειώνεται εξάλλου ότι η αναφορά του Ιησού στη δυνατότητα να γκρεμιστεί ο ναός του Θεού και μέσα σε τρεις μέρες να ξαναχτιστεί, αναφερόταν στο ίδιο το σώμα του και όχι στον ναό των Ιουδαίων. Ουσιαστικά με την αναφορά στη δυνατότητα να ξαναχτιστεί ο ναός του Θεού σε τρεις μέρες, ο Ιησούς αναφερόταν στην επικείμενη ανάστασή του, που θα επακολουθούσε το θάνατό του.

3.3. Ο Ιησούς ενώπιον των Ρωμαίων

Με δεδομένο, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ότι η εξουσία για επιβολή της θανατικής ποινής ανήκε στους Ρωμαίους και όχι στο Συνέδριο, τα μέλη του Συνεδρίου παρέδωσαν αμέσως τον Ιησού στο Ρωμαίο διοικητή της Ιουδαίας, τον Πόντιο Πιλάτο, ο οποίος είχε την ιδιότητα του εκπροσώπου του Ρωμαίου αυτοκράτορα Τιβερίου, στον οποίο ήταν και υπόλογος. Ο Πιλάτος ρώτησε τον Ιησού αν είναι ο βασιλιάς των Ιουδαίων και όταν αυτός το επιβεβαίωσε, οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι άρχισαν να τον κατηγορούν, χωρίς όμως αυτός να αποκρίνεται, γεγονός που παραξένεψε τον Πιλάτο. (Ματθαίου 27, 11 – 14, Μάρκου 15, 2 – 5, Λουκά 23, 1 – 3)

Φαίνεται ότι ο Πιλάτος δεν θεωρούσε πως οι κατηγορίες εναντίον του Ιησού ήταν επαρκείς για να τεκμηριώσουν την καταδίκη του σε θάνατο. Άλλωστε η κατηγορία της βλασφημίας ελάχιστα ενδιέφερε τους Ρωμαίους και ήταν εμφανές πως ο Ιησούς δεν υποστήριζε πως ήταν βασιλιάς με την επίγεια έννοια του όρου. Μάλιστα, ο Ιησούς είχε στο παρελθόν αποκριθεί στο ερώτημα των Φαρισαίων, κατά πόσο θα έπρεπε να πληρώνουν φόρο στον αυτοκράτορα, ότι αυτοί θα έπρεπε να δίδουν στον αυτοκράτορα αυτά που του ανήκουν, δηλαδή τους φόρους και στο Θεό αυτά που ανήκουν στο Θεό. Τότε ο Πιλάτος, σε μια προσπάθεια να επιμεριστεί την ευθύνη, έστειλε τον Ιησού στον Ηρώδη Αντύπα, τον Τετράρχη της Γαλιλαίας από την οποία καταγόταν ο Ιησούς. Όμως ο Ηρώδης, όταν δεν έλαβε οποιαδήποτε απάντηση στις ερωτήσεις του προς τον Ιησού, τον εξευτέλισε και αφού τον έντυσε με μια μεγαλοπρεπή κοροϊδευτική στολή, τον απέστειλε πίσω στον Πιλάτο, ο οποίος ανακοίνωσε τότε στους αρχιερείς ότι δεν άκουσε ο,τιδήποτε που να δικαιολογεί την καταδίκη του Ιησού σε θάνατο.

Τότε οι Ιουδαίοι απάντησαν στον Πιλάτο, ότι ο Ιησούς θα πρέπει να θανατωθεί διότι αναστατώνει τα πλήθη με τη διδασκαλία του και διδάσκει ότι είναι Υιός του Θεού και εφόσον ισχυρίζεται ότι είναι βασιλιάς των Ιουδαίων δεν μπορεί να είναι φίλος του αυτοκράτορα, διότι όποιος αναγάγει τον εαυτό του σε βασιλιά είναι εκ των πραγμάτων εχθρός του αυτοκράτορα (Ιωάννη 19, 8 – 12).

Ο Πιλάτος τότε συγκέντρωσε το πλήθος και αποφάσισε να εφαρμόσει το πασχαλινό έθιμο να απελευθερώσει ένα φυλακισμένο που θα του ζητούσε ο λαός. Και κάλεσε το λαό να αποφασίσει αν επιθυμούσε να ελευθερώσει ένα διαβόητο φυλακισμένο εν ονόματι Βαρραβά ή αν επιθυμούσε να ελευθερώσει τον Ιησού. Το πλήθος όμως επέλεξε να ελευθερώσει τον Βαρραβά και ζητούσε τη σταύρωση του Ιησού. Στο σημείο αυτό, ο Πιλάτος έπλυνε τα χέρια του με νερό, πραγματοποιώντας με τον τρόπο αυτό μια συμβολική κίνηση που δήλωνε πως αυτός είναι καθαρός και αθώος για το αίμα που πρόκειται να χυθεί και έδωσε την εντολή να σταυρωθεί ο Ιησούς (Ματθαίου 27, 15 – 26, Μάρκου 15, 6 – 15, Λουκά 23, 17 – 25, Ιωάννου 18, 39 – 40). Σημειώνεται ότι η σταύρωση ήταν ρωμαϊκός τρόπος θανάτωσης των καταδικασθέντων, ενώ αντίθετα το εβραϊκό δίκαιο προέβλεπε για θανάτωση των καταδικασθέντων μέσω κυρίως του λιθοβολισμού, αλλά επιπλέον του αποκεφαλισμού, του στραγγαλισμού και της θέσης του καταδικασθέντα στην πυρά.

4. Νομική Αξιολόγηση της Δίκης του Ιησού

4.1. Η Σύλληψη του Ιησού

Η σύλληψη του Ιησού, όπως και η δίκη του, αποτέλεσε την αντίδραση των αρχιερέων απέναντι στον κίνδυνο αναταραχής των δομών και υπόσκαψης της εξουσίας τους, γεγονός που ενδεχομένως να επέφερε, σύμφωνα με το σκεπτικό των αρχιερέων, και την επέμβαση της Ρώμης, ώστε να αποκατασταθεί το status quo. Ο Ιησούς συνελήφθη διότι το κήρυγμα του είχε απήχηση και για το λόγο αυτό θεωρήθηκε ως επικίνδυνο. Είναι προφανές όμως, ότι ανεξάρτητα από τα αίτια που οδήγησαν σε αυτή, η σύλληψη του Ιησού ελάχιστη σχέση είχε με τις θεμελιώδεις αρχές δικαιοσύνης που διείπαν το εβραϊκό δίκαιο. Καμιά κατηγορία δεν είχε έλθει ενώπιον του Συνεδρίου που να δικαιολογεί τη σύλληψη του Ιησού. Πράγματι, η πρώτη φορά που αναγγέλθηκε κατηγορία εναντίον του Ιησού ήταν κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Καϊάφα. Δεν είχε επομένως ακολουθηθεί η δικονομικά προβλεπόμενη διαδικασία για να δικαιολογείται η σύλληψη προσώπου. Αντιθέτως, είναι εμφανές ότι η σύλληψη του Ιησού ήταν επιθυμία του ιδίου του Συνεδρίου και μάλιστα μετά από εντολή του αρχιερέα του Συνεδρίου, ο οποίος είχε καθορίσει ουσιαστικά εκ των προτέρων και το αποτέλεσμα της δίκης, προαναγγέλοντας το θάνατο του Ιησού και καθιστώντας επομένως την επακόλουθη δίκη επιβεβαιωτική της ήδη ληφθείσας απόφασης για καταδίκη του Ιησού σε θάνατο.

Είναι εμφανές πάντως ότι ακόμα και να μην υπήρχαν οι προηγούμενες ενέργειες του Συνεδρίου για επιδίωξη της σύλληψης του Ιησού, εκ των πραγμάτων, όταν οι δικαστές είναι ταυτόχρονα και κατήγοροι, η δικαστική αμεροληψία περιορίζεται ανεπανόρθωτα με αποτέλεσμα την αδυναμία διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Για το λόγο αυτό, το Συνέδριο δεν είχε νόμιμα εξουσία για να εκκινεί διαδικασίες, εκτός αν υπήρχαν συγκεκριμένες καταγγελίες ενώπιόν του, τις οποίες και όφειλε να διερευνήσει. Το γεγονός ότι η σύλληψη έγινε ουσιαστικά από όχλο και όχι από οργανωμένη φρουρά, επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η σύλληψη του Ιησού ήταν παράνομη. Στο ίδιο συμπέρασμα συνηγορεί και το γεγονός ότι η σύλληψη πραγματοποιήθηκε όχι απλώς κατά τη διάρκεια της νύχτας, ένα γεγονός που δεν ήταν νόμιμα επιτρεπτό, αλλά και μετά από τη μαρτυρία ενός προδότη, ο οποίος είχε κατά συνέπεια παραβεί τον Ιουδαϊκό νόμο με τη συμπεριφορά του αυτή.

Δεν υπάρχει επομένως οποιαδήποτε αμφιβολία, ότι η σύλληψη του Ιησού έγινε κατά παράβαση θεμελιωδών δικονομικών αρχών του εβραϊκού δικαίου.

4.2. Ο Ιησούς ενώπιον του Συνεδρίου

Τόσο ο χρόνος, όσο και ο χώρος στον οποίο διεξήχθη η δίκη του Ιησού ήταν αντίθετοι με τις αρχές του εβραϊκού δικαίου. Σύμφωνα με τις αρχές αυτές δεν μπορούσε να διεξαχθεί δίκη τη νύκτα ή την παραμονή του Σαββάτου, εφόσον με τον τρόπο αυτό αποκλειόταν η δυνατότητα αναβολής της δίκης για την επόμενη ημέρα. Πράγματι, η δίκη διεξήχθη ουσιαστικά μέσα σε μια μόνο ημέρα και χωρίς να προηγηθεί η δημόσια ανακοίνωσή της κατά τρόπο ώστε να μπορούν να προσέλθουν ευνοϊκοί για τον κατηγορούμενο μάρτυρες ενώπιον του Συνεδρίου. Η δίκη εξάλλου δεν διεξήχθη στο συνήθη τόπο σύγκλησης του Συνεδρίου, αλλά στο παλάτι του Καϊάφα, ενώ η όλη συμπεριφορά των μελών του Συνεδρίου, περιλαμβανομένων των ραπισμάτων και της κοροϊδίας, φανερώνει ότι η δίκη δεν είχε διεξαχθεί από αμερόληπτο δικαστήριο. Αίσθηση προξενεί εξάλλου η ανάμειξη στη διαδικασία του Άννα, ενός προσώπου που δεν είχε οποιαδήποτε επίσημη σχέση με τη διαδικασία και οπωσδήποτε η μεταφορά του Ιησού ενώπιόν του συνιστούσε μια αδικαιολόγητη νομική παρατυπία.

Παρά τη θεμελιώδη αρχή, σύμφωνα με την οποία ουδείς καταδικάζεται εκτός αν υπάρχει μαρτυρία δύο μαρτύρων που να επιβεβαιώνει τα γεγονότα, στην περίπτωση της δίκης του Ιησού υπήρξαν αντιφατικές μαρτυρίες, ένα γεγονός που από μόνο του θα έπρεπε να είχε οδηγήσει στην ακύρωση της διαδικασίας. Εξάλλου τα λόγια του ιδίου του κατηγορουμένου χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του, αντίθετα προς τις θεμελιώδεις αρχές του εβραϊκού δικαίου, ενώ ήταν εμφανές ότι η εξέταση των μαρτύρων είχε ως μόνο στόχο την καταδίκη του Ιησού και όχι τη διεξαγωγή δίκαιας δίκης. Είναι χαρακτηριστικό ότι καμιά υπεράσπιση δεν επετράπη στον Ιησού, ενώ ο ίδιος ο Αρχιερέας αποφάσισε ότι δεν υπήρχε ανάγκη να εξεταστούν περαιτέρω μάρτυρες ενόψει του πασιφανούς του αδικήματος. Ούτε όμως δόθηκε ο απαιτούμενος χρόνος στο Συνέδριο για να εξετάσει με επάρκεια το μαρτυρικό υλικό ή για να αποφασίσει κατά πόσο υπήρχαν λόγοι μετά την πρώτη ψηφοφορία για μεταβολή των καταδικαστικών ψήφων σε αθωωτικές.

Η παραβίαση των θεμελιωδών δικονομικών αρχών κατά τη διάρκεια της δίκης του Ιησού ενώπιον του Συνεδρίου είναι κατά συνέπεια αδιαμφισβήτητη.

4.3. Ο Ιησούς ενώπιον των Ρωμαίων

Η διαδικασία ενώπιον του Ρωμαίου διοικητή, Ποντίου Πιλάτου, χαρακτηρίστηκε από ένα δικονομικό παράδοξο. Ενώ στη δίκη ενώπιον του Συνεδρίου, ο Ιησούς είχε κατηγορηθεί και καταδικαστεί για βλασφημία, ενώπιον του Πιλάτου, αυτός κατηγορήθηκε για προδοσία έναντι της Ρώμης, πρόκληση αναταραχής στο λαό και για προσβολή του προσώπου του Αυτοκράτορα, ενόψει του ισχυρισμού του ότι είναι βασιλεύς των Ιουδαίων. Η επιλογή των μελών του Συνεδρίου για μεταβολή της κατηγορίας δεν είναι πάντως δυσεξήγητη. Οι Ρωμαίοι ελάχιστο ενδιαφέρον είχαν για εβραϊκά θρησκευτικά αδικήματα, όπως το αδίκημα της βλασφημίας και κατά συνέπεια η κατηγορία εναντίον του Ιησού θα έπρεπε να στηριχθεί σε πολιτειακά αδικήματα, τα οποία θα είχαν ενδιαφέρον για τους Ρωμαίους. Οπωσδήποτε όμως, η επιλογή του Συνεδρίου να μεταβάλει τις κατηγορίες, καθιστούσε εκ των πραγμάτων άνευ αντικειμένου και άκυρη, την διαδικασία ενώπιον του Συνεδρίου, όπως και την απόφαση του Συνεδρίου η οποία στηρίχθηκε σε διαφορετικές κατηγορίες. Η απόφαση του Συνεδρίου αφορούσε στο αδίκημα της βλασφημίας, ενώ αντίθετα η διαδικασία ενώπιον του Πιλάτου αφορούσε σε πολιτειακά αδικήματα και ειδικότερα στον ισχυρισμό του Ιησού ότι είναι βασιλεύς των Ιουδαίων.

Παρά το γεγονός ότι ούτε ο Πιλάτος, αλλά ούτε και ο Ηρώδης Αντύπας πείστηκαν για την ενοχή του Ιησού όμως, η επιμονή των αρχιερέων και η θέληση του πλήθους να καταδικαστεί ο Ιησούς, επικράτησε. Η διαδικασία ενώπιον του Πιλάτου, αν και ουσιαστικά έκρινε τον Ιησού ως αθώο, παραταύτα οδήγησε τελικά στην καταδίκη του Ιησού λόγω της σφοδρότητας των κατηγοριών εναντίον του και της επιθυμίας του πλήθους. Αναμφίβολα, το γεγονός αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η καταδίκη του Ιησού υπήρξε αποτέλεσμα μιας παράνομης διαδικασίας, η οποία ελάχιστη σχέση έχει με τις θεμελιώδεις αρχές του εβραϊκού ή του ρωμαϊκού δικαίου.

1 Για όσα αναφέρονται στην παράγραφο αυτή βλ. ιδιαίτερα Talmoud: Sanhedrin and Moed Katan.

2 Βλ. Mishna Makkos.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: