Η απόφαση για την 56η έδρα

Με σημερινή της απόφαση, η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου αποφάσισε όπως ακυρώσει εκ νέου την ανακήρυξη του Γιώργου Παπαδόπουλου στην 56η έδρα της Βουλής των Αντιπροσώπων. Είναι τέτοια η φύση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου που χρήζει προκαταρκτικού σχολιασμού. 

Το πλαίσιο

Για σκοπούς πλήρους αποκάλυψης, στις πρώτες δύο αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου είχα εκπροσωπήσει διάδικους και ως εκ τούτου είχα προτιμήσει να μην τις σχολιάσω δημοσίως. Δεν είχα οποιαδήποτε συμμετοχή στην παρούσα διαδικασία. Ούτε και άλλωστε είχα ή έχω οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της υπόθεσης. 

Στην πρώτη του απόφαση στη 2/16 το Εκλογοδικείο έκρινε πως δεν υπήρχε νομοθετική εξουσιοδότηση για εφαρμογή κατ’ αναλογία του άρθρου 35 § 1 στην περίπτωση έδρας που κενώνεται πριν την έναρξη της βουλευτικής περιόδου. Το Εκλογοδικείο δεν αμφισβήτησε την κρίση περί ύπαρξης νομοθετικού κενού, αλλά εκείνο που δεν έγινε δεκτό ήταν ο τρόπος με τον οποίο το νομοθετικό αυτό κενό θα μπορούσε να πληρωθεί. Κατά την γνώμη μου εσφαλμένα, διότι η ορθή οδός ήταν η κατ’ αναλογία εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόζεται στην περίπτωση της κένωσης έδρας κατά τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Αλλά δεν θα αναπτύξω το ζήτημα εδώ σε έκταση. Η Βουλή των Αντιπροσώπων, σεβόμενη την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ότι υπήρχε κενό, έσπευσε να το πληρώσει. 

Στη δεύτερη του απόφαση στην 1/17 το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη σε μια καινοτόμα διάκριση, που δεν συναντάται στο Σύνταγμα και αποφάσισε ότι δεν επρόκειτο για κένωση έδρας αλλά για μη καταληφθείσα βουλευτική έδρα και ότι κατά συνέπεια δεν εφαρμόζεται το άρθρο 66 § 2 ή το άρθρο 71 του Συντάγματος. Ανέφερε δε ότι όπου δεν ισχύει η προαναφερόμενη εξαίρεση το Σύνταγμα επιβάλλει την τήρηση της θεμελιώδους δημοκρατικής αρχής, της εκλογής των βουλευτών από το λαό για την κατάληψη και των 56 βουλευτικών εδρών, με ρητή παραπομπή στα άρθρα 65 και 66. Τα άρθρα 65 και 66 του Συντάγματος όμως προβλέπουν τα ακόλουθα: 

ΑΡΘΡΟΝ 65

Η Βουλή των Αντιπροσώπων εκλέγεται διά περίοδον πέντε ετών. Η περίοδος της πρώτης Βουλής των Αντιπροσώπων άρχεται από της ημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος.

Η απερχομένη Βουλή των Αντιπροσώπων συνεχίζει μέχρι της κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου ενάρξεως των εργασιών της νέας Βουλής των Αντιπροσώπων.

ΑΡΘΡΟΝ 66

(1).-Αι γενικαί εκλογαί διά την Βουλήν των Αντιπροσώπων διενεργούνται κατά την δευτέραν Κυριακήν του αμέσως προηγουμένου του καθ’ ον λήγει η περίοδος της απερχομένης Βουλής των Αντιπροσώπων μηνός.

(2).- Κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε το πολύ ημερών από της κενώσεως καθ’ ον τρόπον νόμος ορίζει.

(3).- Εάν η κατά την πρώτην ή δευτέραν παράγραφον του παρόντος άρθρου εκλογή δεν δύναται να διενεργηθεί κατά την καθοριζομένην υπό του Συντάγματος ή συμφώνως τούτω καθορισθείσαν ημερομηνίαν ένεκα εξαιρετικών και απροβλέπτων περιστάσεων, ως σεισμού, πλημμύρας, γενικής επιδημίας και παρομοίων περιστάσεων, διενεργείται την αντίστοιχον ημέραν της επομένης εβδομάδος.

Πουθενά είτε το άρθρο 65, είτε το άρθρο 66 δεν αναφέρονται σε δυνατότητα διεξαγωγής εκλογών πέραν των γενικών εκλογών, με εξαίρεση τις εκλογές που διενεργούνται δυνάμει του άρθρου 66 § 2 του Συντάγματος, το οποίο όμως η Ολομέλεια ρητά ανέφερε στην απόφασή της ότι δεν εφαρμόζεται. Σημειώνω ότι η μοναδική αναφορά στο Σύνταγμα σε δυνατότητα αναπληρωματικής εκλογής υπήρχε στο, πριν από την τροποποίηση άρθρο 66.2Σ, το οποίο προέβλεπε ότι: «κενωθείσα βουλευτική έδρα πληρούται δι’ αναπληρωματικής εκλογής διενεργούμενης εντός προθεσμίας τεσσαράκοντα πέντε το πολύ ημερών από της κενώσεως εις ημερομηνίαν καθοριζομένην υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων». Η διάταξη αυτή δεν υπάρχει βέβαια πλέον στο Σύνταγμα και σε κάθε περίπτωση αναφερόταν μόνο σε αναπληρωματική εκλογή για κενωθείσα βουλευτική έδρα, με την πλειοψηφία να απορρίπτει τόσο την ύπαρξη κενωθείσας έδρας, όσο και την εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 66 § 2 του Συντάγματος. 

Συνεπώς η παραπομπή του Ανώτατου Δικαστηρίου στα άρθρα 65 και 66 του Συντάγματος και ανεφάρμοστη ήταν και εκτός κάθε συνταγματικής λογικής, εφόσον τα άρθρα αυτά αναφέρονται μόνο σε γενικές εκλογές και δεν παρέχουν δυνατότητα διεξαγωγής εκλογών πέραν των γενικών εκλογών. Παρομοίως και το άρθρο 62 του Συντάγματος δεν αναφέρεται σε δυνατότητα διεξαγωγής άλλων εκλογών πέραν των γενικών εκλογών. Το άρθρο 71 το οποίο επίσης παρεμπιπτόντως αναφερόταν στην απόφαση της Ολομέλεια, η απόφαση επίσης το θεωρούσε ανεφάρμοστο και εν πάση περιπτώσει αναφέρεται σε κένωση έδρας και μόνο. Δεν είχε ποτέ βέβαια προηγουμένως αναφερθεί στη νομολογία δυνατότητα αναπληρωματικής εκλογής έξω από τα όρια που το Σύνταγμα προδιαγράφει. Ηαναπληρωματική εκλογή για όσο χρονικό διάστημα αυτή προβλεπόταν στο Σύνταγμα ήταν πάντοτε συνυφασμένη με τις διατάξεις του άρθρου 66 § 2 του Συντάγματος πριν την τροποποίηση. 

Στη βάση επομένως της απόφασης της Ολομέλειας δεν υπήρχε συνταγματικά ανεκτός τρόπος με τον οποίο να μπορούσε να πληρωθεί σύμφωνα με το Σύνταγμα η 56η έδρα. Η Βουλή προσπάθησε να θεραπεύσει την κατάσταση πραγμάτων που δημιούργησε με τις αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο, χωρίς επιτυχία, εφόσον στην 4/18 ο νόμος που ψήφισε κρίθηκε ως αντισυνταγματικός, οπότε έπραξε το μοναδικό που είχε πλέον περιθώριο να πράξει ώστε να θεραπεύσει το ζήτημα: τροποποίησε το Σύνταγμα. 

Η απόφαση στην 1/19

Με την απόφαση στην 1/19 το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε εκ νέου την εκλογή του βουλευτή Παπαδόπουλου στην 56η έδρα της Βουλής των Αντιπροσώπων. Υπάρχουν ορισμένα θεμελιώδη προβλήματα στην απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, τα οποία σταχυολογώ μόνο εδώ, επιφυλασσόμενος να αναπτύξω πιο εκτεταμένα στο μέλλον: 

Α. Το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει πως η τροποποίηση του Συντάγματος θα πρέπει να είναι συμβατή και να μην παραβιάζει το δεδικασμένο των προηγούμενων αποφάσεων. Ανεξαρτήτως αν μπορεί καν να γίνεται λόγος περί παραβίασης του δεδικασμένου σε περιπτώσεις κατά τις οποίες υπήρξε ακύρωση λόγω διαπίστωσης νομοθετικού κενού, όταν η νεότερη απόφαση στηρίζεται στην πλήρωση του κενού, το θέμα αυτό διέπεται από την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Papanicopoulos v. Morphou Co-Operative [1986] 1 CLR 288 στην οποία ο Τριανταφυλλίδης Π. με τη σύμφωνη γνώμη των Λοΐζου, Μαλαχτού, Λώρη, Στυλιανίδη και Κούρρη αποφάσισε ότι (υπογραμμίσεις δικές μου): 

«During the proceedings in Applications Nos. 99/82 and 102/82, which were filed under the provisions of the Debtors Relief (Temporary Provisions) Laws 1979-1985, there were reserved for consideration by this Court, on joint applications by counsel for the parties, identical questions of law as to whether sections 3 and 4 of the Debtors Relief (Temporary Provisions) (Amendment) Law, 1985 (Law 114/85) are unconstitutional as offending against the Separation of Powers between the Legislative Power and the Judicial Power, as offending, moreover, against the principle of equality which is safeguarded by Article 28 of the Constitution, and, also, as infringing vested rights of the appellants.

By means of section 3 of Law 114/85 there was amended the definition of “stricken debtor” in section 2 of the Debtors Relief (Temporary Provisions) Law, 1979 (Law 24/79) and by means of section 4 of Law 114/85 such Law was given retrospective effect as from the 23rd March 1979.

It is useful to note that in Diagoras Development Ltd. v. National Bank of Greece S. A. (Question of Law Reserved No. 218 in respect of which judgment was delivered on the 3rd October 1985 and has not yet been reported) it was held by majority that section 2 of the Debtors Relief (Temporary Provisions) Amendment) Law, 1984 (Law 92/84) was unconstitutional as offending against the Separation of Powers between the Legislative Power and the Judicial Power of the Republic because it was an attempt to interpret by legislation the aforesaid definition of “stricken debtor” in Law 24/79 in a manner reversing the interpretation given to such definition, by the Supreme Court in Evangelou v. Ambizas, (1982) 1 C.L.R. 41.

It was made clear, however, in the judgments delivered in the Diagoras Development Ltd. case, supra, that, had section 2 of Law 92/84 not been an interpretative provision but an amending provision, then it would not have been found to be unconstitutional as offending against the Separation of Powers between the Legislative and the Judicial Powers because it was open to the Legislature to amend the definition of stricken debtor” in section 2 of Law 24/79 in order to alter the meaning which was attributed to such definition in the Evangelou case, supra.

This is what has been done now by means of section 3 of Law 114/85 and I cannot see any reason for holding that the said section 3 amending the definition of “stricken debtor”, in the way in which it has done, offends against the Separation of Powers between the Legislative and the Judicial Powers. In my opinion the Legislature was perfectly entitled to effect such amendment in the exercise of its legislative power under Article 61 of the Constitution». 

Η προαναφερθείσα απόφαση είναι απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και καθ’ όλα δεσμευτική και στην παρούσα υπόθεση. Ουδόλως εξηγήθηκε με ποιον τρόπο ήταν νοητό να τύχει διάκρισης και βεβαίως για να ανατραπεί νομολογία της Πλήρους Ολομέλειας θα πρέπει να τηρούνται οι θεμελιώδεις αρχές που εδώ δεν τηρήθηκαν, εφόσον ούτε καν συζητήθηκε η προγενέστερη δεσμευτική νομολογία. Είναι βέβαια προφανές πως οι αποφάσεις των δικαστηρίων ερμηνεύουν τους νόμους. Δεν κείνται υπεράνω των νόμων. Πολύ περισσότερο δεν βρίσκονται υπεράνω του Συντάγματος. Είναι προκλητικό για ένα δικαστήριο, ακόμα και για το Ανώτατο Δικαστήριο, να διεκδικεί υπεροχή έναντι της νομοθετικής εξουσίας όταν αυτή έχει τροποποιήσει τον υπέρτατο νόμο του κράτους, δηλαδή το Σύνταγμα. 

Β. Το Ανώτατο Δικαστήριο καταλήγει ότι υπήρξε αναδρομικότητα. Αυτό όμως δεν ισχύει. Ως έχει παγίως νομολογηθεί δεν θεωρείται ότι υπάρχει αναδρομικότητα απλώς επειδή η εφαρμογή μιας πράξης εξαρτάται από προηγούμενα γεγονότα (Olga Tingiridou v. The Republic [1987] 3 CLR 1181, Σπύρος Πάττας v. Δημοκρατίας [1989] 3 ΑΑΔ 1887). Η παραχώρηση επομένως δικαιωμάτων ή η επιβολή υποχρεώσεων με αναφορά σε γεγονότα που συνέβηκαν πριν από την ψήφιση του νόμου, δεν καθιστά τη νομοθεσία αναδρομική (Leonidas Hadjimitsis v. The Republic [1988] 3 CLR 896). Αναδρομικότητα υπάρχει μόνο όταν επηρεάζονται δικαιώματα τα οποία έχουν παραχωρηθεί σύμφωνα με το νόμο πριν από την θέση σε ισχύ της νέας νομοθεσίας (Stavros Pavlou v. TheDirector of Inland Revenue [1988] 3 CLR 1125), κάτι που είναι προφανές ότι εν προκειμένω δεν συμβαίνει. Στην παρούσα περίπτωση ο συνταγματικός νομοθέτης προέβλεψε ότι η γενικώς τιθέμενη ρύθμιση με την οποία πληρείται το διαπιστωθέν νομοθετικό κενό και το οποίο ως κρίθηκε από το Εκλογοδικείο δεν μπορούσε να καλυφθεί με αναλογία δικαίου, αλλά μόνο με σαφή περί τούτου νομοθετική εξουσιοδότηση και πρόνοια, εφαρμόζεται αναφορικά με Βουλευτική έδρα η οποία είναι μη καταληφθείσα κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του τροποποιητικού νόμου. Δεν υπήρξε επομένως σκοπός της τροποποιητικής νομοθεσίας να καλύψει την περίοδο προ της θέσπισης της, αλλά την περίοδο μετά την θέσπιση της. Δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικότητας από μόνο το γεγονός ότι η εφαρμογή της νομοθεσίας στηρίζεται σε προηγούμενα γεγονότα δυνάμει και της παγιωμένης νομολογίας περί τούτου του Ανωτάτου Δικαστηρίου. 

Ακόμα και αν γινόταν άλλωστε αναπληρωματική εκλογή (που δεν θα μπορούσε να γίνει στην απουσία αντίστοιχης συνταγματικής ή νομοθετικής διάταξης), η εκλογή μέσω της αναπληρωματικής εκλογής θα αφορούσε την περίοδο μετά την αναπληρωματική εκλογή και όχι προηγουμένως. Δεν θα μπορούσε κάποιος να συμμετάσχει αναδρομικά σε νομοθετήματα. Ευλόγως επομένως η εκλογή γίνεται για το μέλλον και όχι για το παρελθόν. Ακόμα όμως και αν υπήρχε αναδρομικότητα σημειώνουμε ότι η νομική θέση που υιοθέτησε το Δικαστήριο έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην Papanicolopoulos, στην οποία τονίστηκε: 

«Counsel for the appellants has contended, mainly, that the amendment which was effected as aforesaid by section 3 of Law 114/85 is unconstitutional because of the retrospective operation which was given to Law 114/85 by means of its section 4.

When Articles 61 and 82 of the Constitution are read together it becomes clear that a statute is not unconstitutional merely because it has been given retrospective operation, unless it offends against a specific provision of the Constitution excluding retrospectivity, such as, for example, Article 24(3) of the Constitution which excludes the with retrospective effect imposition of taxes, duties or rates and it is useful, to refer, also, in this respect, to the case of The Attorney-General Vernazza, [1960] A.C. 965, 978, which was followed by our Supreme Court in Varnavides v. Ioannou, (1982) 1 C.L.R. 263, 274, a well as to our own case-law such as Liatsos v. Ponirou, (1985) 1 C.L.R. 165, 169 and Ttofis Kyriacou, and Son Ltd., v. Rologis Ltd., (1985) 1 C.L.R. 211, 214.

Moreover, it cannot be said that a statute which is given retrospective effect is unconstitutional merely because it interferes with vested rights (see, inter. alia, in this respect, the Varnavides case, supra and The Republic v. Menelaou, (1982) 3. C.L.R. 419, 429). Also, as it clearly emerges from the judgments delivered in the Diagoras Development Ltd. case, supra, a retrospective statute does not offend against the Separation of Powers between the Legislative Power and the Judicial Power only because, as in the present instance, it retrospectively amends legislation in order to give to a definition n such legislation a meaning other than that which was given to it by judicial interpretation». 

Σαφής επομένως η νομολογία της Πλήρους Ολομέλειας ότι δεν είναι νοητή σε παρόμοιες περιπτώσεις παραπομπή σε ισχυρισμούς για παράβαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών. Αυτό δηλαδή που έπραξε το Δικαστήριο, χωρίς καμιά πειστική αιτιολογία. 

Γ. Οι αρχές ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων τέθηκαν στην θεμελιώδη απόφαση Kyriakides πριν 55 χρόνια και στηρίχθηκαν στη νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ. Μια από τις θεμελιώδεις αυτές αρχές που τα τελευταία χρόνια παραβιάζεται συνεχώς από το Ανώτατο Δικαστήριο προβλέπει ότι: «τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα της νομοθεσίας και όχι με τον σκοπό, την πολιτική ή την σοφία του ή τη συμφωνία του με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τις θεμελιώδεις αρχές διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος». Δεν νοείται έλεγχος συνταγματικότητας συνταγματικής διάταξης ως αντίθετης με αρχές που πηγάζουν από το πνεύμα του Συντάγματος, όπως η αρχή της διάκρισης των εξουσιών ή η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Οι αρχές αυτές αναπτύχθηκαν ακριβώς ως υπόρρητες αρχές του Συντάγματος που διαβάζονται και τυγχάνουν κατανόησης στη βάση των συνταγματικών διατάξεων, εφόσον το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 179 του Συντάγματος. Δεν είναι νοητό να αντίκειται ρητή διάταξη του Συντάγματος σε αρχές του Συντάγματος. Οι αρχές προκύπτουν από το Σύνταγμα και όχι το Σύνταγμα από τις αρχές. 

Ως συνήθιζε να αναφέρει το Ανώτατο Δικαστήριο, με παραπομπή στην αμερικανική αποφαση Tyson & Bro v Banton273 US 418, 445-447:

Θεωρώ ότι η ορθή θέση είναι η αναγνώριση ότι η κρατική νομοθετική εξουσία μπορεί να κάμει ότι θεωρεί πρέπον, εκτός εάν εμποδίζεται από κάποια ρητή απαγόρευση στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών ή της Πολιτείας και ότι τα δικαστήρια θα πρέπει να είναι προσεκτικά να μην επεκτείνουν τέτοιες απαγορεύσεις πέρα από την σαφή έννοιά τους με το να διακρίνουν σε αυτές αντιλήψεις δημόσιας πολιτικής που το συγκεκριμένο δικαστήριο δυνατόν να έχει … … Απέχω πολύ από του να πω ότι θεωρώ αυτόν τον συγκεκριμένο νόμο ως μια σώφρονα και λογική πρόνοια. Αυτό δεν είναι δική μου δουλειά. Αλλά, εάν ο λαός της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, μιλώντας με την εξουσιοδοτημένη φωνή του, λέγει ότι την θέλει, δεν βλέπω οτιδήποτε στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών που να τους εμποδίζει να ικανοποιήσουν την θέλησή τους’.

Δ. Η ουσία είναι πως το Δικαστήριο έκρινε ως αντισυνταγματική μια διάταξη του Συντάγματος. Στο Σύνταγμα όμως δεν προκύπτει συνταγματική υπεροχή των αρχικών άρθρων του Συντάγματος έναντι των τροποποιημένων. Ένας τέτοιος  ισχυρισμός δεν βασίζεται σε καμία αρχή δικαίου. Η τροποποίηση του Συντάγματος δημιουργεί κανόνες δικαίου που δεν είναι βέβαια υποδεέστεροι των υπολοίπων στο Σύνταγμα, το οποίο πρέπει να διαβάζεται ως ενιαίο κείμενο. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Καθηγητή Π.Δ. Δαγτόγλου, «Συνταγματικό Δίκαιο», Σελ. 1479 (§1557α):

«Σωστά το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχθηκε το 1984 την τυπική ισοδυναμία όλων των διατάξεων που περιλαμβάνονται στο Σύνταγμα και την αδυναμία υπάρξεως διατάξεως του Συντάγματος που να είναι ανίσχυρη λόγω αντιθέσεως της προς το αντικείμενο, στο οποίο αναφέρεται, έστω και αν, επί διατάξεως που αφορά ωρισμένο ειδικό θέμα, η σχετική ρύθμιση δεν συμβιβάζεται με άλλες συναφείς διατάξεις ή γενικές αρχές του ίδιου συντάγματος».

Και συνεχίζει:

«Εν όψει δε της τυπικής νομικής ισοδυναμίας όλων των διατάξεων, οι οποίες περιλαμβάνονται στο Σύνταγμα ., δεν μπορεί να υπάρξει διάταξη του Συντάγματος αυτού που να είναι άκυρη ή ανίσχυρη και συνεπώς μη εφαρμόσιμη, λόγω αντιθέσεώς της προς άλλες διατάξεις ή αρχές του ίδιου Συντάγματος».

Η νομολογία για αντισυνταγματικότητα συνταγματικών διατάξεων ανοίγει επικίνδυνες θύρες τόσο για την επικείμενη δικαστηριακή μεταρρύθμιση, όσο και για την λειτουργία της πολιτείας. Αμφισβητεί εξάλλου σαφώς το πρωτείο της αναθεωρητικής νομοθετικής εξουσίας, που είναι το θεμέλιο ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στη νομολογία κρατών όπως η Ελλάδα, η Γερμανία, οι ΗΠΑ και η Γαλλία που αποτελούσαν το θεμέλιο για τη γένεση της συνταγματικής μας νομολογίας για δεκαετίες. Παρέπεμψε σε συγκεκριμένες αποφάσεις που θεώρησε ότι υποστήριζαν την άποψή του ότι θα μπορούσε να υπάρξει έλεγχος αντισυνταγματικότητας συνταγματικών διατάξεων. Οι περιπτώσεις αυτές όμως είναι έτσι κι αλλιώς ακραίες και, ακόμα και αν ήθελε κάποιος να αποδεχθεί την οπτική τους,αναφέρονταν σε κάθε περίπτωση σε abrogation του κράτους δικαίου που εδώ σαφώς δεν υπήρχε. Εδώ η τροποποίηση που έγινε από την Βουλή των Αντιπροσώπων έγινε ακριβώς για να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου και το συνταγματικό κενό που οι ίδιες οι αποφάσεις είχαν προκαλέσει. Οι προηγούμενες αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστηρίου δεν είχαν επιλύσει οριστικά και αμετάκλητα το μέλλον της βουλευτικής έδρας, ως ανέφερε στην 1/19 το Δικαστήριο, εφόσον αντιθέτως εκείνο που καθόρισαν είναι να μην υπάρχει οποιαδήποτε δυνατή λύση για την εκλογή προσώπου στην 56η έδρα. 

Ε. Στη θεμελιώδη απόφαση Γιαννάκης Κουλουντής και άλλος v. Βουλής των Αντιπροσώπων [1997] 1 ΑΑΔ 1026, ο δικαστής Γιώργος Νικολάου, είχε εξηγήσει ορθά στην απόφασή του ότι: 

«Είναι προφανές και δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση ότι η αρχική διάταξη ήταν αρμοσμένη στις ανάγκες του πλειοψηφικού συστήματος εκλογής. Με αποτέλεσμα να προκαλείται ανωμαλία στη λειτουργία του εισαχθέντος από το 1979 αναλογικού συστήματος οσάκις ετίθετο θέμα πλήρωσης κενωθείσας βουλευτικής έδρας. Ενώ η νέα διάταξη προοριζόταν να παράσχει τη δυνατότητα για νομοθετική ρύθμιση που να επιτρέπει την εφαρμογή του αναλογικού και σε αυτή την περίπτωση. Κατ’ ακολουθίαν δημοσιεύτηκε, την 31 Δεκεμβρίου 1996, ο περί Εκλογής Μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος του 1996 (Ν. 118(1)/96) προς επίτευξη αυτού του σκοπού.

Η τροποποίηση έλαβε τη μορφή προσθήκης νέου άρθρου στο βασικό Νόμο (Ν. 72/1979) ως άρθρο 35 – του παλαιού αναριθμημένου ως άρθρου 35Α – το εδάφιο (1) του οποίου προβλέπει για την πλήρωση με ό,τι απαιτεί το αναλογικό, ενώ το εδάφιο (2) προβλέπει ότι όπου καθίσταται αδύνατη η με εκείνο τον τρόπο πλήρωση, διεξάγεται αναπληρωματική εκλογή……….Η υπό εξέταση τροποποίηση του Άρθρου 66.2 του Συντάγματος αποβλέπει ακριβώς στην πραγμάτωση της καθολικότητας αυτού του άξονα στο αναλογικό σύστημα……..Στο αναλογικό σύστημα κυριαρχεί το αποτέλεσμα των γενικών βουλευτικών εκλογών. Το οποίο καθορίζει ποιοί είναι που αμέσως καταλαμβάνουν βουλευτική έδρα και ποιός αργότερα, όπου κενούται έδρα. Δεν παραγνωρίζω ότι στο άρθρο 35(1) του τροποποιηθέντος Νόμου γίνεται, σε σχέση με τη δεύτερη περίπτωση, αναφορά στο πρόσωπο το οποίο “θα εκλεγόταν στις γενικές βουλευτικές εκλογές”. Πρόκειται όμως περί αναφοράς για σκοπούς περιγραφής με σκοπό την αντιδιαστολή προς τους εκλεγέντες με την έννοια, στην περίπτωσή τους, της πρόσκτησης δικαιώματος για την κατάληψη έδρας αμέσως. Η περιγραφή δεν αποβλέπει στον εννοιολογικό χαρακτηρισμό αυτής της πτυχής στη βάση της οποίας, στις γενικές εκλογές, αναδεικνύονται κατά σειρά οι επιλαχόντες. Έτσι είναι που λειτουργεί το σύστημα. Το οποίο, καθώς λέχθηκε στη Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.ά., Εκλογική Αίτηση 1/95 (ανωτέρω), “καθιστά την πολιτική επιλογή κόμματος τον άξονα ….”. Επομένως η αναπληρωματική εκλογή είναι αχρείαστη όπου με το αποτέλεσμα των γενικών βουλευτικών εκλογών παρέχεται η δυνατότητα πλήρωσης κενωθείσας έδρας. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να τίθεται και ζήτημα έκδοσης διατάγματος για αναπληρωματική εκλογή ως προϋπόθεση για το διορισμό Εφόρου Εκλογής όπου η έδρα πληρούται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 35(1) του Νόμου και όχι με αναπληρωματική εκλογή δυνάμει των άρθρων 35(2) και 35Α όπως βέβαια και δυνάμει του Άρθρου 66.3 του Συντάγματος». 

Τα ως άνω αναφερόμενα επιλύουν το ζήτημα με σαφήνεια. Ο άξονας είναι η επιλογή πολιτικού κόμματος. Και η υιοθέτηση του αναλογικού συστήματος εκλογής βουλευτών καθιστά σαφές, ως εξηγεί με ενάργεια ο Νικολάου Δ., ότι στο αναλογικό σύστημα εκλογής, δεν τίθεται ζήτημα αναπληρωματικής εκλογής διότι καθορίζεται από τα ίδια τα αποτελέσματα των εκλογών ο βουλευτής που θα αντικαταστήσει την κενωθείσα βουλευτική έδρα και τούτος δεν είναι άλλος παρά ο επόμενος σε σειρά ψήφων βουλευτής του ίδιου κόμματος ή σχηματισμού στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Δεν υπάρχει επομένως άλλος τρόπος ανάγνωσης των συνταγματικών και νομοθετικών διατάξεων, διότι διαφορετικά θα υπήρχε σαφής παράβαση και του Συντάγματος, ως διαμορφώθηκε μετά την τροποποίηση, αλλά και του σκοπού της Τρίτης Τροποποίησης του Συντάγματος, και της ίδιας της φύσης του αναλογικού συστήματος εκλογής. Η αναπληρωματική εκλογή είναι επιλογή μόνο όταν ο συνήθης τρόπος ρύθμισης του θέματος, ήτοι η εκλογή του επιλαχόντα βουλευτή του ίδιου κόμματος, είναι αδύνατη, π.χ. διότι δεν υπάρχει άλλος βουλευτής. 

Η πλήρωση επομένως της θέσης από τον δεύτερο σε σειρά ψήφων υποψήφιο βουλευτή του κόμματος Αλληλεγγύη στη Λεμεσό ήταν εξ αρχής η μοναδική σύμφωνη με το Σύνταγμα, τη νομοθεσία και το αναλογικό σύστημα εκλογής προσέγγιση και η μοναδική επιλογή που θα σεβόταν την επιλογή των ψηφοφόρων. Η μοναδική επιλογή που βρισκόταν σε συμφωνία με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας που επικαλέστηκε το Δικαστήριο. Οι ψηφοφόροι σε ένα αναλογικό σύστημα εκλογής, ως αυτό που ισχύει σήμερα στη Δημοκρατία, επιλέγουν, εκτός από υποψήφιο, πολιτικό κόμμα και από αυτό το πολιτικό κόμμα προέρχεται ο αναπληρωτής βουλευτής σε περίπτωση που ο πρώτος σε σταυρούς βουλευτής του κόμματος δεν επιθυμεί για οποιοδήποτε λόγο, ως είναι άλλωστε και συνταγματικό του δικαίωμα, να αποδεχθεί την θέση και να προβεί στη διαβεβαίωση δυνάμει του άρθρου 69 του Συντάγματος, ώστε να αναλάβει τα καθήκοντα του. 

Στ. Δεν υπάρχει στην νομική επιστήμη θέμα παραβίασης της νομολογίας περί της αρχής της διάκρισης των εξουσιών από το ίδιο το Σύνταγμα.  Το Σύνταγμα βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας των πηγών δικαίου, ενώ η νομολογία στην βάση της. Επομένως όταν τροποποιείται το Σύνταγμα ακολουθεί και η τροποποίηση της σχετικής νομολογίας. Δεν υπόκειται το Σύνταγμα στη νομολογία, αλλά η νομολογία στο Σύνταγμα. Τη θεμελιώδη αυτή αρχή παρέβη το Ανώτατο Δικαστήριο, κλονίζοντας συθέμελα το συνταγματικό οικοδόμημα που γενιές Κυπρίων δικαστών είχαν περίτεχνα κτίσει μετά την Ibrahim. Η αναφορά από το Δικαστήριο στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας στηρίζεται σε παρερμηνεία των θεμελιωδών της αρχών ως έχουν προκύψει μετά την κατάργηση του συστήματος αναπληρωματικής εκλογής. Με την απόφασή του το Δικαστήριο καταστρατηγεί την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Δεν την υποστηρίζει. Η κατάργηση της αναπληρωματικής εκλογής, μέσα από συνταγματική τροποποίηση, που επιτέλους επικυρώθηκε στην Κουλουντής, ήταν το θεμέλιο για την οριστική απομάκρυνση από το προϊσχύσαν βαθύτατα αντιδημοκρατικό πλειοψηφικό σύστημα. 

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , ,