Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται σε μια νέα φάση της κλιματικής της πολιτικής με την εφαρμογή του ETS2 (Emissions Trading System 2), ενός νέου συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών που επεκτείνει την τιμολόγηση του άνθρακα στους τομείς των κτιρίων, των οδικών μεταφορών και ορισμένων μικρών βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της Πράσινης Συμφωνίας της Ε.Ε., η οποία αποσκοπεί στην επιτάχυνση της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε τομείς όπου η πρόοδος υπήρξε μέχρι σήμερα περιορισμένη.
Σε αντίθεση με το υφιστάμενο ETS, το οποίο αφορά κυρίως τη βαριά βιομηχανία, την ηλεκτροπαραγωγή και την αεροπορία, το ETS2 λειτουργεί «ανάντη» (upstream), επιβάλλοντας την υποχρέωση αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών στους προμηθευτές καυσίμων. Το κόστος αυτό αναμένεται να μετακυλιστεί στους τελικούς καταναλωτές μέσω υψηλότερων τιμών στα καύσιμα κίνησης και θέρμανσης. Στόχος είναι η δημιουργία ισχυρών οικονομικών κινήτρων για τη μετάβαση σε καθαρότερες μορφές ενέργειας, τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και την υιοθέτηση πιο βιώσιμων μεταφορικών επιλογών.
Η εφαρμογή του συστήματος έχει ήδη μετατεθεί από το 2027 στο 2028, ώστε να δοθεί περισσότερος χρόνος προετοιμασίας στα Κράτη-Μέλη και να περιοριστούν οι κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προωθεί το Κοινωνικό Ταμείο για το Κλίμα (Social Climate Fund), το οποίο θα διαθέσει περίπου 86,7 δισεκατομμύρια ευρώ την περίοδο 2026-2032 για τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών, μικρομεσαίων επιχειρήσεων και χρηστών μεταφορών που ενδέχεται να επηρεαστούν δυσανάλογα από την αύξηση των τιμών ενέργειας και καυσίμων.
Υποστηρικτές του ETS2 θεωρούν ότι η τιμολόγηση του άνθρακα αποτελεί το αποτελεσματικότερο εργαλείο για τη μείωση των εκπομπών. Επιπλέον, υπογραμμίζουν ότι η επιτυχία του νέου συστήματος εξαρτάται από την ακεραιότητα της αγοράς, τη σαφήνεια των κανόνων και την έγκαιρη προσαρμογή των κρατών μελών. Η δημιουργία ενός αξιόπιστου και προβλέψιμου πλαισίου θεωρείται καθοριστική για την προσέλκυση επενδύσεων και τη διασφάλιση της εμπιστοσύνης των αγορών.
Ωστόσο, η κριτική που ασκείται στο ETS2 είναι ιδιαίτερα έντονη. Πρώτον, πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι πρόκειται για ένα κατ’ εξοχήν παλινδρομικό μέτρο, καθώς πλήττει περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα. Τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από πετρέλαιο θέρμανσης ή συμβατικά οχήματα δαπανούν ήδη μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για ενέργεια και μεταφορές. Η αύξηση των τιμών ενδέχεται να επιδεινώσει την ενεργειακή και μεταφορική φτώχεια, ιδιαίτερα σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές όπου οι εναλλακτικές επιλογές παραμένουν περιορισμένες. Δεύτερον, σημαντικοί βιομηχανικοί κλάδοι εκφράζουν ανησυχίες για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η αύξηση του ενεργειακού κόστους μπορεί να μεταφραστεί σε υψηλότερα λειτουργικά έξοδα, με κίνδυνο μεταφοράς παραγωγικών δραστηριοτήτων εκτός Ευρώπης, απώλειας θέσεων εργασίας και αποβιομηχάνισης ορισμένων περιοχών. Τρίτον, η πολιτική διάσταση του ζητήματος δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αρκετά Κράτη-Μέλη έχουν ήδη ζητήσει καθυστερήσεις ή πρόσθετες εξαιρέσεις, φοβούμενα κοινωνικές αντιδράσεις και ενίσχυση λαϊκιστικών ή αντιευρωπαϊκών δυνάμεων. Η εμπειρία των «Κίτρινων Γιλέκων» στη Γαλλία παραμένει μια υπενθύμιση ότι οι περιβαλλοντικές πολιτικές δεν μπορούν να επιτύχουν εάν θεωρηθούν κοινωνικά άδικες.
Το ETS2 αποτελεί αναμφίβολα ένα φιλόδοξο βήμα προς την κλιματική ουδετερότητα. Η επιτυχία του όμως δεν θα κριθεί μόνο από τη μείωση των εκπομπών, αλλά από την ικανότητά του να συνδυάσει την περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα με την κοινωνική δικαιοσύνη και την οικονομική βιωσιμότητα. Διότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να είναι μόνο πράσινη αλλά πρέπει να είναι και δίκαιη.

