Υπάρχει «παράθυρο ευκαιρίας» για το Κυπριακό μέχρι το τέλος του χρόνου;

Ο ΓΓ του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες αποχωρεί από τη θέση του το τέλος του 2026. Είναι αναμενόμενο να επιθυμεί τη διευθέτηση του Κυπριακού ή τουλάχιστον ουσιαστική πρόοδο με τη λήξη της θητείας του. Ένα βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον αυτό είναι εφικτό. Πιο σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσον στην περίπτωση μιας διευθέτησης μέχρι το τέλος του χρόνου το περιεχόμενο της λύσης θα βελτιώσει το status quo για τους Ελληνοκύπριους. Πάντως, η πολιτική που έχει ακολουθηθεί από την ελληνοκυπριακή πλευρά όλα αυτά τα χρόνια δεν έχει οδηγήσει στα επιθυμητά αποτελέσματα.

 Μετά την καταστροφή του 1974 υπήρξαν ιδέες και σχέδια για επίλυση του Κυπριακού. Έχω κατ’ επανάληψιν αναφέρει ότι κανένα απ’ αυτά δεν θα βελτίωνε το status quo παρά τις εδαφικές αναπροσαρμογές που θα ελάμβαναν χώρα υπέρ της ελληνοκυπριακής πλευράς.

Οποιοδήποτε σχέδιο επίλυσης μιας διένεξης λαμβάνει υπ’ όψιν το ισοζύγιο δυνάμεων και τους στόχους των εμπλεκόμενων μερών. Στην περίπτωση της Κύπρου ενώ η διαδικασία επίλυσης επικεντρώνεται στις διακοινοτικές συνομιλίες, βασικός πρωταγωνιστής είναι η Τουρκία.

Δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η Άγκυρα επιδιώκει μια διευθέτηση η οποία θα επισφραγίζει τον στρατηγικό της έλεγχο σε ολόκληρη την Κύπρο. Για την Άγκυρα το Κυπριακό δεν είναι πρωτίστως θέμα προστασίας των δικαιωμάτων των Τουρκοκυπρίων. Αντίθετα, διαχρονικά η Τουρκία εργαλειοποιεί την τουρκοκυπριακή κοινότητα για επίτευξη των στρατηγικών της στόχων.

Σημειώνω επίσης ότι το 1974 η ελληνοκυπριακή κοινότητα – λαός και ηγεσία – υπέστησαν ένα πρωτοφανές shock, οι προεκτάσεις του οποίου δεν εξέλιπαν μέχρι σήμερα. Για χρόνια τώρα γίνονται συζητήσεις για μια ομοσπονδιακή διευθέτηση – και όμως δεν υπάρχει επαρκής κατανόηση και αξιολόγηση της πολιτικής αυτής έννοιας. Ούτε υπάρχει επαρκής κατανόηση του γεγονότος ότι υπάρχουν διάφορες κατηγορίες ομοσπονδιακών πολιτευμάτων – κάποια από αυτά είναι θνησιγενή και κάποια άλλα υπό προϋποθέσεις μπορεί να είναι βιώσιμα.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι το διαπραγματευτικό πλαίσιο κινήθηκε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι σήμερα προς τις θέσεις της τουρκικής πλευράς. Παρά ταύτα, δεν κατέστη δυνατή μια διευθέτηση. Και τούτο εν πολλοίς ως αποτέλεσμα του τουρκικού μαξιμαλισμού.

Η κατάσταση αυτή είναι σε ένα μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του μεγάλου ανισοζυγίου δυνάμεων. Παράλληλα, η μη επιστράτευση της εξιδεικευμένης γνώσης από την ελληνοκυπριακή πλευρά στα συναφή ζητήματα είχε και εξακολουθεί να έχει αρνητικά αποτελέσματα.

Είναι σημαντικό να αξιολογηθεί το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει «παράθυρο ευκαιρίας» μέχρι το τέλος του χρόνου για διευθέτηση του Κυπριακού ή για ουσιαστική πρόοδο. Εκτός από τη λήξη της θητείας του ΓΓ του ΟΗΕ τον Δεκέμβριο, έχει ήδη εκφρασθεί η εκτίμηση ότι στα πλαίσια του ευρωτουρκικού διάλογου είναι δυνατόν να προκύψουν κίνητρα για την Τουρκία για κάποιες παραχωρήσεις. Το ζητούμενο όμως είναι η διαφοροποίηση της τουρκικής φιλοσοφίας επίλυσης του Κυπριακού, η οποία αποσκοπεί στη φινλανδοποίηση της Μεγαλονήσου.

Η Κύπρος δεν μπορεί να αποδεχθεί την υπαγωγή της στον τουρκικό στρατηγικό έλεγχο. Η άρνηση αυτή όμως δεν αρκεί. Είναι απαραίτητο όπως η Κυπριακή Δημοκρατία καταθέσει κατευθυντήριες γραμμές για μια διευθέτηση η οποία να στηρίζεται σε συγκεκριμένες συνταγματικές προτάσεις καθώς και σε μια εξελικτική διαδικασία. Συγκεκριμένες θέσεις προς αυτή την κατεύθυνση έχω καταθέσει. Οι θέσεις αυτές, μεταξύ άλλων, διασφαλίζουν τη συνέχεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν αναμένω την αποδοχή τους από την τουρκική πλευρά. Όμως η συγκεκριμένη πρόταση θωρακίζει το νόμιμο κράτος ενώ ταυτόχρονα οι ξένοι δεν θα μπορούν να ισχυρισθούν ότι «οι Ελληνοκύπριοι ξέρουν τι δεν θέλουν, αλλά δεν ξέρουν τι θέλουν». Πάνω απ’ όλα, με την υιοθέτηση αυτής της πολιτικής είναι δυνατό να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για πρόοδο. Και τούτο σε μια περίοδο όπου είναι δυνατό να τροχιοδρομηθούν εξελίξεις στα πλαίσια των ευρωτουρκικών σχέσεων.

Κλείνοντας, υπογραμμίζω ότι ενώ η Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για θέματα Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφάλειας Κάγια Κάλλας συστηματικά κατηγορεί τη Ρωσία για επιθετικότητα στην Ουκρανία και σε άλλες χώρες και την καλεί να μειώσει τα στρατεύματά της, δεν λέει ούτε λέξη για την κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία. Αντίθετα θεωρεί την Τουρκία σημαντικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Αθήνα και Λευκωσία πρέπει να τοποθετηθούν ευθαρσώς για τα ζητήματα αυτά. Η προάσπιση της εδαφικής ακεραιότητας κάθε χώρας μέλους της ΕΕ πρέπει να καταστεί πυλώνας μιας νέας αρχιτεκτονικής για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Και να προβληθεί η θέση προς κάθε κατεύθυνση ότι η κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία αποτελεί και ευρωπαϊκό ζήτημα. Η Κύπρος πρέπει να έχει αφήγημα καθώς και μια πολιτική η οποία να στηρίζεται στη σύζευξη των στόχων της με ευρύτερες επιδιώξεις.

Print Friendly, PDF & Email
Ετικέτες: