Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας – Μία ελπίδα για όσους καταφεύγουν στην Δημοκρατία ως πρόσφυγες

Ο εμφύλιος σπαραγμός και οι εκατόμβες θυμάτων στην γειτονική Συρία καθώς και η δυσπραγία και οι διώξεις και ταλαιπωρίες που υφίστανται, στις πατρίδες  τους, υπήκοοι, ιδίως,  Ασιατικών  και Αφρικανικών χωρών, κατέστησαν την Κύπρο καταφύγιο χιλιάδων προσφύγων. Τα τελευταία χρόνια,  ο αριθμός των  αιτήσεων  διεθνούς προστασίας (η θετική έκβαση των οποίων σημαίνει την αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα ή του καθεστώτος συμπληρωματικής/επικουρικής προστασίας), που υποβάλλονται ενώπιον της αρμόδιας αρχής, είναι μεγάλος.

Σύμφωνα με δημοσιευμένα στατιστικά στοιχεία της Υπηρεσίας Ασύλου, το 2018 υπεβλήθηκαν 7.761 αιτήσεις διεθνούς προστασίας, με την ακόλουθη κατάταξη των χωρών προέλευσης των αιτητών: Συρία (26%), Ινδία (11%), Μπαγκλαντέζ (8%), Πακιστάν (8%), Καμερούν (7%), Αίγυπτος (5%), Βιετνάμ (5%), Γεωργία (5%), Ιράκ (5%), Σρι Λάνκα (4%) και άλλες χώρες (16%). Το ίδιο έτος απερρίφθηκαν 1.260 αιτήσεις, σε 191 αιτητές ανεγνωρίσθηκε το καθεστώς του πρόσφυγα και σε άλλους 1.011 αιτητές  παραχωρήθηκε συμπληρωματική/επικουρικήπροστασίας. Με την λήξη του έτους, εκκρεμούσε η εξέταση 8.502 αιτήσεων.

Το Κράτος δεν είναι  πάντα σε θέση και ούτε είναι πάντα  πρόθυμο να αντιμετωπίσει με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και προοδευτικότητα την ανάγκη παροχής βοήθειας στους εκπατρισμένους με βίαιο τρόπο και τους διωκομένους. Η Τουρκική επιθετικότητα, η οποία απειλεί διαρκώς την ύπαρξή μας, και η ανεπάρκεια των κρατικών πόρων, η οποία οφείλεται είτε σε ασύγγνωστες οικονομικές κρίσεις (όπως αυτή που ξέσπασε το 2013) είτε σε απρόβλεπτες οικονομικές δοκιμασίες (όπως αυτή που προκλήθηκε λόγω της πανδημίας του covid-19),  προσφέρονται ως δικαιολογία για την  στάση αυτή: το Κράτος αδυνατεί και δεν επιθυμεί  να προσθέσει, στις πολλές ευθύνες του έναντι των πολιτών του, και αυτές έναντι των αλλοδαπών προσφύγων, ανθρώπων ευάλωτων που βρίσκονται σε μεγάλη ανάγκη. Όμως, αιτία της απροθυμίας είναι και οι ξενοφοβικές ιδεολογίες και η αντιπάθεια και αποστροφή προς κάθε ενδεή πρόσφυγα και κάθε  ενδεή μετανάστη οι οποίες χαρακτηρίζουν μέρος της κοινωνία μας.  

Πρόσφατες τροποποιήσεις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000) καθώς και  το νεοσύστατο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας (ΔΔΔΠ) παρουσιάζουν την Δημοκρατία να είναι σήμερα, τουλάχιστον σε θεσμικό επίπεδο, ευθυγραμμισμένη με τις διεθνείς της υποχρεώσεις και προσαρμοσμένη στο υπό συνεχή εξέλιξη ευρωπαϊκό κεκτημένο.

Το ΔΔΔΠ ιδρύθηκε και λειτουργεί δυνάμει του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν.73(Ι)/2018) και έχει πρωτοβάθμια αρμοδιότητα να αποφασίζει «επί πάσης προσφυγής η οποία υποβάλλεται δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά απόφασης ή πράξης εκδιδομένης δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου ή κατά παράλειψης οφειλομένης ενέργειας δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου.»( άρθρο 11(2) του Ν.73(Ι)/2018). Κάθε απόφαση του ΔΔΔΠ μπορεί να εφεσιβληθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου «για λόγο που αναφέρεται σε νομικό σημείο μόνο» (άρθρο 13 του Ν.73(Ι)/2018).

Έως και την ίδρυση και λειτουργία του ΔΔΔΠ, την πρωτοβάθμια  αρμοδιότητα να ελέγχει τις αποφάσεις ή πράξεις, που εξεδίδοντο δυνάμει του Ν.6(Ι)/2000, ή τις παραλείψεις ενεργειών, οφειλομένων δυνάμει του ίδιου νόμου, είχε το Διοικητικό Δικαστήριο (ιδρύθηκε με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμο, Ν.131(Ι)/2015)(άρθρο 31Γ του Ν.6(Ι)/2000). Πριν από το Διοικητικό  Δικαστήριο, την αρμοδιότητα αυτή είχε το Ανώτατο Δικαστήριο (Άρθρο 146 του Συντάγματος). Η αρμοδιότητα των προκατόχων του ΔΔΔΠ περιοριζόταν στον ακυρωτικό έλεγχο (Άρθρο 146 του Συντάγματος και, εξ αντιδιαστολής, άρθρο 11(2) του Ν.131(Ι)/2015).

Επί τη βάσει του Ν.6(Ι)/2000 και του Ν.73(Ι)/2018, η  διαδικασία παροχής διεθνούς προστασίας στους πρόσφυγες διέρχεται, κατ’ αρχάς, το διοικητικό στάδιο, για το οποίο αρμόδια είναι η Υπηρεσία Ασύλου (καθιδρύεται στο Υπουργείο Εσωτερικών, άρθρα 26 και 27 του Ν.6(Ι)/2000). Ακολούθως, και εφ’ όσον ορισμένο πρόσωπο θίγεται από απόφαση, πράξη ή παράλειψη  της διοίκησης, αυτό έχει το δικαίωμα να καταχωρίσει προσφυγή ενώπιον του ΔΔΔΠ (άρθρο 11(4) του Ν.73(Ι)/2018).  

Σημειώνουμε πως οι δύο νόμοι  καθορίζουν το νομικό  πλαίσιο παροχής διεθνούς προστασίας κατά τρόπο λεπτομερή, περιεκτικό, συνεκτικό και εκσυγχρονισμένο. Σε γενικές γραμμές, το πλαίσιο αυτό κατοχυρώνει την εκ μέρους του αιτητή διεθνούς προστασίας απόλαυση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του. Μεταξύ άλλων, αυτός  δικαιούται:  

(α) να μην επαναπροωθηθεί, δηλαδή να μην απελαθεί σε χώρα ή να αποσταλεί στα σύνορα χώρας όπου, «λόγω φύλου, φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, η ζωή ή η ελευθερία του θα τεθεί σε κίνδυνο ή θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή καταδίωξη»  (άρθρο 4 του Ν.6(Ι)/2000),

(β) να εισέλθει στην Δημοκρατία και να συμμετάσχει σε δίκαιες και αποτελεσματικές διαδικασίες για τον προσδιορισμό της κατάστασης και των αναγκών του (ιδίως, άρθρα 7 επ. και άρθρα 11 επ. του Ν.6(Ι)/2000),

(γ) να τύχει εξατομικευμένης, δίκαιης, αντικειμενικής, ανεξάρτητης και εντός εύλογου χρόνου αξιολόγησης (ιδίως, άρθρα 13 επ. και 18  του Ν. 6(Ι)/2000),

(δ) να φιλοξενηθεί σε ασφαλές μέρος και υπό συνθήκες κατάλληλες και αξιοπρεπείς (ιδίως, άρθρα 9ΙΔ επ. του Ν.6(Ι)/2000),

(ε) να τύχει ιδιαίτερης προσοχής και μέριμνας εάν ανήκει σε ευάλωτη ομάδα (παραδείγματος χάριν, ανήλικος, ασυνόδευτος ανήλικος, θύμα βασανιστηρίων – ιδίως, άρθρο 9ΚΓ του Ν.6(Ι)/2000) και   

(στ) να προσφύγει αποτελεσματικά ενώπιον των εθνικών αρμόδιων αρχών (διοικητικών και δικαστικών) και να  αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας ή να του χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής/επικουρικής προστασίας εφ’ όσον πληροί τις νόμιμες προϋποθέσεις (ιδίως, άρθρα 18Α και 19 του ν.6(Ι)/2000 και άρθρο 11 του Ν.73(Ι)/2018).

Σημειώνουμε, επίσης, την προοδευτική και ευνοϊκή, για τον αιτητή διεθνούς προστασίας, πρόνοια του άρθρου 18(5) του Ν.6(Ι)/2000: στην περίπτωσή του, και εφ’ όσον αντικειμενικές συνθήκες καθιστούν αδύνατη την απόδειξη με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά, ο γενικός κανόνας, σύμφωνα με τον οποίον το βάρος απόδειξης της συνδρομής των προϋποθέσεων για την έγκριση της αίτησής του φέρει ο αιτητής, υποχωρεί και καθιερώνεται  μία  λιγότερο αυστηρή και, μάλλον, ευέλικτη διαδικασία απόδειξης.

Εάν πρόκειται για απόφαση,  πράξη ή παράλειψη η οποία εμπίπτει στην αρμοδιότητα του ΔΔΔΠ  (άρθρο 11(4) του Ν.73(Ι)/2018) και η οποία λήφθηκε,  διενεργήθηκε ή παραλείφθηκε, αναλόγως, επί τη βάσει αίτησης υποβληθείσας στην αρμόδια διοικητική αρχή μετά τις 20 Ιουλίου 2015 ή η οποία λήφθηκε ή διενεργήθηκε, αναλόγως, με πρωτοβουλία της αρμόδιας διοικητικής αρχής μετά τις 20 Ιουλίου 2015, ο δυνάμει τουΆρθρου 146 του Συντάγματος και του άρθρου 11 του Ν. 73(Ι)/2008  δικαστικός έλεγχος είναι ευρύς. Ευρείες είναι και οι εξουσίες του ΔΔΔΠ όσον αφορά στο περιεχόμενο της απόφασής του.

Η σημαντική ιδιαιτερότητα του ΔΔΔΠ και η αιχμή του δόρατός του στα ζητήματα της φροντίδας και της ενίσχυσης των προσφύγων συνίσταται στην αρμοδιότητά του να ασκεί, επιπλέον του ακυρωτικού, και ουσιαστικό έλεγχο. Το ΔΔΔΠ δεν περιορίζεται να διακριβώσει κατά πόσον, η προσβαλλόμενη εκτελεστή διοικητική απόφαση, πράξη ή παράλειψη, η οποία επηρεάζει δυσμενώς συγκεκριμένο αιτητή διεθνούς προστασίας,  βρίσκει έρεισμα στον νόμο (αρχή της νομιμότητας), κινείται εντός των ορίων της σχετικής διακριτικής ευχέρειας και προέκυψε μετά από ενδελεχή έρευνα των πραγματικών γεγονότων (ακυρωτικός έλεγχος). Το ΔΔΔΠ  είναι αρμόδιο να εξετάζει και την ουσία της εκάστοτε υπόθεσης, δηλ. να ερευνά κατά πόσον, επί της ουσίας,  έγινε ορθή εκτίμηση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών, επί των οποίων στηρίχθηκε η διοικητική απόφαση ή πράξη, και κατά πόσον η διοίκηση άσκησε καλά την σχετική διακριτική ευχέρειά της (ουσιαστικός έλεγχος).  

Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου νομιμότητας και ουσίας, το ΔΔΔΠ  δύναται να επικυρώσει, εν όλω ή εν μέρει, την προσβαλλόμενη απόφαση ή πράξη ή να την ακυρώσει και να την τροποποιήσει, παρομοίως, εν όλω ή εν μέρει (άρθρο 11 (3)(β) του Ν.73(Ι)/2018).Όμως, το δικαστήριο αυτό δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως τοαρμόδιο διοικητικό όργανο. Έτσι, εάν το ΔΔΔΠ διαπιστώσει  πως παρανόμως παραλείπεται η έκδοση  ορισμένης απόφασης ή παρανόμως παραλείπεται η διενέργεια ορισμένης πράξης, αυτό δεν μπορεί να εκδώσει την παρανόμως παραλειφθείσα απόφαση ή να διενεργήσει την παρανόμως παραλειφθείσα πράξη.

Το έργο του ΔΔΔΠ διευκολύνεται δεδομένων των εξής δυνατοτήτων που του παρέχει ο νόμος: πρώτον,  λαμβάνει υπ’ όψιν και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος τα οποία δεν λήφθηκαν υπ’ όψιν κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή κατά τη διενέργεια της προσβαλλόμενης πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε μεταγενέστερα, δεύτερον, μπορεί να διατάξει διοικητική αρχή να του απαντήσει σε σχετικό ερώτημα εντός τακτής προθεσμίας, τρίτον, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες που αφορούν στη γενική κατάσταση στις χώρες ιθαγένειας των αιτητών και, όπου χρειάζεται,  στις χώρες διαμέσου των οποίων αυτοί διήλθαν και, τέταρτον, έχει πρόσβαση στις πληροφορίες του εκάστοτε κρίσιμου διοικητικού φακέλου (άρθρο 11(5) έως και (7) του Ν.73(Ι)/2018).

Όσον αφορά στις αρχές δικαίου που διέπουν τον έλεγχο νομιμότητας, το ΔΔΔΠ καθοδηγείται από την σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου εφ’ όσον στην Δημοκρατία (χώρα του κοινοδικαίου) το δεσμευτικό προηγούμενο των αποφάσεων του δικαστηρίου αυτού (precedent) αποτελεί πηγή δικαίου.

Περαιτέρω, η αλληλεξάρτηση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), του ενωσιακού δικαίου και του εσωτερικού δικαίου στα ζητήματα της διεθνούς προστασίας των προσφύγων επιτρέπει στο ΔΔΔΠ, κατά τον έλεγχο της ουσίας, να αναφέρεται στην νομολογία του δικαιοδοτικού οργάνου του Συμβουλίου της Ευρώπης (ΣτΕ), δηλ. του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ) καθώς και στην νομολογία του δικαιοδοτικού οργάνου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), δηλ. του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και να εναρμονίζεται με τις νομικές αρχές που αυτές ενσωματώνουν. Τα δύο αυτά διεθνή δικαστήρια έχουν ήδη ερμηνεύσει κρίσιμες, σχετικές διατάξεις της ΕΣΔΑ και του ενωσιακού δικαίου και έχουν ήδη επιλύσει συγκεκριμένες διαφορές. Επιπλέον, αυτά έχουν ήδη δώσει κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά στην μέθοδο και το πνεύμα με τα οποία πρέπει να ερμηνεύονται οι νομοθετικές διατάξεις που αφορούν στην διεθνή προστασία των προσφύγων και να προσεγγίζονται οι σχετικές νομικές πτυχές.

 Διαμέσου της νομολογίας του ΕΔΑΔ και του ΔΕΕ, μεταξύ άλλων:

 (α) οι κρίσιμοι όροι «δίωξη», «σοβαρή βλάβη», «υπεύθυνος της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης» και «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» έχουν αποκτήσει εύρος και ερμηνεύονται κατά τρόπον ευέλικτο και προσαρμοσμένο στην εκάστοτε περίπτωση και

(β) οι διαδικαστικές εγγυήσεις  που αφορούν στην εξέταση των αιτήσεων διεθνούς προστασίας απέκτησαν σαφές και ακριβές περιεχόμενο.

Επί τη βάσει της νομολογίας του ΕΔΑΔ, το πλαίσιο της ουσιαστικής προστασίας των αιτητών διεθνούς προστασίας και των  διαδικαστικών εγγυήσεων που αφορούν στην εξέταση των αιτήσεων τους διαλαμβάνει και τα εξής:

Απαγορεύεται στην χώρα υποδοχής να απομακρύνει, από την επικράτειά της, αλλοδαπό εάν η απομάκρυνση θα τον εκθέσει σε κίνδυνο θανάτου ή σε κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία (S.F. κ.α. κατά Σουηδίας, Αρ. 520077/2010, 15 Μαΐου, 2012 και Abdolkhani και Karimnia κατά Τουρκίας, Αρ. 30471/2008, 22 Σεπτεμβρίου, 2009). Η απαγόρευση αυτή είναι απόλυτη: η συμπεριφορά του αλλοδαπού και η τυχόν επικινδυνότητά του για τη δημόσια τάξη ή την ασφάλεια της χώρας υποδοχής είναι αδιάφορη (Saadi κατά Ιταλίας, Αρ. 37201/20006, 28 Φεβρουαρίου, 2008).Αδιάφορο είναι και το εάν ο κίνδυνος θανάτου ή ο κίνδυνος υποβολής σε βασανιστήρια κλπ. προέρχεται από τις κρατικές αρχές της χώρας επιστροφής ή από μη κρατικούς φορείς ή, ακόμη, και από την εξ αντικειμένου ανθρωπιστική κατάσταση, η οποία επικρατεί στη χώρα επιστροφής (Sufi και Elmi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Αρ. 8319/2007 και 11449/2007, 28 Ιουνίου, 2011,και απόφαση Salah Sheekh κατά Κάτω Χωρών, Αρ. 1948/2004, 11 Ιανουαρίου, 2007).  Οι αρμόδιες αρχές της χώρας υποδοχής οφείλουν να εκτιμήσουν δεόντως τις προβλέψιμες συνέπειες της απομάκρυνσης του αλλοδαπού: εάν ο κίνδυνος για τη ζωή ή τη σωματική του ακεραιότητα συνδέεται με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα επιστροφής, τότε οι αρμόδιες αρχές της χώρας υποδοχής οφείλουν να προβούν οι ίδιες στην ενδεδειγμένη, σχετική έρευνα (M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας, Αρ. 30696/2009, 21 Ιανουαρίου, 2011). Η ΕΣΔΑ εφαρμόζεται επί όλων των προσώπων τα οποία υπάγονται στη δικαιοδοσία και ή την πραγματική εξουσία κράτους-μέλους του ΣτΕ. Ως εκ τούτου, πρόσφυγες που ανακόπτονται στην ανοικτή θάλασσα από τις αρχές τέτοιου κράτους έχουν τα δικαιώματα που η ΕΣΔΑ αναγνωρίζει (Hirsi Jamaa κ.α. κατά Ιταλίας, Αρ. 27765/2009, 23 Φεβρουαρίου, 2012). Οιοσδήποτε ευρίσκεται εντός της εδαφικής επικράτειας κράτους-μέλους του ΣτΕ ή υπό την πραγματική εξουσία αυτού, δικαιούται να προσφύγει ενώπιον των αρμόδιων εθνικών αρχών, ως, επίσης, και ενώπιον του ΕΔΑΔ  (AlSaadoon και Mufdhi κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Αρ. 61498/2008, 2 Μαρτίου 2010).Απαγορεύονται οι ομαδικές απελάσεις αιτητών ασύλου (Conka κατά Βελγίου, Αρ. 51564/1999, 5 Φεβρουαρίου, 2002). Απαγορεύεται η απέλαση εάν αυτή θέτει σε κίνδυνο την διατήρηση της οικογενειακής ζωής ή την διατήρηση της επαφής μεταξύ γονέων και τέκνων (Berrehab κατά Κάτω Χωρών, Αρ. 10730/1984, 21 Ιουνίου, 1988). Στους ενδιαφερομένους να υποβάλουν αίτηση ασύλου πρέπει να παρέχεται πραγματική πρόσβαση στις σχετικές διαδικασίες και κατάλληλη και επαρκής πληροφόρηση. Οι αιτήσεις ασύλου πρέπει να εξετάζονται ενδελεχώς, από αμερόληπτες και ανεξάρτητες εθνικές αρχές και εντός εύλογου χρόνου. Κατ’ αρχήν, ενόσω εκκρεμεί η εξέταση της αίτησης για την παροχή ασύλου, ο αιτητής δεν απελαύνεται και ούτεαπομακρύνεται, καθ’ οιονδήποτε άλλον τρόπον (Gebremedhim (Gaberamadhiem) κατά Γαλλίας, Αρ. 25389/2005, 26 Απριλίου, 2007, και Sauriddin Ozhuragev κατά Ρωσίας, Αρ. 71386/2010, 25 Απριλίου, 2013).  

Από την  νομολογία του ΔΕΕ, επιλέγουμε να αναφέρουμε  τις κάτωθι αρχές δικαίου οι οποίες ενσωματώθηκαν νομολογικά και επί τη βάσει των οποίων κρίθηκαν οι εκάστοτε υποθέσεις:

(α)Ο γενετήσιος προσανατολισμός αποτελεί θεμελιώδες χαρακτηριστικό της προσωπικότητας και της ύπαρξης κάθε ανθρώπου και  πρέπει να προστατεύεται έναντι παρεμβάσεων που τείνουν στην καταπίεση ή την μεταβολή του. Ομοφυλόφιλοι, υπήκοοι χωρών όπου  η ομοφυλοφιλία διώκεται ποινικώς και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης, αποτελούν «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» και δικαιούνται να αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12, Minister voor Immigraties en Asiel κατά Χ (C-199/11) και Y (C-200/12) και Ζ κατά Minister voor Immigraties en Asiel (C-201/12),  7 Νοεμβρίου, 2013).

(β) Όπου ο αιτητής ισχυρίζεται ότι διώκεται λόγω του γενετήσιου προσανατολισμού του, δύναται να διαταχθεί σχετική πραγματογνωμοσύνη υπό τους εξής όρους: (i) η πραγματογνωμοσύνη να  συνάδει με τα κατοχυρωμένα ανθρώπινα  δικαιώματα, να  βασίζεται σε αξιόπιστες μεθόδους και αρχές, να είναι σύμφωνη με τους παραδεδεγμένους κανόνες της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας και να μην επεμβαίνει στην ιδιωτική ζωή του αιτητή κατά τρόπον δυσανάλογο,  (ii) κατά την αξιολόγηση των δηλώσεων του αιτητή, αναφορικώς με το γενετήσιο προσανατολισμό του, η αρμόδια εθνική αρχή να μην θεωρεί ότι δεσμεύεται από το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης και (iii)  η αρμόδια εθνική αρχή να μην βασίζει την απόφασή της αποκλειστικώς επί του πορίσματος της πραγματογνωμοσύνης(υπόθεση F, C-473/16, 25 Ιανουαρίου, 2018).

(γ) Υπήκοος τρίτης χώρας, ο οποίος  βασανίστηκε από τις αρχές της χώρας καταγωγής του και ο οποίος δεν διατρέχει πλέον παρόμοιο κίνδυνο εάν επιστρέψει, εξακολουθεί, όμως, να υποφέρει σωματικά και ψυχικά εξ αιτίας των βασανιστηρίων αυτών, δικαιούται επικουρικής προστασίας εάν η επιστροφή θα επιδείνωνε σημαντικά την κατάσταση της υγείας του, ψυχικής και σωματικής (υπόθεση ΜΡ C-353/16,  24 Απριλίου, 2018).

(δ) Η κράτηση αιτητή διεθνούς προστασίας συνιστά σοβαρή επέμβαση στην κατοχυρωμένη προσωπική του ελευθερία και, κατ’ αρχήν απαγορεύεται. Κατ’ εξαίρεσιν, η κράτηση είναι δυνατή εφ’ όσον (i) συντρέχει σημαντικός κίνδυνος διαφυγής του ενδιαφερομένου, (ii) προηγήθηκε ατομική αξιολόγηση της περίπτωσής του, (iii) η κράτηση είναι αναλογική και (iv) είναι αδύνατη η εφαρμογή ηπιότερου μέτρου (υπόθεση Al Chodor κλπ C-528/15,  15 Μαρτίου, 2017).

(ε) Η χώρα υποδοχής  οφείλει να διασφαλίζει, υπέρ του αιτητή διεθνούς προστασίας, ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης. Η ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής που αφορούν στη στέγη, την τροφή ή την ένδυση (συνεπεία, παραδείγματος χάριν, πειθαρχικού παραπτώματος του ενδιαφερομένου), έστω και προσωρινή, δεν συμβαδίζει με την υποχρέωση αυτή. Και ούτε αποτελεί ισοδύναμη συνδρομή η παράδοση, στον ενδιαφερόμενο που απεκλείσθηκε  από κέντρο φιλοξενίας, καταλόγου ιδιωτικών κέντρων για αστέγους όπου αυτός θα μπορούσε να φιλοξενηθεί. Όταν ο ενδιαφερόμενος είναι ασυνόδευτος ανήλικος, άρα, πρόσωπο ευάλωτο, η εις βάρος του επιβολή κυρώσεων αποφασίζεται μόνον αφού ληφθούν υπ’ όψιν η ιδιαιτερότητα της κατάστασής του, το μείζον συμφέρον του καθώς και η αρχή της αναλογικότητας (υπόθεση Haqbin C-233/18, 12 Νοεμβρίου, 2019).

Το νεοσύστατο ΔΔΔΠ, με  αρμοδιότητά να εξετάζει τις υποθέσεις και να αξιολογεί τα δεδομένα υπό  μίαν ευρεία οπτική γωνία και να αποφασίζει προσεγγίζοντας τις υπό το πρίσμα και του ουσιαστικού  ελέγχου, είναι φορέας  ελπίδας: ελπίδας για την επίτευξη, διαμέσου της νομολογίας του, βήμα με βήμα, ενός προοδευτικού, ανθρωπιστικού συστήματος φροντίδας και προστασίας των προσφύγων, το οποίο  θα είναι στέρεο και θα επικρατήσει. Η χαμηλή ταχύτητα με την οποία συντελείται η σχετική πρόοδος στην πατρίδα μας δεν πρέπει να μας αποθαρρύνει. Ευχόμαστε να ισχύσει, στην περίπτωση αυτή, το απόφθεγμα της  εμβληματικής Αμερικανίδας δικαστού Ruth Bader Ginsburg πως η αληθινή πρόοδος, η πρόοδος που μπορεί να διαρκέσει, είναι αυτή που επιτυγχάνεται όταν πραγματοποιείται ένα βήμα τη φορά («Real change, enduring change, happens one step at a time»).

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,