Διαφορές μεταξύ της Διαμεσολάβησης και της Διαιτησίας ως Μέθοδοι Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών

Υπάρχουν διάφορες μέθοδοι Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΕΕΔ). Οι πιο διαδεδομένες είναι η Διαιτησία και η Διαμεσολάβηση.

Διαιτησία

Η διαιτησία, είναι μια επίσημη διαδικασία παρόμοια με τη δικαστική διαδικασία. Συνήθως η διαιτησία προβλέπεται εκ των προτέρων στους όρους της γραπτής συμφωνίας των μερών. Αυτό σημαίνει ότι τα μέρη, σε περίπτωση που ανακύψει οποιαδήποτε διαφορά από τη συμφωνία τους, θα παραπέμψουν τη διαφορά τους σε διαιτησία.

Η διαιτησία είναι δεσμευτική αφού με τη λήξη της το ανεξάρτητο τρίτο μέρος το οποίο ονομάζεται Διαιτητής, εκδίδει απόφαση την οποία τα μέρη οφείλουν να ακολουθήσουν αφού τέτοια απόφαση είναι εκτελεστή μέσω του δικαστηρίου. Η εξουσία από το δικαστήριο για ακύρωση διαιτητικής απόφασης και γενικά σε επέμβαση κατά τη διαδικασία ασκείται μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις. Όπως έχει λεχθεί στην Κλεοβούλου ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ (Πολ. Εφ. 304/10 ημ. 10/07/15):


«Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd (2010) 1 ΑΑΔ 687 ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. ΄Αλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).»

Επιπλέον, τα μέρη πρέπει να παρουσιάσουν την υπόθεσή τους ενώπιον του διαιτητή και πρέπει οι ισχυρισμοί τους να συνοδεύονται από τεκμήρια. Ουσιαστικά, οι αποφάσεις των διαιτητών βασίζονται σε νομικούς κανόνες.

Διαμεσολάβηση

Η διαμεσολάβηση, είναι πιο ανεπίσημη από τη διαδικασία που εκτυλίσσεται στα δικαστήρια ή στη διαιτησία. Η διαμεσολάβηση δεν αποτελεί δεσμευτική διαδικασία ούτε και ο Διαμεσολαβητής αποφασίζει επί του αντικειμένου που καλείται να διαμεσολαβήσει.

Παράδειγμα διαφοράς που δυνατόν να επιλυθεί με τη μέθοδο της διαμεσολάβησης είναι μια διαφορά μεταξύ μελών οικογένειας αναφορικά με την οικογενειακή τους επιχείρηση όπου τα μέλη δεν επιθυμούν το πρόβλημα τους να δημιουργήσει προστριβές ούτε και να διαιωνίζεται.

Η διαμεσολάβηση κατηγοριοποιείται ως μια μορφή υποβοηθούμενης διαπραγμάτευσης. Ο Διαμεσολαβητής, ως ανεξάρτητο τρίτο μέρος, παρεμβαίνει στη διαδικασία διαπραγμάτευσης για να βοηθήσει τα μέρη να βρουν λύση. Παρόλα αυτά, τα μέρη διατηρούν τον έλεγχο στη διαμόρφωση της συμφωνίας καθώς και τους όρους επίλυσης της διαφοράς.

Διαφορές διαμεσολάβησης και διαιτησίας

Σε αντίθεση με τη Διαιτησία, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι υπεύθυνος για την έκδοση απόφασης και ως εκ τούτου δεν τηρεί νομικούς κανόνες και αρχές. Επιπλέον, το πλαίσιο της διαμεσολάβησης δεν βασίζεται μόνο σε επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία, αλλά και στους ακόλουθους παράγοντες:

α) στο να εντοπίσει τη ρίζα του προβλήματος,

β) στη διαλεύκανση του προβλήματος και

γ) στην αποκατάσταση των σχέσεων των μερών.

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η ουδετερότητα του διαμεσολαβητή δημιουργεί ένα φιλικό περιβάλλον μεταξύ των μερών.

Συνεπώς, λόγω της συναινετικής φύσης της διαμεσολάβησης, διαπιστώνεται ότι η διαδικασία καθώς και η πορεία της διαφοράς επαφίεται στα μέρη και όχι στο δικαστή ή στο διαιτητή. Εάν είναι επιτυχής, τότε σε γενικές γραμμές τα διορθωτικά μέτρα θα είναι άμεσα διαθέσιμα επειδή τα μέρη συνήθως συμφωνούν σε θέματα που είναι σε θέση να επιτύχουν. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν υπάρχει νικητής και ηττημένος αλλά και τα δύο μέρη είναι νικητές.

Αν και το αποτέλεσμα της διαμεσολάβησης δύναται να είναι δεσμευτικό (νοούμενου ότι τα μέρη συμφωνήσουν να υπογράψουν συμφωνία συμβιβασμού), η εγγραφή της συμφωνίας στο Δικαστήριο, συνήθως δεν είναι αναγκαία.

Η δημοσίευση αυτού του άρθρου συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στα πλαίσια του Προγράμματος “Consumer Programme (2014-2020)”.

Print Friendly, PDF & Email
Ετικέτες: , , ,