ΑΕΠΠ και ΑΑΠ: Συνοπτική συγκριτική προσέγγιση επιμέρους ζητημάτων επί του θεσμικού πλαισίου των δύο ανεξάρτητων διοικητικών αρχών εξέτασης προσφυγών, Ελλάδας και Κύπρου

Ηρακλής Ε. Μηλάκης, Δικηγόρος, ΜΔΕ Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1

Η παροχή έννομης προστασίας από ανεξάρτητα όργανα, στο πεδίο των δημοσίων συμβάσεων, παρίσταται ιδιαίτερα σημαντική, για τα εμπλεκόμενα στις σχετικές διαδικασίες υποκείμενα. Διότι, εντός της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς επικρατούν οι θεμελιώδεις ελευθερίες κυκλοφορίας των κεφαλαίων, παροχής υπηρεσιών, εγκατάστασης κτλ, ώστε οικονομικοί φορείς από κάθε κράτος – μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δύνανται να συμμετέχουν στις εθνικές διαδικασίες ανάθεσης και εκτέλεσης τέτοιων συμβάσεων και ενδεχομένως να υποστούν, ζημία, στα συμφέροντα τους.

Πέρα της θέσης κανόνων που αφορούν το ουσιαστικό δίκαιο των δημοσίων συμβάσεων, από νωρίς, χαράχτηκαν γενικές κατευθύνσεις από το ενωσιακό δίκαιο, ως προς το δικονομικό θεσμικό πλαίσιο των κρατών μελών, κατά τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, προς εδραίωση τήρησης των γενικών αρχών του ενωσιακού δικαίου (ελευθερίας ανταγωνισμού, ίσης μεταχείρισης, διαφάνειας κτλ).

Ως προς τα όργανα εξέτασης των οικείων προσφυγών του σταδίου ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, οι δικονομικές Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως οι 1989/665/ΕΟΚ και 2007/66/ΕΚ, παρείχαν την ευχέρεια στα κράτη-μέλη, να επιλέξουν είτε συνδυασμό διοικητικού – πρωτοβάθμιου οργάνου εξέτασης προσφυγών (βασική αρχή) και δικαστικού – δευτεροβάθμιου αντίστοιχου οργάνου, είτε μονάχα δικαστικό όργανο εξέτασης των οικείων προσφύγων. Τα εν λόγω όργανα απαιτούνταν, όμως, να απολαμβάνουν ανεξαρτησίας έναντι των αναθετουσών αρχών.

Η Κύπρος, σχεδόν ταυτόχρονα με την ένταξη της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το νόμο 101 (Ι)/2003 και προς εφαρμογή της Οδηγίας 1989/665/ΕΟΚ, εγκαθίδρυσε την Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, οι αποφάσεις της οποίας μπορούσαν εν συνεχεία να προσβληθούν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δημοκρατίας. Η Αρχή διατήρησε θεσμικά το ρόλο και τη λειτουργία της, και δια των μεταγενέστερων κυπριακών νομοθετημάτων, μέχρι και σήμερα, οπότε προσφυγές κατά αποφάσεων της καταχωρούνται πλέον ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου (σε πρώτο δικαιοδοτικό βαθμό) και κατ’έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (σε δεύτερο δικαιοδοτικό βαθμό).

Η Ελλάδα, μέχρι και το έτος 2016, δεν είχε προβεί σε αντίστοιχη επιλογή, αφήνοντας την εξέταση διοικητικών προσφυγών του σταδίου σύναψης δημοσίων συμβάσεων, στις ίδιες τις αναθέτουσες αρχές, οι αποφάσεις των οποίων ήταν δυνατό αργότερα να προσβληθούν ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών δικαστηρίων. Ωστόσο, με το Νόμο 4412/2016 ιδρύθηκε, εν τέλει η ΑΕΠΠ, ως το ανεξάρτητο εκείνο διοικητικό όργανο εξέτασης προσφυγών, οι αποφάσεις της οποίας δύνανται να προσβληθούν, εν συνεχεία, ενώπιον των αρμοδίων τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Τόσο η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών όσο και η ΑΕΠΠ, αποτελούν, υπό το σημερινό θεσμικό πλαίσιο, βασικά όργανα εξέτασης των διοικητικών προσφυγών του σταδίου σύναψης δημοσίων συμβάσεων, στις δύο χώρες απολαμβάνοντας αυξημένες εγγυήσεις λειτουργικής και οικονομικής ανεξαρτησίας, ενώ αποτελούν διοικητικές αρχές που δεν εντάσσονται στην κλασική ιεραρχία της Διοίκησης, ενώ διαμορφώνουν μία ιδιότυπη διοικητική νομολογία, μέσω των αποφάσεων τους.

Προβαίνοντας, όμως, σε μία συνοπτική συγκριτική εξέταση του θεσμικού πλαισίου που αφορά τη δομή, τη σύνθεση, τη λειτουργία και την εν γένει δραστηριότητα των δύο αρχών, παρά τις προφανείς ομοιότητες, δύναται να εξαχθούν χρήσιμες παρατηρήσεις – διαφοροποιήσεις των δύο αρχών, ως έχουν προβλεφθεί και εφαρμόζονται σε έκαστο κράτος, που αξίζει θεωρητικά να ληφθούν υπόψη από τους νομοθέτες των δυο κρατών, προς ενδεχόμενη μελλοντική περαιτέρω εξέλιξη και αναβάθμιση ή τροποποίηση προς περαιτέρω βελτίωση, της τρέχουσας δραστηριότητας των υπό κρίση οργάνων.

Έτσι, συγκρίνοντας συνοπτικά, τις δύο ανεξάρτητες διοικητικές αρχές εξέτασης των προσφυγών στα δύο κράτη:

1. Παρατηρείται ο μεγαλύτερος αριθμός μελών της ΑΕΠΠ (30 μέλη + 1 Πρόεδρος, ήτοι σύνολο 31 πρόσωπα2), σε σύγκριση με τον αριθμό των μελών της ΑΑΠ (4 μέλη + 1 Πρόεδρος, σύνολο 5 πρόσωπα3). Η διαφοροποίηση παρίσταται εύλογη, δεδομένης, της μικρότερης ποσοτικά, ύλης την οποία καλείται να διαχειριστεί η ΑΑΠ.

2. Διαφοροποίηση διαπιστώνεται, όσον αφορά την ειδικότητα των μελών των δύο αρχών, καθώς τα μέλη της ΑΕΠΠ απαιτείται να είναι νομικοί επιστήμονες, με ειδίκευση στον τομέα των δημοσίων συμβάσεων4, ενώ τα μέλη της ΑΑΠ απαιτείται, γενικώς, να είναι πρόσωπα υψηλού επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου5, με εξαίρεση τον Πρόεδρο της, που απαιτείται να είναι πρώην δικαστής και ένα τουλάχιστον μέλος της, που είναι πρόσωπο που άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα για τουλάχιστον 6 έτη. Έτσι, η πλειοψηφία των μελών της ΑΑΠ, δηλαδή τα τρία από τα συνολικά πέντε μέλη της (συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου), δεν είναι νομικοί, σε αντίθεση με το Ελληνικό Δίκαιο, βάσει του οποίου, ως μέλη της ΑΕΠΠ, ορίζονται νομικοί. Η εν λόγω πρόβλεψη του κυπριακού δικαίου έχει ως πρακτική συνέπεια, να ορίζονται ως μέλη της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών μηχανικοί, αρχιτέκτονες, βιολόγοι και άλλες ειδικότητες. Αυτό δεν κρίνεται άστοχο, δεδομένης της τεχνικής φύσης πολλών ζητημάτων που καλείται να αντιμετωπίσει η Α.Α.Π. Ωστόσο, καθώς ο έλεγχος που διενεργεί, είναι κυρίως έλεγχος νομιμότητας ή τύπων και όχι ουσίας (οι τεχνικές κρίσεις των αναθετουσών γίνονται γενικώς δεκτές), θα έπρεπε κατά την άποψη του γράφοντος, να προβλέπεται ότι τουλάχιστον τα 3 από τα 5 μέλη της Α.Α.Π. συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου θα είναι νομικοί.

Ενδεικτικά, σήμερα και έως την 17η.01.2024 τα μέλη της Α.Α.Π. έχουν τις εξής ειδικότητες: 1) Πρώην τραπεζικός, 2) Αρχιτέκτονας, 3) Πολιτικός μηχανικός, 4) Οικονομολόγος6. Η εν λόγω Αρχή, αποδέχεται, γενικώς, τις τεχνικές κρίσεις των αναθετουσών αρχών, απαιτείται όμως πλήρης και επαρκής αιτιολόγηση και νομική πληρότητα των αποφάσεων που εκδίδονται, ώστε να ελαχιστοποιούνται οι προσφυγές που καταχωρούνται εναντίον των αποφάσεων της, στο Διοικητικό Δικαστήριο, κατά το άρθρο 146 του Συντάγματος. Η εν λόγω νομική πληρότητα μπορεί να διασφαλιστεί, με αλλαγή της σύνθεσης της Αρχής, ώστε η πλειοψηφία των μελών της να είναι νομικοί επιστήμονες.

3. Διαφορετική εμφανίζεται η δυνατότητα προσβολής των αποφάσεων των παραπάνω ανεξάρτητων διοικητικών αρχών των δύο κρατών, ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, το άρθρο 32 του Ν. 104/2010 προβλέπει πως κάθε απόφαση, είτε πράξη είτε παράλειψη της ΑΑΠ, υπόκειται σε προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 146 του Συντάγματος. Υπό την κρατούσα, σήμερα, ερμηνεία της συγκεκριμένης διάταξης, γίνεται δεκτό ότι τέτοιο δικαίωμα δεν έχουν οι αναθέτουσες αρχές, προς αποφυγήν ενδοστρεφών εντός της διοίκησης δικών7.

Αντιθέτως, κατά το άρθρο 346, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, του Νόμου 4412/2016 στην Ελλάδα, δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης και αίτησης αναστολής, ενώπιον των αρμόδιων διοικητικών δικαστηρίων, κατά των αποφάσεων της ΑΕΠΠ, παρέχεται ρητά, σε όλες τις αναθέτουσες αρχές, είτε κεντρικές είτε μη κεντρικές. Συνεπώς, υφίσταται σημαντική διαφοροποίηση ως προς τη δυνατότητα των αναθετουσών αρχών των δύο κρατών να επιδιώξουν τη δικαστική προσβολή των αποφάσεων των δύο ανεξάρτητων οργάνων, Κύπρου και Ελλάδας.

4. Διαπιστώνεται σημαντική διαφοροποίηση ως προς την έκταση της αρμοδιότητας και της δικαιοδοσίας των δύο οργάνων. Κατά τις πρόνοιες του Ν. 104/2010, αρμοδιότητα της ΑΑΠ, για εξέταση των οικείων ιεραρχικών προσφυγών, κατά το προσυμβατικό στάδιο ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων, υφίσταται, ενδεικτικά, σε κλασικές δημόσιες συμβάσεις των οποίων η εκτιμώμενη αξία ισούται ή υπερβαίνει: α) για κεντρικές αναθέτουσες αρχές τα 139.000€ για προμήθειες και υπηρεσίες και τα 500.000 € για έργα και β) για μη κεντρικές αναθέτουσες αρχές τα 214.000 € για προμήθειες και υπηρεσίες και τα 500.000€ για έργα, εκτός αν εξαιρούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 11,12,13,14,15,16,19,20,21 και 34 του Ν. 73/20168. Δηλαδή για τη θεμελίωση της αρμοδιότητας και της δικαιοδοσίας της ΑΑΠ και σχετικά με τις συμβάσεις που εμπλέκονται, προβλέπονται καθορισμένα ελάχιστα χρηματικά όρια κατά τρόπο ταυτόσημο, με τις προβλέψεις του ενωσιακού δευτερογενούς δικαίου. Βεβαίως, λοιπές συμβάσεις, κάτω των συγκεκριμένων χρηματικών ορίων, δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα της ΑΑΠ.

Απεναντίας, στο ελληνικό δίκαιο και κατά τις προβλέψεις του άρθρου 345, παράγραφοι 1 και 2, αρμοδιότητα της ΑΕΠΠ θεμελιώνεται για διαφορές που προκύπτουν κατά τη διαδικασία ανάθεσης συμβάσεων, εκτιμώμενης αξίας ανώτερης των 60.000 € χωρίς Φ.Π.Α.9 και ανεξάρτητα από τη φύση τους.

Έτσι, το Ελληνικό Δίκαιο, έχει υιοθετήσει ένα ενοποιητικό σχήμα, διευρύνοντας την αρμοδιότητα και τη δικαιοδοσία της αρμόδιας ανεξάρτητης διοικητικής αρχής, σε σύγκριση με το κυπριακό αντίστοιχο. Επιπλέον όμως, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, η αρμοδιότητα της ΑΑΠ, παρότι ακυρωτικής φύσης, δύναται να επεκτείνεται και α) στην τροποποίηση ή μεταρρύθμιση παράνομων όρων προδιαγραφών και β) στην εξέταση παραπομπών από το Γενικό Λογιστήριο της Δημοκρατίας, ως αρμόδιας αρχής δημοσίων συμβάσεων10, αντίστοιχες δυνατότητες που δεν προβλέπονται ως αρμοδιότητα της ΑΕΠΠ.

5. Διαφοροποίηση παρατηρείται και ως προς τη διαδικασία εξέτασης διοικητικών προσφυγών ενώπιον των δύο οργάνων των δύο κρατών:

Κατά τη παράγραφο 1 περίπτωση α και τη παράγραφο 4 του άρθρου 24, του Νόμου 104/2010, προβλέπεται ότι η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, μέσα σε προθεσμία δύο (2) εργασίμων ημερών από την καταχώριση της προσφυγής, κοινοποιεί στην αναθέτουσα αρχή ή στον αναθέτοντα φορέα την προσφυγή και ζητά από αυτήν ή αυτόν, σε περίπτωση που με το έντυπο της προσφυγής ζητείται η λήψη προσωρινού μέτρου, να παρουσιαστεί ενώπιόν της εντός δύο (2) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της προσφυγής στην αναθέτουσα αρχή ή στον αναθέτοντα φορέα, για να εκθέσει τις απόψεις της/του για το ενδεχόμενο λήψης προσωρινού μέτρου για αναστολή της διαδικασίας ανάθεσης ή της εκτέλεσης πράξης ή απόφασης της αναθέτουσας αρχής ή του αναθέτοντος φορέα ή της υπογραφής της σύμβασης. Στη συνάντηση, για να εκφέρει τις απόψεις του, καλείται να παρουσιαστεί και ο ενδιαφερόμενος προσφέρων ή υποψήφιος που έχει προσφύγει στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ή αντιπρόσωπός του.

Εν συνεχεία, η Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ορίζει σύντομη ημερομηνία για την εξέταση της προσφυγής και, με έγγραφη ειδοποιηση της, καλεί τόσο τον ενδιαφερόμενο προσφέροντα ή υποψήφιο που έχει προσφύγει στην Αναθεωρητική Αρχή Προσφορών, ή αντιπρόσωπό του, όσο και την αναθέτουσα αρχή ή τον αναθέτοντα φορέα, ή αντιπρόσωπό της/του, να παρουσιαστούν ενώπιον της και να εκθέσουν τις απόψεις τους αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα που εγείρεται στην υπό εξέταση προσφυγή.

Με τις ως άνω ρυθμίσεις του Κυπριακού δικαίου, υλοποιείται με τον καλύτερο τρόπο η απαίτηση των ενωσιακών δικονομικών οδηγιών, (ιδίως των 89/665/ΕΟΚ και 2007/66/ΕΚ), περί ανεξαρτησίας του οργάνου προσφυγής, δηλαδή της βασικής αρχής εξέτασης της προσφυγής, ανεξαρτησίας ή οποία, βεβαίως, επιβεβαιώνεται με τον καλύτερο τρόπο, όταν λαμβάνει χώρα ενώπιον του συγκεκριμένου οργάνου αντιμωλία, προφορικότητα και δημοσιότητα της διαδικασίας.

Η μεγάλη σημασία των συγκεκριμένων ρυθμίσεων, φαίνεται και από την αντιδιαστολή τους, όσον αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα, με τις αντίστοιχες ρυθμίσεις του Ελληνικού Δικαίου.

Στο Ελληνικό Δίκαιο ισχύουν, ενδεικτικά, όσον αφορά τη διαδικασία εξέτασης υποθέσεων, ενώπιον της ΑΕΠΠ, τα εξής:

Α) Η αναθέτουσα αρχή οφείλει να διαβιβάσει στην ΑΕΠΠ, το αργότερο εντός δέκα (10) ημερών, τον πλήρη φάκελο της υπόθεσης, τις απόψεις της επί της προσφυγής και τα αποδεικτικά κοινοποίησής της στους ενδιαφερόμενους τρίτους, προκειμένου αυτοί να ασκήσουν το δικαίωμα παρέμβασή τους στη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής, αν κρίνουν ότι μπορεί να θίγονται από την αποδοχή της. Η δεκαήμερη προθεσμία αποστολής αρχίζει, στην περίπτωση κατάθεσης της προσφυγής στον ηλεκτρονικό τόπο του διαγωνισμού, από την ημέρα κατάθεσης αυτής. Όταν η προσφυγή κατατίθεται στην ΑΕΠΠ, μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της, η προθεσμία αυτή αρχίζει από την ημέρα κοινοποίησης στην αναθέτουσα αρχή, της κατάθεσης της προσφυγής. Και στις δύο (2) αυτές περιπτώσεις, η διαβίβαση γίνεται ηλεκτρονικά11

Β) Υπάρχει δυνατότητα των αναθετουσών αρχών, παράθεσης στην έκθεση απόψεων τους, αρχικής ή συμπληρωματικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης, πρόβλεψη που είναι καίριας σημασίας για την ταχεία περαίωσης της υπόθεσης12.

Γ) Δεν προβλέπεται δυνατότητα παράστασης των ενδιαφερομένων ενώπιον της ΑΕΠΠ κατά τη συζήτηση της προδικαστικής προσφυγής, καθώς υφίσταται ένα σύστημα έγγραφης-ηλεκτρονικής διαδικασίας, χωρίς περιθώρια για τη δυνατότητα παράστασης των ενδιαφερομένων (προσφευγόντων ή παρεμβαινόντων) αυτοπροσώπως με συνήγορο13.

Κατόπιν των ανωτέρω, στο Κυπριακό δίκαιο, η προφορικότητα και η δημοσιότητα της διαδικασίας, εξασφαλίζεται τόσο κατά την εξέταση της αίτησης λήψης προσωρινών μέτρων όσο και κατά την εξέταση της προσφυγής με τη ρητή, βεβαίως, πλην εύλογη και σύμφωνη με τα προβλεπόμενα στις ενωσιακές δικονομικές Οδηγίες, εξαίρεση, του άρθρου 20 παράγραφος 5 του Νόμου 104 του 2010, περί δυνατότητας της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών να εξετάζει συνοπτικά και να απορρίπτει προσφυγή, την οποία κρίνει αβάσιμη, χωρίς να καλείται ενώπιον της ο ενδιαφερόμενος, ή ανάλογα με την περίπτωση η αναθέτουσα αρχή ή ο αναθέτων φορέας. Δεν προβλέπεται, ωστόσο, δυνατότητα της αναθέτουσας αρχής για υποβολή συμπληρωματικής αιτιολογίας της προσβαλλόμενης πράξης και αντίστοιχου υπομνήματος του οικονομικού φορέα, ή δυνατότητα παρέμβασης, κατά κανόνα, τρίτου προσώπου, π.χ. του επιτυχόντα προσφοροδότη στην σχετική διαδικασία. Οι διαφοροποιήσεις ως προς τα συγκεκριμένα, είναι συνεπώς έκδηλες.

Βέβαια, μετά την νέα προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων στην Ελλάδα, (Ν. 4782/2021 ΦΕΚ 36/Α/09.03.2021) με τίτλο «εκσυγχρονισμός, απλοποίηση και αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου των δημοσίων συμβάσεων», κατά το άρθρο 136 αυτής, τροποποιείται το άρθρο 365 του ν. 4412/2016 και προστίθεται σημαντική προσθήκη, που προβλέπει ότι, εφόσον ο προσφεύγων ή ο παρεμβαίνων ή η αναθέτουσα αρχή αιτηθούν να αναπτύξουν και προφορικά τους ισχυρισμούς τους, επί των λόγων της προδικαστικής προσφυγής, ο προεδρεύων του κλιμακίου με πράξη του, δύναται να καλεί σε ακρόαση ενώπιον του κλιμακίου όλους τους ανωτέρω σε ημέρα και ώρα, η οποία δεν μπορεί να είναι αργότερα από την ημέρα και ώρα εξέτασης της προσφυγής. Η κλήση για την ακρόαση κοινοποιείται με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου το αργότερο πέντε (5) ημέρες, πριν από την ορισθείσα ακρόαση στον προσφεύγοντα, στην αναθέτουσα αρχή και στον ασκήσαντα παρέμβαση. Ακρόαση δεν πραγματοποιείται κατά τη διαδικασία για τη λήψη ή μή προσωρινών μέτρων.

Επομένως εισάγεται δυνατότητα προφορικής ακρόασης και παράστασης των μερών στην διαδικασία εξέτασης της προδικαστικής προσφυγής στην Α.Ε.Π.Π., εφόσον όμως μονάχα το ζητήσει κάποιο ενδιαφερόμενο μέρος με παράλληλη δυνατότητα και όχι υποχρέωση του Προεδρεύοντος να κάνει δεκτό το εν λόγω αίτημα.

6. Διαφοροποίηση διαπιστώνεται και ως προς την έκταση ελέγχου που διενεργούν οι δύο αρχές- όργανα, καθώς η ΑΕΠΠ γενικώς δεσμεύεται και από τις προηγούμενες αποφάσεις της14, ενώ η ΑΑΠ από τις αποφάσεις του Διοικητικού Δικαστηρίου, του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά την έκταση ελέγχου που διενεργεί15. Επιπλέον, τα δύο όργανα, ελέγχουν τα ζητήματα που θίγονται με την προσφυγή, δηλαδή τις αιτιάσεις που η τελευταία προβάλλει. Ωστόσο, παρότι η ΑΑΠ γίνεται δεκτό ότι ενεργεί ακυρωτικής φύσης έλεγχο16, εντούτοις έχει την εξουσία μεταρρύθμισης και τροποποίησης παράνομων όρων προδιαγραφών, ενώ από την άλλη μεριά η ΑΕΠΠ, παρότι ενεργεί τόσο έλεγχο νομιμότητας όσο και ουσίας17, απαγορεύεται να προβεί σε τροποποίηση ή μεταρρύθμιση της προσβαλλόμενης πράξης.

7. Όσον αφορά όμως και το χρονοδιάγραμμα έκδοσης αποφάσεων από τις δύο ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, υφίσταται διαφοροποίηση, καθώς η απόφαση της ΑΑΠ εκδίδεται μέσα σε 45 ημερολογιακές ημέρες από την ολοκλήρωση της ακρόασης18, ενώ η απόφαση της ΑΕΠΠ εκδίδεται μέσα σε αποκλειστική προθεσμία 20 ημερών από την ημερομηνία εξέτασης της προσφυγής19. Συνεπώς, τυγχάνει μικρότερο το χρονικό διάστημα έκδοσης απόφασης από το όργανο της Ελλάδας, ωστόσο πρέπει να ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι, δεν λαμβάνει χώρα, κατά κανόνα, προφορική ακρόαση στην διαδικασία εξέτασης της προσφυγής ενώπιον της ΑΕΠΠ, σε αντίθεση με την αντίστοιχη διαδικασία ενώπιον της ΑΑΠ.

8. Τέλος, σχετικά με τις αποφάσεις που εκδίδουν οι ως άνω ανεξάρτητες διοικητικές αρχές προσφυγής στα δύο κράτη, τυγχάνει αναλυτικότερη η πρόβλεψη του Κυπριακού Δικαίου, όσον αφορά τον τρόπο συμμόρφωσής των αναθετουσών αρχών με τις αποφάσεις που εκδίδονται από την κυπριακή ανεξάρτητη διοικητική αρχή. Έτσι, κατά το άρθρο 15 παράγραφος 2 του Νόμου 104 του έτους 2010, οι αναθέτουσες αρχές και οι αναθέτοντες φορείς γνωστοποιούν εγγράφως στην ΑΑΠ, εντός ευλόγου χρόνου, τα ληφθέντα μέτρα προς συμμόρφωση με κάθε απόφαση της. Η αντίστοιχη ρύθμιση του ελληνικού δικαίου τυγχάνει περισσότερο αφηρημένη, καθώς κατά το άρθρο 367 παράγραφος 3 του νόμου 4412 του 201620, οι αναθέτουσες αρχές υποχρεούνται να συμμορφώνονται με τις αποφάσεις της ΑΕΠΠ. Ειδικότερα, συνεπώς, από τον Κυπριακό νόμο, καθιερώνεται η υποχρέωση των αναθετουσών αρχών να γνωστοποιούν εγγράφως τα ληφθέντα μέτρα προς συμμόρφωση με τις αποφάσεις της στην ΑΑΠ, επιταγή που δεν εξειδικεύεται με όμοιο τρόπο, στο ελληνικό δίκαιο, όσον αφορά τη συμμόρφωση των αναθετουσών αρχών, προς τις αποφάσεις της ΑΕΠΠ.

Kατόπιν της ανωτέρω συνοπτικής συγκριτικής εξέτασης όσον αφορά τις δύο ως άνω ανεξάρτητες διοικητικές αρχές εξετάσης προσφύγων κατά το στάδιο σύναψης δημοσίων συμβάσεων, στις δύο χώρες, παρατηρούνται αξιοσημείωτες διαφοροποιήσεις ως προς τη σύνθεση, τη δομή, τη λειτουργία και κατά το θεσμικό πλαίσιο που τις διέπει, παρατηρήσεις και συμπεράσματα που δύνανται όμως, ως προαναφέρθηκε, να ληφθούν υπόψη από τη νομοθετική εξουσία και στις δύο χώρες, προς βελτίωση της δομής, της σύνθεσης, της λειτουργίας και των εν γένει διαδικασιών που εφαρμόζονται ενώπιον τους.

1 Copyright © ,
Με επιφύλαξη παντός δικαιώματος. All rights reserved.
Απαγορεύεται η αντιγραφή, αποθήκευση και διανομή της παρούσας εργασίας, εξ ολοκλήρου ή τμήματος αυτής, για εμπορικό σκοπό. Επιτρέπεται η ανατύπωση, αποθήκευση και διανομή για σκοπό μη κερδοσκοπικό, εκπαιδευτικής ή ερευνητικής φύσης, υπό την προϋπόθεση να αναφέρεται η πηγή προέλευσης και να διατηρείται το παρόν μήνυμα. Οι απόψεις και θέσεις που περιέχονται σε αυτήν την εργασία εκφράζουν αποκλειστικά το συγγραφέα.
2 κατά το άρθρο 348, παράγραφος 1, Ν. 4412/2016
3 κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1 Ν.104(Ι)/2010
4 Βλ. άρθρο 348, παρ. 3 Ν.4412/2016
5 Βλ. άρθρο 6, παράγραφος 2α και 2β Ν.104(Ι)/2010
6 Βλ. Ιστοσελίδα Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (ΑΑΠ) – Μέλη Επιτροπής,http://www.tra.gov.cy/aap/aap.nsf/page07_gr/page07_gr?OpenDocument ημερομηνία πρόσβασης 22.02.2021
7 Βλ. Ιουλιανού Σ., ΕφΔΔ 6/2014, σελ. 776-782
8 άρθρο 3, περ. γ ́ Ν. 104/(Ι)/2010
9 μετά την νέα προωθούμενη νομοθετική ρύθμιση του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων στην Ελλάδα (αρ. 134 Ν. 4782/2021), με τίτλο «εκσυγχρονισμός, απλοποίηση και αναμόρφωση του ρυθμιστικού πλαισίου των δημοσίων συμβάσεων», ανώτερης των 30.000 €
10 Βλ. αρ. 5 περ. στ ́ και αρ. 25 παρ. 2 γ Ν. 104(Ι)/2010
11 Βλ. αρ. 365 παρ. 1 Ν. 4412/2016 και Κατσιγιαννης, ΘΠΔΔ 8-9/2018
12 Βλ. αρ. 365 παρ. 1, εδαφ. γ ́ Ν. 4412/2016
13 Κατσιγιάννης, ΘΠΔΔ 8-9/2018
14 Βλ. ΕΑ ΣτΕ 54/2018
15 Βλ. επιχείρημα από Αιμιλιανίδη Α., 2007, σελ. 320
16 Βλ. Κούσπη Θ., Σχόλιο επί ενδιάμεσης απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών σε ιεραρχική προσφυγή με αριθμό 41/2018, Δικαιοσύνη – διαδικτυακή πύλη νομικής ενημέρωσης στη Κύπρο
https://dikaiosyni.com/katigories/apopseis/sxolio-gia-tin-apofasi-tis-app-stin-ierarxiki-prosfygi/ ημερομηνία πρόσβασης 21.01.2021
17 Βλ. Ράικος, Βλάχου, Σαββίδη, 2018, σελ. 1227-1228, βλ. βέβαια και αρ. 18 παρ. 1 ΠΔ 39/2017 ότι η ΑΕΠΠ ελέγχει τη προδικαστική προσφυγή ως προς τη νομιμότητα της
18 άρθρο 25, Ν.104(Ι)/2010
19 Άρθρο 367, παράγραφος 1, Ν. 4412/2016 20 Και το αρ. 18 παρ. 5 ΠΔ 39/2017

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

–  Αιμιλιανίδης Α., Κυπριακό Δίκαιο των Δημοσίων Συμβάσεων, Εκδόσεις Δικαιονομία, 2007.

–  Ιστοσελίδα Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών (ΑΑΠ) – Μέλη Επιτροπής,http://www.tra.gov.cy/aap/aap.nsf/page07_gr/page07_gr?OpenDocument ημερομηνία πρόσβασης 22.02.2021

–  Ιουλιανού Σ., Το δικαίωμα προσφυγής κατά των αποφάσεων της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών της Κυπριακής Δημοκρατίας, ΕφημΔΔ 6/2014

–  Κατσίγιαννης Φ., Η Αρχή Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών και οι αρμοδιότητές της, ΘΠΔΔ 8-9/2018

–  Κούσπη Θ., Σχόλιο επί ενδιάμεσης απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών σε ιεραρχική προσφυγή με αριθμό 41/2018, Δικαιοσύνη – διαδικτυακή πύλη νομικής ενημέρωσης στη Κύπροhttps://dikaiosyni.com/katigories/apopseis/sxolio-gia-tin-apofasi-tis-app-stin- ierarxiki-prosfygi/ ημερομηνία πρόσβασης 21.01.2021

–  Ράικος Δ. / Βλάχου Ε./ Σαββίδη Ε., Δημόσιες Συμβάσεις – Ν. 4412/2016, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Σχετικές διατάξεις, Νομολογία, τόμος Ι, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2018

–  Ν. 4412/2016 ΦΕΚ Α’ 147/8-8-2016

–  Ν.104(Ι)/2010 περί των Διαδικασιών Προσφυγής στον Τομέα της Σύναψης

των Δημοσίων Συμβάσεων, ως τροποποιήθηκε με τους Ν.174(Ι)/2011,

Ν179(Ι)/2017 και Ν.83(Ι)/2019

–  Ν. 4782/2021 – ΦΕΚ 36/Α/09.03.2021

–  ΠΔ 39/2017 «Κανονισμός εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών ενώπιον της

Αρχής Εξέτασης Προδικαστικών Προσφυγών», ΦΕΚ 64/Α/4-5-2017

–  ΕΑ ΣτΕ 54/2018

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,