Συμβατή με την ΕΣΔΑ η εφαρμογή της Σαρία στις σχέσεις κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου μουσουλμάνων Δυτικής Θράκης;

Υπόθεση Μόλλα Σάλι κατά Ελλάδας, 19.12.2018.

Η υπόθεση Μόλλα Σάλι η οποία εκδικάστηκε πρόσφατα από το ΕΔΔΑ  αφορά τη συμβατότητα της εφαρμογής της Σάρια στις οικογενειακές και προσωπικές σχέσεις των Μουσουλμάνων της Δυτικής Θράκης, οι οποίοι παρέμειναν εντός των ορίων του Ελληνικού Κράτους μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών δυνάμει της Συνθήκης της Λωζάνης, με την ΕΣΔΑ. Καταρχήν θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εφαρμογής της Σάρια δεν προβλέπεται ρητά από τη Συνθήκη της Λωζάνης, καθώς η Συνθήκη κάνει αναφορά σε λήψη των κατάλληλων μέτρων από τα συμβαλλόμενα μέρη, έτσι ώστε τα ζητήματα που αφορούν την  προσωπική και οικογενειακή κατάσταση των μελών της μειονότητας να ρυθμίζονται σύμφωνα με τα έθιμα της μειονότητας [αρθ 42& 45 της Συνθήκης της Λωζάνης]. Δηλαδή σύμφωνα με το κείμενο της Συνθήκης τα κράτη έχουν τη διακριτική ευχέρεια να επιλέξουν τα κατάλληλα μέτρα για την εκπλήρωση του στόχου που θέτει η Συνθήκη [τη ρύθμιση των θεμάτων οικογενειακής και προσωπικής κατάστασης σύμφωνα με τα έθιμα της μειονότητας] και όχι την υποχρέωση να καταστήσουν την εφαρμογή της Σάριας υποχρεωτική ως προς τη ρύθμιση των εν λόγω σχέσεων. Η Συνθήκη της Λωζάνης δεν αναφέρεται ρητά στην εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου αλλά αναγνωρίζει την ιδιαιτερότητα της μουσουλμανικής μειονότητας έναντι της χριστιανικής πλειοψηφίας.

Η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων παρουσιάζει αποκλίσεις ως προς το εάν η εφαρμογή της Σάρια είναι υποχρεωτική ή όχι[1],  όσον αφορά τη ρύθμιση των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων των Ελλήνων μουσουλμάνων που διαμένουν στη Θράκη,  αλλά και ως προς το εάν η Εφαρμογή της Σάρια είναι συμβατή με το ελληνικό Σύνταγμα και Διεθνείς Συνθήκες Προστασίας Δικαιωμάτων τις οποίες έχει κυρώσει η Ελλάδα[2]. Ωστόσο ο Άρειος Πάγος το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο της Ελλάδας, έχει κρίνει ότι το ιδιαίτερο νομικό καθεστώς που διέπει τη ρύθμιση των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων των Ελλήνων μουσουλμάνων που διαβιούν στη Θράκη συνιστά ειδικό διαπροσωπικό δίκαιο, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία της μουσουλμανικής μειονότητας, συνιστά διεθνή υποχρέωση της χώρας και δεν έρχεται σε αντίθεση ούτε με το ελληνικό Σύνταγμα ούτε με την ΕΣΔΑ. Όσον αφορά την ενδεχόμενη σύγκρουση μεταξύ των διεθνών υποχρεώσεων και της προστασίας των δικαιωμάτων ο Άρειος Πάγος, προβαίνει έστω και έμμεσα σε μια ιεράρχηση μεταξύ τους καθώς θεωρεί ότι η εφαρμογή της Σάρια σε συγκεκριμένα πεδία, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ. (Βλ. Α.Π 1831/2013) Η κρίση αυτή του Αρείου Πάγου βασίζεται σε μια υπόρρητη παραδοχή η οποία διατρέχει το σκεπτικό όλων των σχετικών με το θέμα αποφάσεων, ότι δηλαδή το κράτος αναλαμβάνει τον ρόλο εγγυητή  της ταυτότητας των μελών μιας μειονότητας[3].

Ωστόσο η παραδοχή αυτή δεν είναι συμβατή με τους βασικούς άξονες της νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με την προστασία των μειονοτήτων καθώς το ΕΔΔΑ δεν θεωρεί ότι η ΕΣΔΑ θεμελιώνει συλλογικά μειονοτικά δικαιώματα αλλά μόνο το δικαίωμα των ατόμων να αυτοπροσδιορίζονται ως προς την ταυτότητα τους. Η νομολογία του ΕΔΔΑ αναγνωρίζει δηλαδή την προστασία μιας μειονοτικής ταυτότητας ως στοιχείο απαραίτητο για τον αυτοπροσδιορισμό των ατόμων όχι όμως και ως στοιχείο μιας ταυτότητας που προσδιορίζει μια συλλογικότητα σε σχέση με την πλειοψηφούσα εθνότητα ή θρησκευτική κοινότητα μιας χώρας. Η ταυτότητα σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ παραμένει ένα  ζήτημα που αφορά το άτομο και όχι μια συλλογικότητα . Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο για την αξιολόγηση της απόφασης στην υπόθεση Μολλα Σάλι. Επίσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υπόθεση Μόλλα Σαλι είναι η πρώτη υπόθεση με την οποία το ΕΔΔΑ καταπιάνεται με το εάν είναι συμβατό με την ΕΣΔΑ ένα νομικό καθεστώς προστασίας μιας μειονότητας, το οποίο αναγνωρίζει εξαιρέσεις με βάση τη θρησκεία ως προς τους γενικούς κανόνες που εφαρμόζονται στο σύνολο του πληθυσμού μιας χώρας[4].

Οι θρησκευτικές κοινότητες ως φορείς δικαιωμάτων σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ.

Για να κατανοήσουμε το σκεπτικό της απόφασης του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μολλα Σάλι θα πρέπει καταρχήν να εξετάσουμε τους βασικούς άξονες οι οποίοι διέπουν τη νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με τα δικαιώματα των θρησκευτικών κοινοτήτων. Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΔΔΑ οι θρησκευτικές κοινότητες είναι φορείς της θρησκευτικής ελευθερίας που κατοχυρώνει το άρθρο 9 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς μπορούν να ασκούν τα κατοχυρωμένα στο άρθρο 9 δικαιώματα εξ’ ονόματος των μελών τους.( Βλ. Cha’are Shalom Ve Tsedek V France, application no. 2471/95, par.95.)

 Επίσης τα ζητήματα που αφορούν την εσωτερική τους οργάνωση θα πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με αποφάσεις που λαμβάνουν οι ίδιες οι θρησκευτικές κοινότητες χωρίς την επέμβαση του κράτους(Βλ. Serif v Greece [1999] 31 EHRR 561). Επίσης έκφραση συλλογικής θρησκευτικής ελευθερίας αποτελεί το δικαίωμα των θρησκευτικών κοινοτήτων να αποκτούν νομική προσωπικότητα(Βλ.Canea Catholic Church v Greece [1999], 27 EHRR 521), έτσι ώστε να μπορούν να ασκούν άλλα δικαιώματα των οποίων είναι φορείς, όπως το δικαίωμα στην ιδιοκτησία. Το ΕΔΔΑ αποδέχεται επίσης ότι η αυτονομία των θρησκευτικών κοινοτήτων μπορεί να δικαιολογήσει αποκλίσεις ως προς την έκταση της προστασίας που απολαμβάνουν τα μέλη τους σε σχέση με τα ατομικά τους δικαιώματα, εφόσον η συμμετοχή στη θρησκευτική κοινότητα είναι εθελοντική και προϋποθέτει την αποδοχή των βασικών αρχών του θρησκευτικού δόγματος[5].

Μια τέτοια προσέγγιση, η οποία βασίζεται συνδυαστικά στη θρησκευτική ελευθερία στην ελευθερία συνένωσης [αρθ 9&11 ΕΣΔΑ], μπορεί να υποστηριχθεί για μια σειρά από λόγους. Εάν αποδεχθούμε ότι το κράτος μπορεί να παρεμβαίνει στα κριτήρια εισδοχής σε μια θρησκευτική κοινότητα ή στην εσωτερική της οργάνωση τότε η αυτονομία της, η οποία αποτελεί συστατικό στοιχείο της θρησκευτικής της ελευθερίας θα εξουδετερωνόταν. Ωστόσο μόνο θρησκευτικές κοινότητες που είναι νομικά οργανωμένες ως ενώσεις προσώπων και έχουν διατυπώσει φανερά τις αρχές του δόγματος τους μπορούν επικαλούνται την θρησκευτική ελευθερία ως όριο στην παρέμβαση του κράτους. Οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι απαραίτητες προκειμένου μια θρησκευτική κοινότητα  να έχει τη δυνατότητα να διεκδικήσει ένα καθεστώς εξαιρέσεων εν ονόματι της θρησκευτικής ελευθερίας, γιατί και οι δύο διασφαλίζουν ότι συμμετοχή ή αποχώρηση των μελών στη θρησκευτική κοινότητα είναι εθελοντική. Επιπλέον  θα πρέπει οι εξαιρέσεις από τους γενικούς νόμους να αφορούν μόνο ζητήματα που έχουν άμεση σχέση με τους βασικούς σκοπούς που καλείται να εκπληρώσει μια θρησκευτική κοινότητα. Είναι κρίσιμο επίσης να διακρίνουμε μεταξύ ζητημάτων που αφορούν δραστηριότητες οι οποίες έχουν σχέση με τον πυρήνα του θρησκευτικού δόγματος και δραστηριότητες που έχουν περιφερειακή σχέση με το θρησκευτικό δόγμα. Για παράδειγμα εξαιρέσεις σχετικά με την αρχή της ισότητας των δύο φύλων στις προσλήψεις προσωπικού δεν μπορούν να αφορούν όλες τις επαγγελματικές θέσεις

Μια άλλη διάσταση της θρησκευτικής αυτονομίας των θρησκευτικών κοινοτήτων  περιλαμβάνει την πλήρη αρμοδιότητα τους στην επίλυση δογματικών ζητημάτων. Ωστόσο η δικαιοδοσία των θρησκευτικών κοινοτήτων δεν μπορεί να επεκτείνεται πέρα από τα ζητήματα που αφορούν το θρησκευτικό δόγμα. Τα δικαστήρια δεν είναι αρμόδια να επιλύουν θρησκευτικά ζητήματα ακόμη και εάν η επίλυση ενός θεολογικού ζητήματος είναι απαραίτητη για την επίλυση μιας διαφοράς. Η διαπίστωση αυτή όμως δεν μπορεί να οδηγήσει σε ολοκληρωτική ασυλία των θρησκευτικών κοινοτήτων ως προς τον δικαστικό έλεγχο αποφάσεων τους με το πρόσχημα της μη εμπλοκής του δικαστηρίου σε θρησκευτικά ζητήματα. Οι αρχές αυτές επιβεβαιώνονται στην απόφαση Μολλα Σάλι. Κρίσιμο στοιχείο στο σκεπτικό της απόφασης αποτελεί η διαπίστωση ότι το ισχύον καθεστώς ρύθμισης των οικογενειακών και προσωπικών σχέσεων των μελών της μουσουλμανικής μειονότητας που ζουν στη Θράκη καθιστά υποχρεωτική την υπαγωγή των σχετικών διαφορών στη δικαιοδοσία του Μουφτή χωρίς καμία δυνατότητα εφαρμογής των γενικών νόμων που ισχύουν για τους έλληνες πολίτες [Μόλλα Σάλλι, παρ 157]. Το ισχύον καθεστώς δεν σέβεται την πρώτη προϋπόθεση η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την απόκλιση από την εφαρμογή των γενικών κανόνων για τα μέλη μιας κοινότητας καθώς η εφαρμογή της Σάρια είναι υποχρεωτική για όλα τα μέλη της μειονότητας ανεξάρτητα από τη θέληση τους. Επίσης η αποκλειστική δικαιοδοσία του Μουφτή επί των προσωπικών και οικογενειακών υποθέσεων των μελών τη μειονότητας δε συνάδει  με τη νομολογία του ΕΔΔΑ σύμφωνα με την οποία αποκλίσεις από τη γενική δικαιοδοσία των δικαστηρίων μπορούν να δικαιολογηθούν μόνο όταν αφορούν ζητήματα τα οποία έχουν σχέση με το θρησκευτικό δόγμα. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που αφορά την εφαρμογή του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, το ΕΔΔΑ στην ουσία αποδέχεται αποκλίσεις από την εφαρμογή της διάταξης, μόνο στις περιπτώσεις απόλυσης κληρικού. Στις υπόλοιπες περιπτώσεις το ΕΔΔΑ δεν δέχεται αποκλίσεις και θεωρεί ότι οι υποθέσεις ακόμη και εάν έχουν μια θρησκευτική διάσταση θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τα κριτήρια της νομολογίας του ΕΔΔΑ σχετικά με τους κανόνες του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ. Συνεπώς η έως τώρα νομολογία του ΕΔΔΑ, η οποία δέχεται τη δυνατότητα αποκλίσεων από τους γενικούς κανόνες και τη γενική δικαιοδοσία λόγω θρησκείας, μόνο για εξαιρετικούς λόγους εξακολουθεί να επιβεβαιώνεται με τη Μόλλα Σάλι.

Μια άλλη διάσταση της νομολογίας σχετικά με τη δυνατότητα απόκλισης από τους γενικούς κανόνες έχει σχέση με τους λόγους για τους οποίους το ΕΔΔΑ αποδέχεται ότι μια διαφοροποιημένη μεταχείριση δεν συνιστά διάκριση. Έως τώρα το ΕΔΔΑ στο πλαίσιο εξέτασης ζητημάτων θρησκευτικής ελευθερίας, έχει θεωρήσει ως αποδεκτή μόνο τη διαφοροποίηση η οποία δρα ενισχυτικά ως προς την θρησκευτική ελευθερία του ατόμου (Thlimenos v Greece. Application.no.34369/97). Μόνο μια τέτοια διαφοροποίηση θεωρείται συμβατή με την ΕΣΔΑ. Η νομολογία του ΕΔΔΑ σε αυτές τις περιπτώσεις κινείται στο άξονα της «αρνητικής ισότητας», η οποία επιβάλει τη διαφορετική μεταχείριση διαφορετικών περιπτώσεων, αρκεί η διαφορετική μεταχείριση να μην καταλήγει σε περιορισμό των δικαιωμάτων των προσώπων που είναι αποδέκτες της διαφορετικής μεταχείρισης. Με βάση αυτό το κριτήριο το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μολλα Σάλλι δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε διαφορετική κρίση ως προς τη συμβατότητα του ισχύοντος νομικού πλαισίου προστασία της Μουσουλμανικής Μειονότητας με την ΕΣΔΑ, καθώς το πλαίσιο αυτό δεν επιτρέπει στα καθιστά υποχρεωτική την εφαρμογή της Σάρια για τα μέλη της μειονότητας, περιορίζει δηλαδή τη θρησκευτική τους ελευθερία, η οποία έχει πάντα και μια αρνητική διάσταση, δηλαδή το δικαίωμα του ατόμου να μην πιστεύει ή να μην ακολουθεί όλους τους κανόνες του δόγματος που πρεσβεύει.        


[1] Υπάρχουν αποκλίνουσες απόψεις στη νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων σχετικά με την πηγή της ιδιαίτερης μεταχείρισης των Ελλήνων Μουσουλμάνων, καθώς υπάρχουν αποφάσεις δικαστηρίων που θεμελιώνουν αυτή τη μεταχείριση στη Συνθήκη των Αθηνών [1913], η οποία προϋπάρχει της Συνθήκης της Λωζάνης η οποία σύμφωνα με αρκετές αποφάσεις των Ελληνικών  δικαστηρίων εξακολουθεί να ισχύει έως σήμερα. Το ζήτημα περιπλέκεται ακόμη περισσότερο καθώς ο έλληνας νομοθέτης ενσωμάτωσε τις διατάξεις της Συνθήκης των Αθηνών σε νόμο του 1992.

[2] Σύμφωνα με τη νομολογία των κατώτερων δικαστηρίων [πρωτοδικεία, εφετεία] αλλά και του Συμβουλίου της Επικρατείας [Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο] η εφαρμογής της Σάρια δεν είναι συμβατή με το Σύνταγμα ούτε με τις διεθνείς συνθήκες προστασίας των δικαιωμάτων.

[3] Το ΕΔΔΑ στην υπόθεση Μολλα Σάλι κάνει ιδιαίτερη αναφορά σε αυτή τη πτυχή της νομολογίας.

[4] Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στο ότι κανένα από τα κράτη που έχει κυρώσει την ΕΣΔΑ δεν αναγνωρίζει παρόμοιο νομικό καθεστώς εξαίρεσης από τους γενικούς κανόνες, με βάση τη θρησκεία εκτός από την Ελλάδα και τη Γαλλία η οποία δεχόταν μια παρόμοια εξαίρεση μόνο για τον πληθυσμό της νήσου Μαγιοτ έως το 2011.

[5] Το στοιχείο της εθελοντικής συμμετοχής είναι πολύ σημαντικό στη νομολογία του ΕΔΔΑ [Leigh Ian, 2012, p. 116]. Παράδειγμα τέτοιας νομολογίας είναι η μη εφαρμογή του άρθρου 6 σε υποθέσεις που αφορούν απόλυση ιερέων με απόφαση των εκκλησιαστικών αρχών, βλ. Duda &Dudova , v Czech republic,  application no. 40224/98.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,