Συγκεκριμένα παραδείγματα που το αυτοδιοίκητο του αθλητισμού υποχώρησε μετά από αποφάσεις δικαστηρίων – Μέρος Β’

Β΄ΜΕΡΟΣ

Όπως αναφέραμε στο χτεσινό πρώτο μέρος του άρθρου, το αυτοδιοίκητο του αθλητισμού δεν είναι απόλυτο και σε αρκετές περιπτώσεις, αποφάσεις των δικαστηρίων ανάγκασαν το αθλητικό κίνημα να τροποποιήσει τους κανονισμούς του. Οι κανονισμοί της FIFA ή της UEFA ή άλλων ηπειρωτικών ομοσπονδιών αμφισβητήθηκαν σε αρκετές περιπτώσεις τόσο ενώπιον εθνικών δικαστηρίων, όσο και του Ελβετικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου, όπου έχουν την έδρα τους οι περισσότεροι υπερεθνικοί αθλητικοί οργανισμοί.

Μέσα μάλιστα από τις αποφάσεις των πιο πάνω δικαστηρίων οι αθλητικοί οργανισμοί αναγκάσθηκαν να τροποποιήσουν τους κανονισμούς τους στο πνεύμα των αποφάσεων και να ξεχάσουν τις προκλητικές και αλαζονικές δηλώσεις που έκαναν κατά καιρούς οι εκπρόσωποι του αθλητικού κινήματος. 

Χαρακτηριστική της νοοτροπίας της ελίτ αυτής, είναι η δήλωση του για πολλά χρόνια προέδρου της IAAF και στελέχους της ΔΟΕ, Ιταλού δικηγόρου και βιομήχανου, Primo Nebiolo, ο οποίος τον Μάιο του 1992, με αφορμή την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στην υπόθεση του Αμερικανού αθλητή Reynolds, με την οποία δικαίωσε τον αθλητή για υπόθεση ντόπινγκ, είχε πει: «Καταλάβετε το μία φορά για πάντα. Το Διαιτητικό Δικαστήριό μας είναι ο τελευταίος βαθμός. Δεν θα δεχθούμε καμιά απόφαση κανενός δικαστηρίου στον κόσμο. Ποια είναι η νομική μας βάση γι’ αυτή τη θέση; Απλούστατα οι δικοί μας κανόνες. Όποιος δεν του αρέσει, να φεύγει!».

Επίσης, κατά την πιο πάνω δίκη το 1992, ο εκπρόσωπος της ηγεσίας της IAAF είπε: «Τα Δικαστήρια μάς έχουν προκαλέσει πολλά προβλήματα για την καταπολέμηση του ντόπινγκ. Αλλά εμείς λέμε ότι δεν μας νοιάζει στο ελάχιστο τι λένε τα δικαστήρια. Έχουμε τους κανόνες μας, και αυτοί υπερισχύουν».

Πριν από αυτό, το 1971 και συγκεκριμένα στην πολύκροτη υπόθεση γνωστή ως το σκάνδαλο της Μπουντεσλίγκα, ο επικεφαλής της κατηγορούσαν αρχής εκ μέρους της FIFA, δήλωσε «ότι το δίκαιο που θέτει η FIFA και γενικότερα οι διεθνείς αθλητικοί οργανισμοί υπερέχει του κρατικού δικαίου».

Ένα από τα πρώτα ηχηρά χαστούκια που δέχθηκε η αλαζονική ηγεσία του παγκόσμιου αθλητικού κινήματος, ώστε να καταλάβει πως το δίκαιο που θέτουν οι αθλητικοί οργανισμοί δεν είναι…θεϊκό και δεν υπερέχει ούτε του κρατικού ούτε του ευρωπαϊκού δικαίου, ήταν ή απόφαση Bosman (Βέλγος ποδοσφαιριστής), η οποία εκδόθηκε στις 15.12.1995 από το ΔΕΚ (Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων).

Με την απόφαση Bosman ανατράπηκαν οι κανονισμοί της UEFA και πλέον επιτρεπόταν στους επαγγελματίες ποδοσφαιριστές να διαπραγματεύονται και να μεταγράφονται ελεύθερα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν λήγει το συμβόλαιό τους με κάποιο σύλλογο, χωρίς ο προηγούμενος σύλλογος να δικαιούται να ζητήσει ανταλλάγματα. Επίσης, ακυρώθηκαν όσοι κανονισμοί εθνικών ομοσπονδιών χωρών-μελών της Ε.Ε. επέβαλαν περιορισμούς σε τέτοιου είδους μετεγγραφές, π.χ. αν επέβαλαν ένα ανώτατο όριο ξένων ποδοσφαιριστών. Με πιο απλά λόγια το δικαστήριο έκρινε ότι αντίκεινται στο ευρωπαϊκό δίκαιο τόσο οι «αποζημιώσεις μετεγγραφών» όσο και οι «ρήτρες αλλοδαπών». Η απόφαση αφορούσε μόνο σε ποδοσφαιριστές υπηκόους των χωρών-μελών της Ε.Ε., τους λεγόμενους κοινοτικούς, για τους οποίους επιτρεπόταν πλέον μεταγραφή ανεξαρτήτως αριθμού, σε αντίθεση με τους μη κοινοτικούς, για τους οποίους η κάθε ομοσπονδία διατήρησε τους κανονισμούς της.

Στη συνέχεια μάλιστα, με άλλες αποφάσεις το ΔΕΚ επέκτεινε την απόφαση Bosman και στους ποδοσφαιριστές που προέρχονται από κράτη που συνδέονται με συμφωνία σύνδεσης με την Ε.Ε. (υπόθεση Kolpak (C438/2000) και στους ποδοσφαιριστές υπηκόους οποιασδήποτε τρίτης χώρας, όπως εν προκειμένω η Ρωσία, η οποία έχει συνάψει με την κοινότητα συμφωνία εταιρικής σχέσης (υπόθεση Simuntenkov (C-365/2003)

Το δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έμεινε όμως μόνο στα μετεγγραφικά. Έθεσε κάτω από το μικροσκόπιο του ακόμη και τους τεχνικούς κανονισμούς που θέτουν οι αθλητικοί οργανισμοί, εφόσον αυτοί έχουν οικονομικές επιπτώσεις, κάτι που σημαίνει ότι όλοι οι αθλητικοί κανονισμοί τίθενται κάτω από δικαστικό έλεγχο (υπόθεση Deliège C-51/96 και C-191/97 και υπόθεση Meca-Medina και Majen v. Fina C313/2002).

Επίσης, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι οι ποδοσφαιρικοί συλλόγοι μπορούν να ζητήσουν αποζημίωση για την κατάρτιση νέων παικτών, εφόσον η αποζημίωση αυτή έχει άμεση σχέση με το κόστος του συλλόγου στην κατάρτιση αυτού του παίκτη (υπόθεση Olympique Lyonnais C-325/2008). Η σημασία της απόφασης αυτής είναι τεράστια, αφού οι νέοι ποδοσφαιριστές μπορούν να υπογράφουν το πρώτο τους επαγγελματικό συμβόλαιο με όποια ομάδα επιθυμούν, εφόσον είναι διατεθειμένοι να καταβάλουν ως αποζημίωση στην ομάδα που τους κατάρτισε το ποσό που, πράγματι, δαπάνησε για την κατάρτισή τους, ποσό κατά πολύ μικρότερο από το ποσό που ίσχυε προηγούμενα, όταν  υπολογιζόταν βάσει διαφυγόντων κερδών της ομάδας κλπ.

Το δε Ελβετικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο (SFT) έκρινε παράνομη την πρόνοια σε συμβόλαιο ποδοσφαιριστή που του περιόριζε τα δικαιώματα του. Έκρινε ότι ένας συμβατικός περιορισμός της οικονομικής ελευθερίας του ατόμου θεωρείται υπερβολικός σε περιπτώσεις κατά τις οποίες η μοίρα του ενός μέρους καθορίζεται κατά την απόλυτη κρίση του άλλου μέρους ή αν εξαλείφει την οικονομική ελευθερία εξ ολοκλήρου ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε η οικονομική ύπαρξη του πρώτου να απειλείται (π.χ ρήτρα στο συμβόλαιο που να υποχρεώνει τον ποδοσφαιριστή να καταβάλει ένα υπέρογκο ποσό για την αποδέσμευση του). Η οικονομική ελευθερία μπορεί να περιοριστεί τόνισε το δικαστήριο, αλλά όχι να εξαλειφθεί με ένα εξαιρετικά τιμωρητικό τρόπο. Το SFT κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια απαγόρευση ανοικτού τύπου (open-ended) που επιβάλλεται σε ένα αθλητή, η οποία θα μπορούσε να τεθεί σε ισχύ κατά τη διακριτική ευχέρεια του πρώην εργοδότη του συνιστά κατάφωρη παράβαση σχετικά με τα ατομικά δικαιώματα των ποδοσφαιριστών, κάτι που το CAS και η FIFA δεν εκτίμησαν ορθά, τόνισε το δικαστήριο.

Επίσης το SFT καθόρισε την αρχή ότι η αυστηρότητα της ποινής πρέπει να είναι ανάλογη με την σοβαρότητα τnς παράβασης, αποδεχόμενο τις σχετικές αποφάσεις του Αθλητικού Διαιτητικού Δικαστηρίου (CAS). Σε αρκετές πε­ριπτώσεις το CAS, παρά την ύπαρξη κανόνων διεθνών ομοσπονδιών, που προέβλεπαν αυστηρή αντικειμενική ευθύνη (strict liability) των παραβατών μείωσε κατά διακριτική ευχέρεια και επιμέτρηση, αναλογικά τις ποινές (βλ. CAS 1996/Α/56 Foschi ν/ FINA, CAS 1999/Α/246 McLain ν/ FEI (Federation Equestre Internationale), CAS 2000/Α/270 Meca-Medina v. FINA, CAS 2002/ Α/396 Baxter v/FIS (Federation Internationale du Ski), Ribero ν. UEFA (TAS 2005/Α/958).

Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλες αποφάσεις που το αθλητικό κίνημα υποχώρησε από την υπεράσπιση του αυτοδιοίκητου του, και προχώρησε σε αλλαγή των δικών του κανονισμών, αλλά θα περιοριστώ μέχρις εδώ, εκφράζοντας την ελπίδα ότι και η δική μας Πολιτεία, θα αφήσει τις προφάσεις και να προχωρήσει στη συνολική νομοθετική ρύθμιση της αθλητικής δραστηριότητας στην Κύπρο.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,