Για το καλό μου

«Οι έκτακτες ανάγκες υπήρξαν πάντοτε το πρόσχημα με το οποίο διαβρώθηκαν οι εγγυήσεις της ατομικής ελευθερίας.» Friedrich A. Hayek

Ορισμένες φράσεις μοιάζουν αφηρημένες μέχρι τη στιγμή που τα γεγονότα τις κάνουν να ακούγονται ανησυχητικά επίκαιρες. Κάπως έτσι διαβάζεται σήμερα και ο Hayek.

Η χθεσινή ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για την παράταση του πλαισίου που επιτρέπει στους παρόχους υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών να συνεχίσουν την εθελοντική ανίχνευση ιδιωτικών επικοινωνιών, με σκοπό τον εντοπισμό υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών, δεν αποτελεί απλώς μία ακόμη νομοθετική απόφαση. Αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο σε μια πολύ παλαιότερη συζήτηση: πόση ελευθερία είμαστε διατεθειμένοι να παραχωρήσουμε, όταν ο σκοπός είναι τόσο ηθικά αδιαμφισβήτητος ώστε οποιαδήποτε αντίρρηση να μοιάζει σχεδόν ανήθικη;

Ας ξεκαθαρίσουμε εξαρχής το αυτονόητο. Η προστασία των παιδιών από τη σεξουαλική κακοποίηση αποτελεί αδιαπραγμάτευτη υποχρέωση κάθε κράτους δικαίου. Το δίλημμα, όμως, δεν είναι ποτέ «παιδιά ή ιδιωτικότητα». Αυτό είναι ένα ψευδές δίλημμα που εξυπηρετεί μόνο όσους επιθυμούν να αποσιωπήσουν τον πραγματικό διάλογο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μια φιλελεύθερη δημοκρατία μπορεί να προστατεύει τους πιο ευάλωτους, χωρίς να διαβρώνει τις θεμελιώδεις εγγυήσεις που προστατεύουν όλους τους πολίτες.

Το άρθρο 2 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) θεμελιώνει την Ένωση στον σεβασμό της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων κατοχυρώνει, στο άρθρο 7, το δικαίωμα στον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και των επικοινωνιών, ενώ το άρθρο 8 αναγνωρίζει ως αυτοτελές θεμελιώδες δικαίωμα την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Το άρθρο 52 υπενθυμίζει ότι κάθε περιορισμός πρέπει να είναι απολύτως αναγκαίος, αυστηρά αναλογικός και να μην θίγει τον πυρήνα του δικαιώματος. Αυτές δεν είναι γραφειοκρατικές λεπτομέρειες. Είναι ο λόγος για τον οποίο η Ευρώπη αυτοπροσδιορίζεται ως Ένωση Δικαίου.

Εξίσου ενδιαφέρον ήταν και το θεσμικό παράδοξο της ίδιας της χθεσινής ψηφοφορίας. Παρότι περισσότεροι ευρωβουλευτές ψήφισαν κατά παρά υπέρ της πρότασης, αυτή δεν απορρίφθηκε, καθώς η διαδικασία απαιτούσε απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών του Κοινοβουλίου για να ανατραπεί. Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε την τελευταία μέρα της ολομέλειας πριν από τη θερινή διακοπή, σε μια συγκυρία κατά την οποία η συμμετοχή ήταν αισθητά μειωμένη. Κανείς δεν αμφισβητεί τη νομιμότητα της διαδικασίας. Όμως η δημοκρατία δεν είναι μόνο τυπική συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Είναι και πολιτική νομιμοποίηση. Και όταν μια πρόταση επιβιώνει μολονότι οι περισσότεροι από όσους ψήφισαν την καταψήφισαν, είναι εύλογο να προκύπτουν και ερωτήματα∙ ερωτήματα που σχετίζονται όχι απλά και μόνο με το αποτέλεσμα, αλλά και με το μήνυμα που αυτό εκπέμπει προς τους Ευρωπαίους πολίτες.

Η μεγαλύτερη ειρωνεία είναι ότι η ΕΕ, η οποία δημιουργήθηκε ακριβώς για να θέτει όρια στην  εξουσία, φαίνεται ολοένα και συχνότερα να ζητά από τους πολίτες της κάτι διαφορετικό: να την εμπιστευθούν σχεδόν τυφλά. Να εμπιστευθούν ότι οι νέες εξουσίες θα χρησιμοποιηθούν με φειδώ. Ότι οι νέες δυνατότητες επιτήρησης θα περιοριστούν στον αρχικό τους σκοπό. Ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Ο Benjamin Constant διαχώρισε ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα την ελευθερία των αρχαίων από την ελευθερία των νεότερων. Για τους σύγχρονους πολίτες, έγραφε, η ελευθερία δεν εξαντλείται στη συμμετοχή στην άσκηση της εξουσίας. Συνίσταται πρωτίστως στο δικαίωμα να ζουν χωρίς αυθαίρετες παρεμβάσεις της εξουσίας στην ιδιωτική τους ζωή. Εκεί όπου ο πολίτης δεν χρειάζεται να απολογείται για κάθε συνομιλία, κάθε σκέψη, κάθε επικοινωνία του.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Alexis de Tocqueville προειδοποιούσε ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τις σύγχρονες δημοκρατίες δεν θα προερχόταν από ένα βίαιο τύραννο, αλλά από μια «κηδεμονική εξουσία» (“tutelary power”) – μια εξουσία που προστατεύει και φροντίζει τους πολίτες τόσο πολύ, ώστε σταδιακά τους συνηθίζει να εξαρτώνται από αυτήν. Δεν τους αφαιρεί βίαια την ελευθερία τους∙ τους αποθαρρύνει, λίγο-λίγο από το να την ασκούν.

Και πολύ πριν από αυτούς, ο Αριστοτέλης έγραφε στα Πολιτικά ότι «ἡ πόλις γίνεται μὲν τοῦ ζῆν ἕνεκεν, οὖσα δὲ τοῦ εὖ ζῆν». Η πολιτική κοινότητα συγκροτείται για να καταστήσει δυνατή όχι απλώς την επιβίωση, αλλά την καλή ζωή. Μια δημοκρατία που περιορίζει σταδιακά τις ελευθερίες στο όνομα της (ολοένα και περισσότερης) προστασίας, οφείλει επομένως, να αναρωτηθεί όχι μόνο αν διασφαλίζει το «ζῆν», αλλά και αν εξακολουθεί να υπηρετεί το «εὖ ζῆν».

Παρά τις διαφορετικές ιστορικές εποχές και φιλοσοφικές τους αφετηρίες, ο Αριστοτέλης, ο Constant, ο Tocqueville και ο Hayek συγκλίνουν σε μια θεμελιώδη παραδοχή: η πολιτική κοινότητα δεν υπάρχει μόνο για να ασκεί εξουσία ούτε για να εγγυάται μόνο την ασφάλεια. Υπάρχει για να δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας ελεύθερη και αξιοπρεπούς ζωής. Και γι’ αυτό η εξουσία, ακόμα και όταν υπηρετεί τον ευγενέστερο σκοπό, δεν μπορεί να μένει χωρίς όρια. Με άλλα λόγια, η δημοκρατία δεν θεμελιώνεται στην καλή πρόθεση της εξουσίας, αλλά στα όρια που η ίδια η δημοκρατία επιβάλλει στην εξουσία.

Οι κοινωνίες δεν χάνουν τις ελευθερίες τους επειδή ξυπνούν ένα πρωί υπό δικτατορία. Τις χάνουν όταν πείθονται ότι κάθε νέα εξαίρεση είναι λογική, κάθε νέα παρέμβαση είναι αναγκαία και κάθε νέα παραχώρηση είναι προσωρινή. Το λεξιλόγιο αλλάζει – τρομοκρατία, πανδημία, παραπληροφόρηση, προστασία των παιδιών. Η λογική, όμως, παραμένει η ίδια: η ελευθερία καλείται διαχρονικά να κάνει ένα ακόμα μικρό βήμα προς τα πίσω, επειδή ο σκοπός είναι τόσο ευγενής ώστε η αντίρρηση μοιάζει σχεδόν ανάρμοστη.

Η ειρωνεία είναι προφανής. Η ΕΕ, που υπερηφανεύεται ότι αποτελεί το πιο εξελιγμένο εγχείρημα προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων στον κόσμο, κινδυνεύει να εθιστεί στη λογική ότι τα ίδια αυτά δικαιώματα μπορούν να τίθενται διαρκώς υπό αίρεση, αρκεί ο σκοπός να είναι αρκετά υψηλός.

Ίσως τελικά το πιο ανησυχητικό στοιχείο να μην είναι η ίδια η νομοθεσία, αλλά η γλώσσα με την οποία τη νομιμοποιούμε. Η ιστορία της ελευθερίας είναι γεμάτη από περιορισμούς που επιβλήθηκαν «για το καλό μας». Πάντα υπήρχε ένας αρκετά ευγενής λόγος. Πάντα υπήρχε μια αρκετά μεγάλη απειλή. Πάντα υπήρχε κάποιος που ήξερε καλύτερα.

Ίσως γι’ αυτό η φράση «για το καλό μου» αντηχεί τόσο γνώριμα στο αυτί μας. Δεν είναι απλώς ένας στίχος. Είναι η διαχρονική δικαιολογία κάθε κηδεμονικής αντίληψης του κράτους και κάθε μορφής πατερναλισμού: κάποιος άλλος αποφασίζει, κάποιος άλλος περιορίζει, κάποιος άλλος επιτηρεί – πάντα για το δικό μας καλό.

Ο Hayek μάς προειδοποίησε ότι έτσι ακριβώς χάνονται οι ελευθερίες. Όχι όταν οι δημοκρατίες παύουν να είναι δημοκρατίες, αλλά όταν αρχίζουν να αντιμετωπίζουν τα θεμελιώδη δικαιώματα ως δικαιώματα υπό όρους. Όταν πιστεύουν ότι, μόνο αυτή τη φορά, μπορεί να γίνει μια εξαίρεση. Για το καλό μας.

Print Friendly, PDF & Email
Ετικέτες: