Σε κάθε κοινωνία που θέλει να αποκαλείται δίκαιη, υπάρχει μια σιωπηλή αλλά θεμελιώδης και αδήριτη συμφωνία μεταξύ κράτους και πολίτη, ήτοι ότι η προσπάθεια έχει αξία. Ότι όποιος επιλέγει τον δρόμο της γνώσης, της εργασίας και της συνέπειας, θα βρει μπροστά του ευκαιρίες και όχι εμπόδια. Αυτή η συμφωνία δεν είναι θεωρητική αλλά αποτελεί την βάση πάνω στην οποία οικοδομείται η εμπιστοσύνη, η συνοχή και τελικά η ίδια η προοπτική ενός τόπου. Στην Κύπρο του σήμερα, αυτή η συμφωνία δείχνει να δοκιμάζεται. Όλο και περισσότεροι νέοι, παρά τα προσόντα και τις θυσίες τους, στρέφουν το βλέμμα τους αλλού. Αναζητούν ένα περιβάλλον όπου η αξία τους θα αναγνωριστεί χωρίς προϋποθέσεις. Ταυτόχρονα, νέες οικογένειες παλεύουν να σταθούν οικονομικά, ακόμη και με δύο εισοδήματα, ενώ επαγγελματίες με ικανότητες νιώθουν ότι η πρόοδος δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την απόδοσή τους.
Το ζήτημα δεν είναι η έλλειψη ταλέντου. Η Κύπρος διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό υψηλού επιπέδου, με γνώσεις, δεξιότητες και διάθεση δημιουργίας. Το πρόβλημα είναι βαθύτερο και αφορά στην εμπιστοσύνη στους κανόνες του παιχνιδιού. Όταν εδραιώνεται η αντίληψη ότι η πρόσβαση υπερισχύει της αξίας, τότε η κοινωνία αρχίζει να διαβρώνεται εκ των έσω. Η απογοήτευση μετατρέπεται σε κυνισμό, και ο κυνισμός οδηγεί στην αποστασιοποίηση από τα κοινά. Και όταν οι πολίτες αποσύρονται, η δημοκρατία αποδυναμώνεται.
Μια δίκαιη κοινωνία δεν είναι εκείνη που εξισώνει τα αποτελέσματα, αλλά εκείνη που εξασφαλίζει ίσες αφετηρίες και καθαρούς κανόνες. Η αξιοκρατία δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση ανάπτυξης. Οι κοινωνίες που επενδύουν στην αξιοκρατία και στη δικαιοσύνη γίνονται πιο παραγωγικές, πιο καινοτόμες και πιο ανθεκτικές. Όταν ο πολίτης γνωρίζει ότι η προσπάθειά του αναγνωρίζεται, επενδύει στον τόπο του, δημιουργεί, παραμένει, ελπίζει. Όταν, αντίθετα, αισθάνεται ότι οι ευκαιρίες κατανέμονται άνισα, αποσύρεται ή φεύγει.
Για την Κύπρο, η αποκατάσταση αυτής της εμπιστοσύνης δεν είναι απλώς ένα πολιτικό ζητούμενο. Είναι ζήτημα στρατηγικής επιβίωσης. Μια χώρα όπου οι νέοι και γενικότερα οι πολίτες της αποστασιοποιούνται, που επιτρέπει να ριζώνει η αίσθηση της αδικίας, που δεν διασφαλίζει αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας, στέγασης και άλλων υπονομεύει το ίδιο της το μέλλον. Η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη αλλά προϋπόθεσή της.
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε εύκολες συγκρούσεις ή συνθήματα. Βρίσκεται στη συστηματική ενίσχυση των θεσμών. Στη διαφάνεια στις διαδικασίες πρόσληψης και ανέλιξης. Στην ουσιαστική λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών. Στην προστασία της εργασίας και στην ενίσχυση των νέων οικογενειών. Στην απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών, ώστε να περιοριστούν τα περιθώρια αυθαιρεσίας και άνισης μεταχείρισης.
Τελικά, η κοινωνική δικαιοσύνη δεν μετριέται με δείκτες, αλλά με εμπειρίες. Είναι η καθημερινή αίσθηση του πολίτη ότι ζει σε ένα σύστημα που τον σέβεται. Ότι η εργασία του του επιτρέπει να ζει με αξιοπρέπεια. Ότι το παιδί του θα έχει πραγματικές ευκαιρίες να προχωρήσει. Αν θέλουμε μια Κύπρο δυνατή, ανθεκτική και δημιουργική, οφείλουμε πρώτα να διασφαλίσουμε ότι είναι δίκαιη. Γιατί μόνο όταν η προσπάθεια αρκεί, γεννιέται η ελπίδα. Και μόνο πάνω στην ελπίδα μπορεί να οικοδομηθεί ένα μέλλον που αξίζει.

