Αυστηρότερο πρότυπο απόδειξης των αντιανταγωνιστικών επιδράσεων σε υποθέσεις συγκεντρώσεων

Σύνοψη της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-399/16 CK Telecoms UK Investments v Commission

Εισαγωγή

Η Hutchison 3G UK Investments Ltd (στο εξής: Three), έμμεση θυγατρική της CK Hutchison Holdings Ltd (στο εξής: CK Hutchison), είχε έρθει σε συμφωνία για την απόκτηση της Telefónica Europe plc (στο εξής: O2), με το ποσό της συναλλαγής να ανέρχεται σε £10,25 δις. Η συμφωνία εξαγοράς κοινοποιήθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (στο εξής: Επιτροπή) τον Σεπτέμβριο του 2015 στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 139/2004 (στο εξής: Κανονισμός 139/2004) που αφορά τον προληπτικό έλεγχο συγκεντρώσεων επιχειρήσεων. Στις 11 Μαΐου 2016 η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση, με την οποία η υπό αναφορά εξαγορά κηρύχθηκε ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά. Στην εν λόγω απόφαση η Επιτροπή ανέπτυξε τρεις θεωρίες ανταγωνιστικής ζημίας οι οποίες στηρίζονταν στην ύπαρξη μη συντονισμένων αποτελεσμάτων.

Σύνοψη απόφασης Επιτροπής

Ειδικότερα, η Επιτροπή διαπίστωσε τα εξής:

  1. Η συγκέντρωση μπορούσε να επιφέρει αύξηση των τιμών και μείωση επιλογών για τους καταναλωτές στη λιανική αγορά παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας στο Ηνωμένο Βασίλειο (στο εξής: Πρώτη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας).
  2. Η συγκέντρωση μπορούσε να είχε αρνητική επίδραση στην ποιότητα των υπηρεσιών προς τους καταναλωτές εμποδίζοντας την ανάπτυξη των υποδομών του κινητού δικτύου (στο εξής: Δεύτερη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας).
  3. Η συγκέντρωση θα επηρέαζε αρνητικά τον ανταγωνισμό στην αγορά χονδρικής πρόσβασης και εκκίνησης κλήσεων στα δημόσια δίκτυα κινητής τηλεφωνίας του Ηνωμένου Βασιλείου και κατ’ επέκταση τη δυνατότητα των φορέων εικονικών δικτύων κινητής τηλεφωνίας να ανταγωνιστούν στην αγορά λιανικής κινητής τηλεφωνίας (στο εξής: Τρίτη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας).

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από τα επιχειρήματα που είχε προβάλει η εταιρεία Three σε σχέση με βελτιώσεις αποτελεσματικότητας που προκύπτουν από την υπό αναφορά εξαγορά. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε ούτε και από τις προτεινόμενες δεσμεύσεις της εν λόγω εταιρείας στο πλαίσιο της αξιολόγησης της εξαγοράς προκειμένου να αρθούν οι ανησυχίες που είχαν εγερθεί από την Επιτροπή σε σχέση με την λειτουργία του ανταγωνισμού μετά την εφαρμογή της συμφωνίας εξαγοράς.

Απόφαση Γενικού Δικαστηρίου

Η CK Hutchison, εκ μέρους της Three, προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής. Στις 28 Μαΐου 2020 το Γενικό Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση της Επιτροπής.

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου είναι η πρώτη στην οποία Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επικεντρώθηκε στην έννοια της σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού (significant impediment to effective competition) σύμφωνα με το άρθρο 2(3) του Κανονισμού 139/2004. Επισημαίνεται σχετικά ότι, με βάση τον προηγούμενο Κανονισμό που αφορούσε τον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων (Κανονισμός 4064/89), το κριτήριο αξιολόγησης της συμβατότητας μίας συγκέντρωσης με τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό βασιζόταν στην δημιουργία ή ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης. Με βάση το νέο κριτήριο αξιολόγησης, τον οποίο εισήγαγε ο Κανονισμός 139/2004, ήτοι της σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, η Επιτροπή έχει την δυνατότητα να κηρύξει μια συγκέντρωση ως ασυμβίβαστη με την εσωτερική αγορά ακόμη και όταν δεν δημιουργεί ή/και δεν ενισχύει δεσπόζουσα θέση στην αγορά. Για παράδειγμα, όταν η προτεινόμενη συγκέντρωση προκαλεί αρνητικές επιδράσεις στην λειτουργία του αποτελεσματικού ανταγωνισμού λόγω αυξημένης πιθανότητας συντονισμού των επιχειρήσεων σε μία αγορά με ολιγοπωλιακή δομή.

Σύνοψη απόφασης Γενικού Δικαστηρίου

Όσον αφορά το άρθρο 2(3) του Κανονισμού 139/2004, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό πρέπει να ερμηνευτεί υπό το πρίσμα της αιτιολογικής σκέψης 25 του εν λόγω Κανονισμού ώστε για την θεμελίωση της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού να ικανοποιούνται οι εξής δύο σωρευτικές προϋποθέσεις: (α) η συγκέντρωση να συνεπάγεται εξάλειψη σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούνταν μεταξύ των συμμετεχουσών στην συγκέντρωση επιχειρήσεων, και (β) η συγκέντρωση να συνεπάγεται μείωση της πίεσης που προκαλείται στις υπόλοιπες ανταγωνιστικές επιχειρήσεις της αγοράς.

Σε σχέση με το πρότυπο απόδειξης, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι πρέπει να αποδειχθεί η ύπαρξη σοβαρής πιθανότητας (strong probability) σημαντικής παρακώλυσης του ανταγωνισμού ως απόρροια της συγκέντρωσης. Ουσιαστικά το πρότυπο απόδειξης τοποθετήθηκε μεταξύ του πρότυπου που υποστήριξε η Επιτροπή περί «περισσότερο πιθανής παρά απίθανης» (more likely than not) ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του ανταγωνισμού, και του πρότυπου περί «έλλειψης εύλογης αμφιβολίας» (being beyond all reasonable doubt).

Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι όσο πιο περίπλοκη ή αβέβαιη είναι η προβαλλόμενη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας από την Επιτροπή, τόσο πιο απαιτητικός πρέπει να είναι ο δικαστικός έλεγχος σε σχέση με τα αποδεικτικά στοιχεία που υποστηρίζουν την θεωρία αυτή.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι το βάρος απόδειξης σε σχέση με την θεωρία ανταγωνιστικής ζημιάς καθώς και την σύνδεση αυτής με την πρόκληση σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού το φέρει η Επιτροπή.

Αναλυτικότερα οι βασικές θέσεις του Γενικού Δικαστηρίου παρουσιάζονται πιο κάτω.

Πρώτη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας

Έννοιες του σημαντικού παράγοντα ανταγωνισμού, της εξάλειψης σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων και της σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού

Σε σχέση με την πρώτη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας που είχε προβάλει η Επιτροπή, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ως βάσιμη την αιτίαση της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή αλλοίωσετο περιεχόμενο της έννοιας «σημαντικός παράγοντας του ανταγωνισμού». Πιο συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι το γεγονός ότι προκαλείται μείωση της ανταγωνιστικής πίεσης δεν επαρκεί από μόνο του για την διαπίστωση εξάλειψης ενός σημαντικού παράγοντα ανταγωνισμού. Σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο, η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και σε σφάλμα εκτίμησης ως προς την ερμηνεία του όρου «σημαντικός παράγοντας του ανταγωνισμού». Ειδικότερα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή λανθασμένα θεώρησε ότι μπορεί να χαρακτηριστεί ως σημαντικός παράγοντας του ανταγωνισμού ακόμη και μια επιχείρηση της οποίας ο αντίκτυπος στον ανταγωνισμό δεν την καθιστά πιο σημαντική έναντι των υπόλοιπων ανταγωνιστών. Σε διαφορετική περίπτωση, η Επιτροπή θα είχε τη δυνατότητα να χαρακτηρίσει ως «σημαντικό παράγοντα του ανταγωνισμού» οποιαδήποτε επιχείρηση λειτουργεί σε ολιγοπωλιακή αγορά ασκώντας ανταγωνιστική πίεση και βάσει αυτής θα μπορούσε να απαγορεύει όλες τις οριζόντιες συγκεντρώσεις σε αγορές που έχουν ολιγοπωλιακή δομή.

Σε σχέση με το ζήτημα αυτό το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής ισοδυναμούσε στην πράξη με σύγχυση των ακόλουθων τριών εννοιών: (1) την έννοια της σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού (άρθρο 2(3) του Κανονισμού 139/2004), (2) την έννοια της εξάλειψης των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων (αιτιολογική σκέψη 25 του Κανονισμού 139/2004) και (3) την έννοια της εξάλειψης ενός σημαντικού παράγοντα του ανταγωνισμού (Κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση των οριζόντιων συγκεντρώσεων σύμφωνα με τον κανονισμό του Συμβουλίου για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων μεταξύ επιχειρήσεων). Ως αποτέλεσμα, η Επιτροπή δημιούργησε ένα «αμάλγαμα» που διεύρυνε αισθητά το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2(3) του Κανονισμού 139/2004, αφού με το σκεπτικό της Επιτροπής κάθε εξάλειψη σημαντικού παράγοντα του ανταγωνισμού ισοδυναμεί με εξάλειψη σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων, κάτι που συνακόλουθα μπορεί να οδηγήσει στη διαπίστωση της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού.

Επί των στοιχείων που προέβαλε η Επιτροπή σχετικά με την ένταση της ανταγωνιστικής πίεσης που ασκεί η εταιρεία Three στην αγορά λιανικής, το Γενικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η Three δεν ήταν σημαντικός παράγοντας ανταγωνισμού ή/και δεν ασκούσε σημαντική ανταγωνιστική πίεση.

Αμεσότητα της σχέσης ανταγωνισμού μεταξύ των συμμετεχουσών επιχειρήσεων

Σε σχέση με την αμεσότητα της σχέσης ανταγωνισμού των συμμετεχουσών στην συγκέντρωση επιχειρήσεων, το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι η ανάλυση της Επιτροπής επιδιώκει κυρίως να αποδείξει ότι η ανταγωνιστική σχέση μεταξύ της Three και της O2 είναι «άμεση» και όχι «ιδιαίτερα άμεση» όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 25 του Κανονισμού 139/2004. Όπως επεσήμανε το Γενικό Δικαστήριο, σε ορισμένες αγορές, όπως είναι η αγορά των τηλεπικοινωνιών, όλες οι επιχειρήσεις είναι εξ ορισμού και σε κάποιο βαθμό άμεσοι ανταγωνιστές μεταξύ τους. Επομένως ακόμη και αν η Επιτροπή αποδείκνυε ότι σε ορισμένα τμήματα της αγοράς οι συμμετέχουσες επιχειρήσεις έχουν σχετικά άμεση ανταγωνιστική σχέση μεταξύ τους, κρίθηκε ότι αυτό δεν επαρκεί για να διαπιστωθεί η εξάλειψη των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων μεταξύ των συμμετεχουσών στη συγκέντρωση επιχειρήσεων ή η ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Όπως σχετικά τόνισε το Γενικό Δικαστήριο, αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε θα έπρεπε καταρχήν να απαγορεύεται κάθε συγκέντρωση που συνεπάγεται μείωση των επιχειρήσεων από τέσσερις σε τρεις λόγω της εξάλειψης της ανταγωνιστικής πίεσης που ασκείτο μεταξύ των συμμετεχουσών επιχειρήσεων.

Ποσοτικά αποτελέσματα της συγκέντρωσης επί των τιμών

Το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι η Επιτροπή μπορεί να χρησιμοποιεί την ανάλυση της αναμενόμενης ανοδικής πίεσης στις τιμές (upward pricing pressure) ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης (στο εξής: ανάλυση UPP) σαν ένα πρώτο βήμα για την εκτίμηση των μονομερών επιδράσεων (unilateral effects). Τα αποτελέσματα της εν λόγω ανάλυσης μπορεί να χρησιμοποιηθούν ως μια πρώτη ένδειξη για να διαφανεί αν επιβάλλεται περαιτέρω έρευνα των μονομερών επιδράσεων στο ύψος των τιμών ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης. Επισημαίνεται σχετικά ότι σε αγορές με ολιγοπωλιακή διάρθρωση είναι αναμενόμενο μια συγκέντρωση να προκαλέσει μια βραχυπρόθεσμη αύξηση των τιμών. Κατά συνέπεια, τόνισε το Γενικό Δικαστήριο, επιβάλλεται σε αυτές τις περιπτώσεις να γίνει μελέτη αφενός ως προς την πιθανότητα να υπάρξει μεγαλύτερη διάρκεια ανόδου των τιμών και αφετέρου ως προς την έκταση της ανόδου των τιμών.

Όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο η ανάλυση UPP της Επιτροπής δεν απέδειξε με επαρκή βεβαιότητα ότι οι τιμές πρόκειται να σημειώσουν σημαντική αύξηση ως αποτέλεσμα της εξάλειψης των σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούνταν μεταξύ των συμμετεχουσών επιχειρήσεων πριν την συγκέντρωση. Επίσης, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο η Επιτροπή δεν εξέτασε εάν η αύξηση των τιμών θα συνεπαγόταν σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Σχετικά με το ζήτημα αυτό το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι η Επιτροπή έπρεπε να περιλάβει στην ανάλυση UPP την σημαντική βελτίωση της αποτελεσματικότητας που αποφέρει κάθε συγκέντρωση (π.χ., μέσω εξορθολογισμού, ενοποίησης των διαδικασιών παραγωγής και διανομής των συμμετεχουσών επιχειρήσεων).

Βάρος απόδειξης

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε προβεί σε λανθασμένη εκτίμηση σε σχέση με το ποιο μέρος φέρει το βάρος απόδειξης των βελτιώσεων αποτελεσματικότητας στο πλαίσιο της ανάλυσης UPP. Συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε η Επιτροπή συγχέει δύο είδη βελτίωσης της αποτελεσματικότητας:

  • Την ανάλυση των βελτιώσεων αποτελεσματικότητας στο πλαίσιο της σφαιρικής αξιολόγησης της συγκέντρωσης από άποψη ανταγωνισμού, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι βελτιώσεις αποτελεσματικότητας είναι ικανές να αντισταθμίσουν τα περιοριστικά αποτελέσματα στον ανταγωνισμό.
  • Την ανάλυση των βελτιώσεων αποτελεσματικότητας ως συστατικό στοιχείο ενός ποσοτικού μοντέλου το οποίο αποσκοπεί στην εξακρίβωση του κατά πόσον η συγκέντρωση είναι ικανή να επιφέρει τέτοια περιοριστικά αποτελέσματα στην αγορά.

Εν προκειμένω, για σκοπούς εφαρμογής της ανάλυσης UPP αυτό που ενδιαφέρει, τόνισε το Γενικό Δικαστήριο, είναι το δεύτερο είδος βελτιώσεων αποτελεσματικότητας, το οποίο θα έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στην εν λόγω ανάλυση της Επιτροπής.

Σφαιρική αξιολόγηση των μη συντονισμένων αποτελεσμάτων

Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι παρόλο που η Επιτροπή προέβη σε μία σφαιρική εκτίμηση των μη συντονισμένων αποτελεσμάτων εντούτοις η εν λόγω εκτίμηση περιορίστηκε σε συνοπτική αναφορά στο πλέγμα αποδεικτικών στοιχείων και περιστάσεων. Επομένως, το Γενικό Δικαστήριο συμφώνησε με την προσφεύγουσα ότι η Επιτροπή δεν διευκρίνισε επί ποιας βάσης θα πρόκυπτε η σημαντική παρακώλυση του αποτελεσματικού ανταγωνισμού από την συγκέντρωση.

Δεύτερη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας

Σε σχέση με την δεύτερη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας αναφορικά με την αρνητική επίδραση στην αγορά λιανικής σχετικά με την κοινή χρήση δικτύου, οι τέσσερις φορείς εκμετάλλευσης κινητού δικτύου είχαν συνάψει δύο συμφωνίες κοινής χρήσης τηλεπικοινωνιακού δικτύου (BT/EE-Three και Vodafone-O2), για τον καταμερισμό του κόστους ανάπτυξης των δικτύων τους. Με την εν λόγω συγκέντρωση η συγχωνευμένη οντότητα θα ήταν μέρος και στις δύο συμφωνίες και έτσι η Επιτροπή θεώρησε ότι θα επηρεαζόταν ο ανταγωνισμός αφού οι άλλοι δύο φορείς δεν θα είχαν πλέον ένα πλήρως δεσμευμένο εταίρο έναντι τους.

Το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι η δεύτερη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απίθανη ή αβάσιμη παρόλο τον καινοφανή χαρακτήρα της. Πιο συγκεκριμένα, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι μια συμφωνία για κοινή χρήση ενός τηλεπικοινωνιακού δικτύου μπορεί να επιφέρει και βελτιώσεις στην λειτουργία του ανταγωνισμού. Συνεπώς, η μεταβολή μιας συμφωνίας κοινής χρήσης τηλεπικοινωνιακού δικτύου ή η πιθανή μεταβολή της ισορροπίας της συμφωνίας αυτής ως αποτέλεσμα της συγκέντρωσης, δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην την ύπαρξη σημαντικής παρακώλυσης του ανταγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε επαρκώς ότι η συγκέντρωση θα οδηγούσε σε αδυναμία άλλων ανταγωνιστικών παρόχων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (εν προκειμένω των BT/EE και Vodafone) να ασκήσουν αποτελεσματική ανταγωνιστική πίεση στην εταιρεία Three μετά την εξαγορά της O2.

Σύμφωνα με το Γενικό Δικαστήριο η θέση της Επιτροπής ήταν ότι η εν λόγω αδυναμία θα οδηγούσε σε μειωμένα κίνητρα για τις BT/EE και Vodafone για να επενδύσουν στο δίκτυο τηλεπικοινωνιών τους, ή σε αυξημένο κόστος λειτουργίας τους ή σε αδυναμία να προσφέρουν ορισμένο επίπεδο ποιότητας υπηρεσιών. Εντούτοις, όπως διαπίστωσε το Γενικό Δικαστήριο η Επιτροπή δεν ανέλυσε επαρκώς τα μη συντονισμένα αποτελέσματα της συγκέντρωσης, αλλά ούτε έλαβε υπόψη πιθανή αντίδραση της BT/EE και της Vodafone. Στο πλαίσιο αυτό το Γενικό Δικαστήριο ξεκαθάρισε στο επίκεντρο της ανάλυσης της Επιτροπής θα έπρεπε να ήταν η επίδραση της συγκέντρωσης στην ανταγωνιστική διαδικασία και όχι σε συγκεκριμένους ανταγωνιστές.

Τρίτη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας

Σε σχέση με την τρίτη θεωρία ανταγωνιστικής ζημίας σχετικά με την ύπαρξη μη συντονισμένων αποτελεσμάτων στην αγορά χονδρικής το Γενικό Δικαστήριο παρατήρησε ότι ένα ιδιαίτερα μικρό μερίδιο αγοράς, όπως ήταν αυτό της εταιρείας Three στην αγορά χονδρικής (μικρότερο από 5%), μπορεί να υποδηλώνει εκ πρώτης όψεως την απουσία σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού, ιδίως στην περίπτωση που οι υπόλοιποι ανταγωνιστές στην αγορά κατέχουν σημαντικά υψηλότερα μερίδια αγοράς.

Περαιτέρω, το Γενικό Δικαστήριο σημείωσε ότι ακόμη και αν ο ρόλος μιας επιχείρησης όσον αφορά την άσκηση ανταγωνιστικών πιέσεων στην αγορά ήταν μεγαλύτερος από αυτό που αντανακλάται από τα μερίδια αγοράς της (π.χ., συνιστά την επιχείρηση με τον μεγαλύτερο βαθμό διείσδυσης σε νέους πελάτες) δεν δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός της ως σημαντικός παράγοντας του ανταγωνισμού.

Τέλος, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχαν αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη σημαντικών ανταγωνιστικών πιέσεων μεταξύ των συμμετεχουσών επιχειρήσεων (Three και O2), οι οποίες επρόκειτο να εξαλειφθούν λόγω της συγκέντρωσης.

Καταληκτικά σχόλια

Η απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου καταρρίπτει την αντίληψη που υπήρχε κυρίως στην ακαδημαϊκή κοινότητα και ανάμεσα σε σχολιαστές του Δικαίου του Ανταγωνισμού αναφορικά με την στάσης της Επιτροπής έναντι συγκεντρώσεων επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε ορισμένες ολιγοπωλιακές αγορές (π.χ. συγκεντρώσεις από τέσσερις σε τρεις επιχειρήσεις) οι οποίες δεν οδηγούν στην δημιουργία ή ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης. Όπως διαπιστώνεται τo Γενικό Δικαστήριο έδωσε έμφαση στην λανθασμένη μεθοδολογία εκτίμησης των επιδράσεων της συγκέντρωσης από πλευράς της Επιτροπής, καθορίζοντας ένα πιο αυστηρό πρότυπο απόδειξης της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού όσον αφορά τις πιο πάνω περιπτώσεις συγκεντρώσεων επιχειρήσεων. Αυτή η εξέλιξη αναντίλεκτα προκαλεί αβεβαιότητα όσον αφορά την αποτελεσματική εφαρμογή του Κανονισμού 139/2004. Ταυτόχρονα, δημιουργεί προσδοκίες στις επιχειρήσεις που σκοπεύουν να συμμετέχουν σε τέτοιες συγκεντρώσεις ότι η πιθανότητα μη έγκρισης της συγκέντρωσης τους είναι περιορισμένη ενόψει το αυστηρότερου προτύπου απόδειξης που έχει καθορίσει το Γενικό Δικαστήριο στην υπόθεση CK Hutchison.

Σύμφωνα με δηλώσεις της εκπροσώπου τύπου της Επιτροπής για θέματα ανταγωνισμού στις 29 Ιουλίου 2020, η Επιτροπή έχει ασκήσει προσφυγή για ακύρωση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου καθώς θεωρεί ότι υπάρχει εσφαλμένη νομική εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου για μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα. Πιο συγκεκριμένα, στις εν λόγω δηλώσεις γίνεται αναφορά σε εσφαλμένη εκτίμηση του Γενικού Δικαστηρίου σε σχέση το νομικό τεστ ελέγχου της συμβατότητας με την εσωτερική αγορά περιπτώσεων συγκεντρώσεων επιχειρήσεων που δεν οδηγούν στη δημιουργία ή ενίσχυση δεσπόζουσας θέσης, το πρότυπο απόδειξης της ύπαρξης σημαντικής παρακώλυσης του αποτελεσματικού ανταγωνισμού. Επίσης, γίνεται αναφορά σε πλάνη της Επιτροπής σε σχέση με τον ρόλο των βελτιώσεων αποτελεσματικότητας και το βάρος απόδειξης αυτών των βελτιώσεων, και τα όρια του δικαστικού ελέγχου των αποφάσεων της Επιτροπής από το Γενικό Δικαστήριο, ειδικότερα όσον αφορά την αξιολόγηση οικονομικής φύσεως τεκμηρίων.

*Το άρθρο ετοιμάστηκε στο πλαίσιο της πρακτικής άσκησης στην εταιρεία Trojan Economics υπό την καθοδήγηση του Δρ. Παναγιώτη Αγησιλάου.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , ,