Στις 24 Φεβρουαρίου του 2022 η Ρωσία εξαπέλυσε μια πλήρους κλίμακας εισβολή στην Ουκρανία, προσδοκώντας την γρήγορη κατάρρευση του Κιέβου. Αντί τούτου, η Ουκρανική άμυνα, η κοινωνική συσπείρωση και η δυτική βοήθεια μετέτρεψαν τον πόλεμο σε μια μακρά αναμέτρηση φθοράς. Η πρώτη φάση του πολέμου χαρακτηρίστηκε από την αποτυχημένη προέλαση προς την πρωτεύουσα και από σκληρές μάχες γύρω από το Χάρκοβο και τη Χερσώνα. Το φθινόπωρο του 2022 η Ουκρανία πέτυχε εντυπωσιακές αντεπιθέσεις, ανακτώντας σημαντικά εδάφη, αλλά από το 2023 και μετά το μέτωπο σταδιακά πάγωσε σε μια γραμμή χαρακωμάτων, ναρκοπεδίων και πυροβολικού, με αργές και δαπανηρές μετακινήσεις.
Από το 2024 ως σήμερα, η σύγκρουση έχει γίνει ακόμη πιο τεχνολογική. Τα drones, τα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου και τα πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς στην ενέργεια και στις εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν κεντρικό ρόλο, προκαλώντας συχνά διακοπές ρεύματος και μετατρέποντας την αντιαεροπορική άμυνα σε κρίσιμο πόρο. Παράλληλα, η Ρωσία διατηρεί περίπου το ένα πέμπτο του ουκρανικού εδάφους, όμως το κόστος σε ανθρώπους και υλικό είναι τεράστιο, ενώ οι ουκρανικές μικρές επιτυχίες δείχνουν ότι το πεδίο παραμένει ρευστό, ειδικά στην ανατολική Ουκρανία.
Στο διπλωματικό επίπεδο, η Δύση δεν κατέρρευσε, αλλά η ενότητά της δοκιμάζεται. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει θεσμοθετήσει πολυετή στήριξη και χρηματοδοτικά εργαλεία, ωστόσο εσωτερικές αντιρρήσεις επιβραδύνουν αποφάσεις για κυρώσεις και δάνεια. Στις ΗΠΑ η πολιτική αντιπαράθεση επηρεάζει τον ρυθμό και το είδος της βοήθειας, δημιουργώντας στον χρόνο παράθυρα ευκαιρίας για τη Μόσχα. Ταυτόχρονα, οι ειρηνευτικές πρωτοβουλίες πολλαπλασιάστηκαν, χωρίς ακόμη να παράγουν βιώσιμη συμφωνία, με την ουκρανική απαίτηση για κυριαρχία και ασφάλεια να συγκρούεται με τους ρωσικούς στόχους ελέγχου και ουδετεροποίησης.
Σήμερα βρισκόμαστε σε σταυροδρόμι όπου οι στρατιωτικές επιλογές είναι περιορισμένες, αλλά όχι ανύπαρκτες. Η Ουκρανία επιδιώκει να κρατήσει τη γραμμή του μετώπου, να πλήξει βαθύτερα τη ρωσική πολεμική μηχανή και να ανασυγκροτήσει δυνάμεις. Η Ρωσία επιχειρεί να εξαντλήσει την ουκρανική κοινωνία και το οπλοστάσιο της Δύσης μέσω συνεχούς πίεσης. Εν τω μεταξύ, το κόστος ανασυγκρότησης της χώρας αυξάνεται και ήδη υπολογίζεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια, καθιστώντας την οικονομική αντοχή μέρος του πολέμου. Οι κυρώσεις περιόρισαν την πρόσβαση της Ρωσίας σε τεχνολογία και κεφάλαια, αλλά δεν έσπασαν αποφασιστικά την πολεμική της ικανότητα, καθώς βρήκε νέες διαδρομές εμπορίου και αύξησε την παραγωγή πυρομαχικών. Για την Ουκρανία, ο ανθρώπινος φόρος είναι επίσης βαθύς, με εκατομμύρια πρόσφυγες, τραυματίες και βετεράνους που θα καθορίσουν την κοινωνική πολιτική για δεκαετίες, ενώ οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές είναι μεγάλες. Γι’ αυτό, η «νίκη» δεν θα μετρηθεί μόνο σε χάρτες, αλλά και σε θεσμούς, δημογραφία και επενδύσεις. Κάθε μήνας καθυστέρησης αυξάνει ζημιές και μειώνει την εμπιστοσύνη.
Τα βασικά σενάρια για το μέλλον είναι τρία. Πρώτον, παρατεταμένος πόλεμος χαμηλής μεταβολής, με περιοδικές κλιμακώσεις και συμφωνίες ανταλλαγών, αλλά χωρίς συνολική λύση. Δεύτερον, μια «παγωμένη» εκεχειρία τύπου Κορέας, με διεθνείς εγγυήσεις και αποστρατιωτικοποιημένες ζώνες, που θα σταθεροποιούσε την οικονομία αλλά θα άφηνε ανοικτά ζητήματα εδαφών. Τρίτον, απότομη μεταβολή λόγω πολιτικών αλλαγών ή μεγάλης στρατιωτικής επιτυχίας κάποιας πλευράς, κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει είτε σε διαπραγμάτευση από θέση ισχύος είτε σε επικίνδυνη κλιμάκωση. Σε κάθε περίπτωση, η έκβαση θα εξαρτηθεί από τη διατήρηση της δυτικής στήριξης, την προσαρμογή στην τεχνολογική μάχη και την ικανότητα των κοινωνιών να αντέξουν έναν πόλεμο που έχει ήδη αναδιατάξει την ευρωπαϊκή ασφάλεια, την ίδια στιγμή που η όλη σύγκρουση θα πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα των ευρύτερων παγκόσμιων γεωπολιτικών ανακατατάξεων που συντελούνται στις μέρες μας.

