Παρεμβάσεις νομοθέτη στην επιβολή ποινής

Σύνοψη

Ένα από τα κυριότερα ερωτήματα που απασχολεί τον συντάκτη και θα απασχολήσει την παρούσα έκθεση, είναι το κατά πόσο η εξώδικη ρύθμιση ενός αδικήματος, το οποίο δεν θα τύχει Δικαστικής εξέτασης, αποτελεί ρύθμιση η οποία είναι σύμφωνη με βασικά συνταγματικά δικαιώματα του πολίτη, τους κανόνες, το πνεύμα και τον σκοπό επιβολής ποινής.

Περαιτέρω ακόμα και αν αυτή η ρύθμιση δύναται να θεωρηθεί σε εναρμόνιση με τα ανωτέρω, υπάρχει τεράστια ανησυχία για την άδικη και εξαιρετικά μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκεται ο πολίτης όταν του προσφέρεται ένας εξώδικος συμβιβασμός με «δελεαστικές» παραμέτρους (χαμηλό πρόστιμο, ελάχιστα έξοδα, διαγράφης καταδίκης αν πληρωθεί κτλ.) «αναγκάζοντας» τον να «παραδεχτεί» τη διάπραξη με πληρωμή του εξωδίκου, είτε είναι ένοχος είτε είναι αθώος.

Σίγουρα ένα πρόστιμο €85 (π.χ. στάθμευση σε πεζοδρόμιο), μπορεί να περνά απαρατήρητο στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς να νιώθουμε την ανάγκη να το περιπλέξουμε με τις πιο πάνω τοποθετήσεις και ερωτήματα. Τι γίνεται όμως όταν το πρόστιμο είναι €10.000 ή €15.000 (π.χ. κατοχή θηράματος σε κλειστή περίοδο) ή ακόμα και €30.000 (νομοθετική πρόταση που ακυρώθηκε για ηχορύπανση από κέντρα);

Σίγουρα μια τέτοιου είδους ποινή επιβαλλόμενη εξώδικα από ένα λειτουργό, χωρίς να τύχουν εξέτασης, οι παράμετροι της υπόθεσης από ένα Δικαστήριο, χωρίς την πιθανή εξατομίκευση και χωρίς να δίνεται το δικαίωμα στον πολίτη να υπερασπιστεί την αθωότητα του σε στάδιο πριν καταλήξει η υπόθεση στο Δικαστήριο, παραβιάζει βασικά δικαιώματα του πολίτη ο οποίος σε τέτοιες περιπτώσεις φαίνεται να βρίσκεται σε άνιση και μειονεκτική θέση. Η επιβολή εξώδικης ρύθμισης της ποινής με οποιοδήποτε τρόπο παραβλέπει εντελώς τον παραβάτη και τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και επικεντρώνεται μόνο στην διάπραξη του αδικήματος.

Αναγνωρίζοντας ότι αυτό μπορεί να γίνεται με σκοπό να αποδεσμεύει / ελαφρύνει το πρόγραμμα των δικαστηρίων από υποθέσεις που μπορούν να «κλείνουν» εξώδικα με αυτό τον τρόπο, εν τούτοις αυτό φαίνεται να απολήγει μόνο προς το συμφέρον των Δικαστηρίων (γενικότερα του συστήματος) και όχι της Δικαιοσύνης. Το ισοζύγιο που θα πρέπει οι νομοθέτες να έχουν υπόψη είναι αυτό μεταξύ των δικαιωμάτων του πολίτη, που πιθανώς καταπατούνται στην εφαρμογή εξώδικης διευθέτησης, έναντι του αποτελέσματος που θα έχει η επιβολή του εξωδίκου προστίμου στην ζωή του πολίτη και των ατόμων γύρω του, όπως θα εξετάζονταν από ένα Δικαστήριο:

  • Λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο ένα Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τις παραμέτρους που διαπράχθηκε ένα ποινικό αδίκημα και τις προσωπικές περιστάσεις ενός ατόμου για να μπορεί να εφαρμόσει όλες τις πρόνοιες προς την διασφάλιση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και του δίκαιου, και
  • Αναγνωρίζοντας την ίδια ώρα την ανάγκη ορισμένες μικρό-παραβάσεις να μπορούν να διευθετηθούν εξώδικα,

Θεωρούμε ότι υπάρχουν πράγματα που πρέπει να γίνουν ακόμα και στις υφιστάμενες διαδικασίες τα οποία δύναται να εξουδετερώσουν την οποιαδήποτε ανησυχία επηρεασμού των δικαιωμάτων του πολίτη, ούτως ώστε να μην υπάρχει η ανησυχία ότι στον βωμό της γρήγορης διεκπεραίωσης υποθέσεων θυσιάζονται θεμελιώδη συνταγματικά δικαιώματα, όταν οι πολίτες αναγκάζονται να συμβιβαστούν με παραδοχή τους σε αδικήματα που ενδέχεται να μην διέπραξαν απλώς επειδή η εξώδικη διευθέτηση τους είναι η φτηνή λύση.

Η Ποινή

Πριν αναπτυχθεί το οποιοδήποτε επιχείρημα για ανάλυση του πιο πάνω θέματος ασφαλώς θα πρέπει να προκαθοριστεί η ερμηνεία του όρου ΠΟΙΝΗ, ως επίσης ο σκοπός της, ο τρόπος που αυτή επιβάλλεται βάσει Συντάγματος και Νόμων και ποιος ο στόχος της ύπαρξης της.

Ο λόγος που επιβάλλεται η εν λόγω ανάλυση είναι για να μπορέσει κάποιος να αποφασίσει κατά ποσό η διαδικασία της εξώδικης ρύθμισης ενός αδικήματος, είναι σύμφωνη με το καθιερωμένο πνεύμα της ποινής.

Ξεκινώντας λοιπόν με την ερμηνεία της «ποινής», παρατηρούμε ότι γενικά ο όρος ποινή (sentence) παρουσιάζεται στα λεξικά και νομικά συγγράμματα ως εξής.

Ερμηνεία

«Sentence – The judgement that a court formally pronounces after finding a criminal defendant guilty; the punishment imposed on a criminal wrongdoer» – Black’s Law Dictionary 7th Ed. Garner.

«Ποινή – Κάθε είδους τιμωρία που επιβάλλεται για κολάσιμη πράξη, τιμωρία που επιβάλλεται σε κάποιον κατόπιν δικαστικής αποφάσεως και ισοδυναμεί με τη στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας, περιουσίας ή ζωής ή την επιβολή προστίμου: βαριά / ελαφρά / χρηματική / σωματική / πειθαρχική / θανατική / παραδειγματική / εξαγοράσιμη / μη εξαγοράσιμη / εξατομίκευση» – Γ Μπαμπινιώτης / Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλωσσάς, Α Έκδοση, 1998.

Περαιτέρω, στον κόσμο της ποινικής δικονομίας η αναφορά σε «ποινή» αποτελεί μια δέσμη (σύνολο) ενεργειών και όχι μόνο το χρηματικό πρόστιμο ή τη φυλάκιση ή τελοσπαντων μόνο το αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών.

Στο σύγγραμμά Ποινική Δικονομία στην Κύπρο, Δεύτερη έκδοση, Γεώργιος Μ Πικής 2013, σελίδα 225 αναφέρεται το εξής:

«Ποινή – Οπου ο κατηγορουμένας κρίνεται ένοχος, το δικαστήριο προχωρεί υπό την αίρεση των προνοιών των Άρθρων 78 και 79 το Κεφ. 155 να εξετάσει την ποινή την οποία θα επιβάλει».

Μάλιστα στο σύγγραμμά, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Β έκδοση, Τ. Ηλιάδης & Ν Σάντης, σελ. 1013 – 1041, αναλύεται με λεπτομέρεια τι σημαίνει εξέταση και ποιο είναι το σύνολο των δεδομένων που λαμβάνονται υπόψη. Για να αποφασιστεί ποια θα είναι η ορθή ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί σε ένα κατηγορούμενο, υπάρχουν πάρα πολύ παράγοντες και γεγονότα τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη, τα οποία σε πάρα πολλές περιπτώσεις ακόμα και στο τελικό στάδιο της διαδικασίας παρουσιάζουν προβλήματα τα οποία μόνο με σωστή διαδικασία μπορούν να επιλυθούν.

Η γενικότερη σύνοψη των παραγράφων εντός του συγκεκριμένου κεφαλαίου είναι ότι δεν μπορεί να υφίσταται αμφιβολία στα γεγονότα, ούτε διιστάμενες απόψεις πάνω σ΄ αυτά που οδηγούν στην καταδίκη του κατηγορουμένου. Την ιδιά ώρα δεν δύναται να υπάρχουν ασάφειες, ούτε να γίνονται εικασίες και ασφαλώς πρέπει να αποδεικνύουν πλήρως το επίδικο αδίκημα.

Συνεπώς τι γίνεται όταν ένα εξώδικο πρόστιμο, «καταδικάζει» αμέσως τον παραβάτη σε χρηματική ποινή των €85, με την αιτιολόγηση «κάτω από συνθήκες που με κάνουν να πιστεύω πως διαπράχθηκε το πιο κάτω αδικήματα ΣΤΑΘΜΕΥΣΗ ΣΕ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ» (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΕΞΩΔΙΚΟΥ).

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΣ ΠΟΙΝΗΣ

Γενικά θα μπορούσε να πει κάποιος ότι ο στόχος της επιβολής ποινής, είναι η αποτροπή διάπραξης αξιόποινης πράξης ή τυχόν επανάληψη της  (ο σκοπός της ποινής είναι να υπάρχει για να μπορεί να υλοποιηθεί ο στόχος. Δηλαδή ο σκοπός είναι το όχημα που θα πέτυχουμε τον στόχο). Η ερμηνεία αυτή αποδίδεται από τον συγγραφέα της παρούσας έκθεσης, αναγνωρίζοντας ότι σε διάφορα νομικά συγγράμματα ο σκοπός και ο στόχος πολλές φορές χρησιμοποιούνται με τον ίδιο τρόπο.

Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί επακριβώς τι είναι ο σκοπός και τι είναι ο στόχος.

Σε ένα εξαιρετικά σχετικό κεφάλαιο στο σύγγραμμά με τίτλο «Sentencing Offenders in Magistrates Courts, Keith Devlin 1970 – Part I – Aims and Objectives» αναφέρονται τα εξής –

«One of the initial developments of penal theory is towards the idea that the punishment should fit the crime. Today, however, the trend is towards an increasingly individualistic approach to sentencing as distinct from punishment, with the object of arriving at a sentence which is appropriate to the individual».

Περαιτέρω εντός του ιδίου συγγράμματος σελ. 12 αναφέρεται το εξής συμπέρασμα το οποίο είναι απόλυτα σχετικό με την παρούσα συζήτηση,

«The idea seemed to be that the “ tariff system ” took into consideration all the other objects which sentencing might have had and, giving the offender the punishment he deserved, was thought to be the best way of deterring him (and thus rehabilitating him in practice if not in theory) and others, and of protecting society.

Nowadays, although the calculation of the tariff is still regarded as an important part of the sentencing process, the development of an individualistic approach to sentencing has meant that the basic problem facing the sentencer is a diagnostic one, being primarily concerned with decisions on whether the sentencing approach decided upon and the means of disposal selected should be designed to protect the public interest or that of the offender himself.»

Σχετικές αναφορές γίνονται εντός του συγγράμματος με τίτλο «Νομολογιακή Προσέγγιση της Ποινής – Σαββας Ζαννουπας, 2013» σελ. 122

«Σύμφωνα με το Άρθρο 29 του Ποινικού Κώδικα, το Δικαστήριο κατά το στάδιο επιβολής της ποινής, έχει εξουσία να επιβάλει στον κατηγορούµενο ποινή χαµηλότερη από αυτή που προβλέπεται για το αδίκημα το οποίο διέπραξε. Από το ευεργέτηµα της επιβολής χαµηλότερης ποινής εξαιρούνται MONO τα αδικήματα του φόνου εκ προµελέτης, της εσχάτης προδοσίας και της υποκίνησης εισβολής (Άρθρα 204, 36 και 37 του Ποινικού Κώδικα).»

Στην Ποινική Έφεση Αρ. 5196, Ημερομηνίας 13-10-1989, (Χρίστος Φίλιππου άλλως Φαλκονετι ν Αστυνομίας), λέχθηκε ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον να εξατομικεύσει την ποινή, έτσι ώστε να αρμόζει στο συγκεκριμένο κατηγορούμενο ανεξαρτήτως της σοβαρότητας του αδικήματος και του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί από την απόφαση.

«Και όταν επιβάλλεται η πρόσδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή η υποχρέωση για εξατομίκευση της, ώστε να αρμόζει και στις συνθήκες του παραβάτη, δεν ατονεί» – Krekoou v. Republic (1983) 2 CLR 289».

ΣΤΟΧΟΣ της ποινής συνεπώς είναι –

  1. Η αποτροπή (deterrence), τόσο ειδική, αφορούσα συγκεκριμένο αδικοπραγούντα, όσο και γενική που επηρεάζει το ευρύ κοινό και τον εν δυνάμει επίδοξο αδικοπραγούντα
  2. Η αναμόρφωση (rehabilitation) του χαρακτήρα και των συνηθειών του αδικοπραγούντα
  3. Ο περιορισμός (incapacitation) του αδικοπραγούντα, αποτρέποντας τον από την διάπραξη άλλων αδικήματων εναντίον της κοινωνίας

Σχετικές αναφορές γίνονται εντός του συγγράμματος με τίτλο «Νομολογική Προσέγγιση της Ποινής – Σαββας Ζαννουπας, 2013»

ΣΚΟΠΟΣ της ποινής υπάρχει –

Για να επιτευχθεί συνεπώς ο στόχος ως πιο πάνω, η επιβολή πρέπει να πραγματοποιείται με αυστηρότητα και προς όλους τους πολίτες της Δημοκρατίας, όλοι ίσοι ενώπιον του νόμου και χωρίς εξαιρέσεις, αλλά αφού γίνει πάντοτε η επιβαλλομένη εξατομίκευση από τον Δικαστή που εξετάζει την επιβολή της ποινής. Μόνο έτσι μπορεί να δικαιολογηθεί ο σκοπός ύπαρξης της.

Η συζήτηση αυτή γίνεται εντός της παρούσας έκθεσης με μοναδικό σκοπό να εξεταστεί κατά πόσο ένα εξώδικο πρόστιμο μπορεί να ενταχθεί σ’ αυτούς τους στόχους και σκοπούς, ως έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω, ούτως ώστε η ύπαρξη τους να θεωρείται ιδανική και κατ’ επέκταση δικαιολογημένη, ασχέτως αν αυστηρά ομιλούντες αντιβαίνει στα βασικά συνταγματικά δικαιώματα του πολίτη όπως αυτά αναφέρονται πιο κάτω. Δικαιώματα όπως να θεωρείσαι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντίθετου, του δικαιώματος να μην καταδικαστεί κάποιος δυο φορές για την ιδιά πράξη, την μη επιβολή ταπεινωτικής τιμωρίας, το δικαίωμα της υπεράσπισης, της ακρόασης ενώπιον Δικαστηρίου κ.α.

Συνοπτικά σ’ αυτό το αρχικό στάδιο πρέπει να αναφερθεί ότι οι ίδιοι οι νόμοι αναφέρουν ότι α) με την ύπαρξη εξωδίκου προστίμου ο κατήγορος δεν μπορεί να προωθήσει ποινική δίωξη μέχρι να περάσουν οι προθεσμίες που θέτει ο νόμος και ότι β) η πληρωμή του προστίμου δεν αποτελεί καταδίκη. Συνεπώς  κατά πόσο το εξώδικο κλητήριο / ειδοποίηση αποτελεί κατηγορία για αδίκημα και η πληρωμή αυτού αποτελεί «παραδοχή» διάπραξης του αδικήματος και το ποσό ως «ποινή», είναι θέμα ερμηνείας του αναγνώστη.

Θεωρούμε ότι από την στιγμή που ένα άτομο έχει διαπράξει αδίκημα για το οποίο πληρώνει για την ολοκλήρωση της δίωξης του από το κράτος, τότε δεν μπορεί πάρα να δηλωθεί ότι, το ποσό που ζητείται αποτελεί ΠΟΙΝΗ και η πληρωμή αυτής αποτελεί ΠΑΡΑΔΟΧΗ ΔΙΑΠΡΑΞΗΣ.

Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι η επιβολή ποινής είναι ζήτημα το οποίο μόνο ένα Δικαστήριο μπορεί να επιληφθεί, εκτός αν υπάρχουν οι σχετικές και σωστές νομοθετικές δικλείδες που να επιτρέπουν διαφορετική ρύθμιση. Τέτοιες νομοθετικές δικλείδες, είναι οι επεμβάσεις του νομοθέτη στο έργο της επιβολής Ποινής. Είναι επίσης φανερό ότι η εξώδικη ειδοποίηση για διευθέτηση του προστίμου που έχει προκύψει από διάπραξη ποινικού αδικήματος, δεν μπορεί να λεχθεί ότι καλύπτει τις πιο πάνω αρχές του Στόχου και του Σκοπού μιας ποινής. Στην απουσία εξατομίκευσης και διερεύνησης των παραμέτρων διάπραξης, θεωρούμε ότι ο αδικοπραγούντας νιώθει ότι δεν επιβλήθηκε η ποινή στον ίδιο, αλλά σε παραβατική συμπεριφορά που υπάρχει γενικά σε μια πολιτεία. Συνεπώς όταν ο νομοθέτης εξετάζει τέτοιου είδους παρεμβάσεις στην επιβολή ποινής (η οποία ως ανέφερα είναι αποκλειστική εργασία ενός Δικαστηρίου), θα πρέπει να λάβει υπόψη του αυτή την παράμετρο.

Η Επιβολή της Ποινής

Το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια επιβολής ποινής μετά την καταδίκη. Όταν αποφασίσει την καταδίκη του κατηγορουμένου τότε πρέπει να επιβάλει ποινή (άρθρο 47 Ποινικής Δικονομίας). Διακριτική ευχέρεια υπάρχει μόνο στο είδος και ύψος της ποινής που θα επιβληθεί. Η ποινή στον Ποινικό Κώδικα ποτέ δεν προκαθορίζεται από τα άρθρα του νόμου, εκτός από πολύ ειδικές περιπτώσεις (φόνο, προδοσία κτλ.) στις οποίες η ποινή είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Στα υπόλοιπα ποινικά αδικήματα υπάρχει ευδιάκριτη η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, εφόσον οι ποινές που αναφέρονται στα άρθρα ως προς το είδος και το ύψος αφορούν πάντα την ανώτερη ποινή που μπορεί να επιβάλει ο Δικαστής και σε καμία περίπτωση τα άρθρα αυτά δεν προκαθορίζουν ποια θα είναι αυτή η ποινή. Η επιβολή της ποινής είναι αποκλειστικά έργο του Δικαστηρίου.

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΑΡΘΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΙΝΙΚΟΥ ΚΩΔΙΚΑ

«Δεκασμός δημόσιου λειτουργού

  1. Όποιος-

(α) είναι δημόσιος λειτουργός και είναι επιφορτισμένος με την εκτέλεση οποιουδήποτε καθήκοντος λόγω του λειτουργήματος του, με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό ζητά, δέχεται ή παίρνει ή συμφωνεί ή αποπειράται να δεχτεί ή να πάρει περιουσία ή ωφέλημα οποιουδήποτε είδους για τον εαυτό του ή για άλλον, για χάρη εκτέλεσης ή μελλοντικής ενέργειας ή παράλειψης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων του λειτουργήματος του ή

(β) με τέτοιο τρόπο που υποδηλώνει δεκασμό, δίνει παρέχει ή προμηθεύει, ή υπόσχεται ή προσφέρεται να δώσει ή να παρέχει ή να προμηθεύει ή να αποπειραθεί να προμηθεύσει, σε δημόσιο λειτουργό ή σε άλλο, περιουσία, ή ωφελήματα οποιουδήποτε είδους για χάρη τέτοιας ενέργειας ή παράλειψης από τέτοιο δημόσιο λειτουργό,είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι επτά χρόνια και σε χρηματική ποινή μέχρι εκατό χιλιάδες ευρώ ή και στις δύο ποινές, η δε περιουσία του, αντικείμενο του δεκασμού, υπόκειται σε δήμευση σύμφωνα με τον περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμο.»

Όπως φαίνεται στο αμέσως πιο πάνω παράδειγμα η ποινή που δύναται να επιβληθεί από το Δικαστήριού είναι ΜΕΧΡΙ τον αριθμό χρονών φυλάκισης και / η ΜΕΧΡΙ την χρηματική ποινή που προβλέπει ο νόμος. Συνεπώς η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αφορά στο είδος και ύψος της ποινής και όχι στο κατά ποσό θα επιβάλει ποινή σε οποιονδήποτε έχει καταδικαστεί. Σε πολλές περιπτώσεις το Δικαστήριο, είτε μετά από καταδίκη, είτε μετά από παραδοχή του κατηγορουμένου, στο στάδιο επιβολής ποινής, δεν επιβάλει την οποιαδήποτε άμεση ποινή, πάρα μόνο διατάσσει τον κατηγορούμενο να τηρεί τους νομούς της Δημοκρατίας για ένα χρονικό διάστημα.

Τέτοια διακριτική ευχέρεια δεν υπάρχει στην επιβολή του εξώδικου προστίμου. Ο νομοθέτης δεν έχει δώσει την οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια στον λειτουργό που θα κρίνει ότι μπορεί να καταγγείλει ένα πολίτη για την διάπραξη του αδικήματος.

Πιο συγκεκριμένα στη νομοθεσία περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νομός του 1997, άρθρο 5 αναφέρονται για παράδειγμα τα εξής:

«5.-(1) Αν αστυνομικός θεωρεί ότι πρόσωπο διαπράττει ή έχει διαπράξει αδίκημα που εμπίπτει στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δύναται να επιδώσει μέσα σε χρονικό διάστημα σαράντα πέντε ημερών από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος στο πρόσωπο αυτό γραπτή ειδοποίηση, η οποία εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, προσφέροντας με τον τρόπο αυτό στο εν λόγω πρόσωπο την ευκαιρία να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ενοχή για το πιο πάνω αδίκημα, αφού πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο. Καμιά δίωξη δεν ασκείται, αν το εξώδικο πρόστιμο καταβληθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, πριν από την πάροδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία έκδοσης της ειδοποίησης.»

Με μια απλή ανάγνωση του ανωτέρω, κάποιος μπορεί να αντιληφθεί τις ανησυχίες που δημιουργούνται από καταγγελίες που μπορούν να προκύψουν εναντίον πολίτων λόγω της εξουσίας που έχει δοθεί σε αστυνομικούς. Το ότι αφήνεται στην αντίληψη του αστυνομικού να θεωρεί ότι πρόσωπο έχει διαπράξει αδίκημα, και ότι δεν οφείλει την άμεση ενέργεια προς ενημέρωση του πολίτη, αλλά έχει 45 μέρες από την διάπραξη που θεωρεί ότι έχει γίνει, να ενημερώσει τον πολίτη, με μόνο την ειδοποίηση (χωρίς άλλο μαρτυρικό υλικό), για να απαλλαχθεί από οποιαδήποτε ΕΝΟΧΗ και όχι οποιαδήποτε περαιτέρω διαβήματα, και μάλιστα χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο τι μπορεί να κάνει ο πολίτης, αν κρίνει ότι ο αστυνομικός λανθασμένα θεώρησε ότι ο ίδιος διάπραξε αδίκημα, θεωρούμε ότι αποτελεί αδικαιολόγητη ρήτρα του νόμου η οποία δεν προσφέρει οποιαδήποτε προστασία προς τον πολίτη.

Νόμος

Τα πιο κάτω νομοσχέδια είναι οι νόμοι που επιτρέπουν εξώδικη διευθέτηση προστίμου στις περιπτώσεις που αναφέρονται εντός των ιδίων των νομοθετημάτων. Με αυτό τον τρόπο ουσιαστικά ο νομοθέτης επεμβαίνει στο έργο του Δικαστηρίου και με τον τρόπο που αναφέρεται σε κάθε τέτοια περίπτωση προβαίνει στην επιβολή ποινής. Κατωτέρω παρατίθενται οι νόμοι που έχουν εντοπιστεί από τον συγγραφέα, χωρίς να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και άλλοι που είναι κρυμμένοι στα ράφια της Κυπριακής Νομοθεσίας.

  • Ο περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμος του 1997 (47(I)/1997)
  • Οι περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων (Εξώδικο Πρόστιμο και Διαδικασία) Κανονισμοί του 2000, Κ.Δ.Π. 164/2000
  • Ο περί Κέντρων Αναψυχής (Άδειες Εκπομπής Ήχου) Νόμος του 2016 (Ν.

50(I)/2016)

  • Ο περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμος του 2003 (Ν. 152(I)/2003)

Σημαντικό να σημειωθεί ότι, ο νόμος που αναφέρεται στην πιο πάνω λίστα με αριθμό 3, έχει ακυρωθεί με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 03/07/2019, αφού κρίθηκε ότι δεν υπήρχαν τα αναγκαία μέτρα για να μπορέσει να εφαρμοστεί. Εν τούτοις τα εξώδικα πρόστιμα που αναφέρονται εντός του νόμου (τα οποία πολύ πιθανό σε μελλοντικό στάδιο να μας απασχολήσουν ξανά) είχαν ύψος μέχρι και €30.000)

Επίσης σημαντικό να σημειωθεί ότι ο νόμος περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νομό του 1997, έχει τον δικό του κατάλογο, ο οποίος αναφέρεται σε αδικήματα τα οποία μπορούν να διευθετηθούν με εξώδικα πρόστιμα από διάφορες νομοθεσίες της Κύπρου συμπεριλαμβανομένων ενδεικτικά και των κατωτέρω:

  • Ο περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Κανονισμοί του 1954-1994.
  • Οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμοί του 1984-1996.
  • Περί Προστασίας της Υγείας (Έλεγχος του Καπνίσματος) Νομό του
  • Αποφυγής της Ρύπανσης Δημοσίων Δρόμων και Δημοσίων Χώρων Νόμος (Αρ. 19(Ι) του 1992).
  • Δημοσίων Οδών Νόμος, Κεφ. 83 και Νόμος Α2/1960.
  • Προστασίας της Παραλίας Νόμος, Κεφ. 59 και Νόμοι 22 του 1961
  • Οι περί Ελέγχου Επιδείξεως Διαφημίσεων Κανονισμοί του Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγίας Νάπας του 1977
  • Οι περί Χωρίων (Διοίκησις και Βελτίωσις) Κανονισμοί (Τροχαίας Κινήσεως) Αγίου Δομετίου του 1968.
  • Ζώων (Πιστοποιητικό) Νόμος, Κεφ. 29.
  • Οι Δημοτικοί Κανονισμοί Λεμεσού του 1965-1995. Δημ. Καν. 182(ι).

Εξώδικη Ειδοποίηση

Στην Κύπρο μέσα από τις νομοθεσίες που παρουσιάζονται πιο πάνω, παρατηρούνται εξώδικα για πολλά και διάφορα ποινικά αδικήματα τα οποία ξεκινούν με την χαμηλότερη χρηματική ποινή να είναι ύψους 5 ΛΙΡΩΝ (π.χ. Παρεμπόδιση Διόδου) και την υψηλότερη που μπορεί να εντοπιστεί να ανέρχεται σε €15.000 και €20.000 (π.χ. παράνομη κατοχή θηράματος).

Μια σημαντική διαφορά η οποία θα αναλυθεί και πιο κάτω στο παρόν κείμενο είναι μεταξύ του λεκτικού που χρησιμοποιείται στην Κύπρο σε διαφορά με την Αγγλία όπου θεωρώ ότι εκεί χρησιμοποιείται πιο σωστή ορολογία υπό τις περιστάσεις. Συγκεκριμένα στην Κύπρο τα εν λόγω εξώδικα τα αποκαλούμε «Εξώδικες Διευθετήσεις Αδικημάτων», ενώ στην Αγγλία υπάρχει ο όρος «conditional  offer    of fixed penalty», τον οποίο βρίσκουμε πολύ πιο ορθό από την στιγμή που όντως μιλούμε για μια πρόταση εξώδικης διευθέτησης ενός παραπτώματος και όχι για εξώδικη ποινή. Ο όρος που χρησιμοποιείται στην Αγγλία καθιστά ξεκάθαρο στον παραβάτη ότι η έκδοση τέτοιου εξωδίκου δεν σημαίνει ότι επηρεάζει με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του, τα οποία προστατεύονται πλήρως και ότι μπορεί να πληρώσει αν αποδέχεται την ενοχή του και συμφωνεί με το ποσό της ποινής.

Ενημερωτικά, σε όλες τις βασικές νομοθεσίες που ασχολούνται με την έκδοση εξωδίκου προστύμματος στην Κύπρο υπάρχουν σχετικά άρθρα τα οποία επεξηγούν τι πρέπει να συμπεριλαμβάνει και να δηλώνει ένα τέτοιο εξώδικο δελτίο. Συγκεκριμένα παρουσιάζουμε δυο παραδείγματα τα οποία είναι τα εξής –

Βάσει του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμος του 1997 (47(I)/1997), άρθρο 8 αναφέρονται τα εξής

«8. Η ειδοποίηση που εκδίδεται, δυνάμει του άρθρου 5-

(α) Καθορίζει το αδίκημα το οποίο φέρεται ότι έχει διαπραχθεί κατά παράβαση συγκεκριμένης διάταξης νόμου ή κανονισμού.

(β) Παρέχει σε συντομία κάθε στοιχείο του αδικήματος που κρίνεται αναγκαίο, για να δικαιολογηθεί ο προβαλλόμενος ισχυρισμός.

(γ) Εκθέτει την περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με το άρθρο 6, δεν θα ασκηθεί δίωξη για το αδίκημα.

(δ) Παραθέτει το ποσό του εξώδικου προστίμου και αναφέρει ότι, αν το ποσό αυτό δεν πληρωθεί μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αυξάνεται κατά το ήμισυ.

(ε) Παραθέτει τη διεύθυνση όπου το πρόστιμο δύναται να πληρωθεί.

(στ) Παραθέτει τους βαθμούς ποινής στην περίπτωση όπου το αδίκημα είναι μεταξύ εκείνων που η εξώδικη ρύθμιση επιτρέπεται μόνο με την επιβολή βαθμών και εξώδικου προστίμου, καθώς επίσης και τα απαραίτητα στοιχεία που η εν λόγω ρύθμιση απαιτεί σύμφωνα με τους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμους του 1972 μέχρι (Αρ. 3) του 2000.»

Και Βάσει του περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων νομός του 2003 (152(Ι)/ 2003, άρθρο 84

«84. Η ειδοποίηση που εκδίδεται, δυνάμει του άρθρου 81:

(α) καθορίζει το αδίκημα το οποίο φέρεται να έχει διαπραχθεί κατά παράβαση συγκεκριμένης διάταξης του παρόντος Νόμου ή διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει αυτού·

(β) παραθέτει σε συντομία κάθε στοιχείο του αδικήματος που κρίνεται αναγκαίο, για να δικαιολογηθεί ο προβαλλόμενος ισχυρισμός·

(γ) εκθέτει την περίοδο κατά την οποία, σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 81, δε θα ασκηθεί δίωξη για το αδίκημα·

(δ) παραθέτει το ποσό του εξώδικου προστίμου και αναφέρει ότι αν το ποσό αυτό δεν πληρωθεί μέσα σε τριάντα ημέρες, αυξάνεται κατά το ήμισυ·

(ε) παραθέτει τη διεύθυνση όπου το πρόστιμο δύναται να πληρωθεί.»

Όπως μπορει να δει κάποιος, αποτελούν τα ίδια ή εξαιρετικά όμοια κριτήρια ως προς το τι θα πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στην ειδοποίηση για εξώδικη λύση διάπραξης αδικήματος. Και στις δυο περιπτώσεις ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α και Β, όχι μόνο δεν υπάρχουν όλα όσα αναφέρονται στα συγκεκριμένα πιο πάνω άρθρα, αλλά πουθενά δεν αναφέρονται τα δικαιώματα του παραβάτη σε περίπτωση που ο ίδιος θέλει να αμφισβητήσει την διάπραξη του αδικήματος, επειδή μπορεί να εμπίπτει σε μια περίπτωση που όντως το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί. Ούτε απαιτείται κάτι τέτοιο όπως φαίνεται από τα πιο πάνω άρθρα του νόμου.

Το γεγονός αυτό από μόνο θεωρούμε ότι αποσκοπεί στον άνισο χειρισμό του πολίτη και των δικαιωμάτων αυτού μεταξύ του ιδίου και της πολιτείας, εφόσον ο πολίτης παρουσιάζεται να μην μπορεί να κάνει κάτι άλλο πάρα να πληρώσει το εξώδικο.

Περαιτέρω, σημαντικό σημείο το οποίο χρήζει αναφοράς σ’ αυτό το στάδιο είναι το γεγονός ότι και στις δυο πιο πάνω περιπτώσεις / νομοθεσίες υπάρχει συγκεκριμένο άρθρο που δηλώνει ότι, η πληρωμή του εξωδίκου δεν αποτελεί καταδίκη και όπως έχουμε αναφέρει πιο πάνω απαλλάσσει τον πολίτη από οποιαδήποτε ενοχή (άρθρο 85 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Αγρίων Πτηνών και Θηραμάτων νομός του 2003 (152(Ι)/ 2003, και άρθρο 11 του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμος του 1997 (47(I)/1997)).

Επηρεασμός του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας

Συνεπώς έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω και έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, πρώτος σταθμός εξέτασης κατά ποσό τα εξώδικα είναι δίκαιος και ορθός τρόπος επιδίκασης μιας ποινής, είναι να ανατρέξει κάποιος στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και να εντοπίσει τα άρθρα που επηρεάζονται και ενδεχομένως να παραβιάζονται σε τέτοιες περιπτώσεις.

Κατά την δική μας άποψη, τα πιο κάτω άρθρα επηρεάζονται από την οποιαδήποτε εξώδικη ρύθμιση της ποινής.

Ένα από τα βασικότερα Άρθρα ασφαλώς είναι το Άρθρο 12 (4) του Συντάγματος, το οποίο ξεκάθαρα δηλώνει ότι ο κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρι να αποδειχθεί ένοχος συμφώνως προς τον νόμο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι στις εξώδικες ειδοποιήσεις ο κατηγορούμενος καλείται να καταβάλει χρηματικό πρόστιμο, ως ποινή για διάπραξη ποινικού αδικήματος, χωρίς να έχει αποδειχθεί η ενοχή, θεωρούμε ότι επηρεάζεται άμεσα το συγκεκριμένο άρθρο. Το ίδιο το δικαίωμα υπάρχει και βάσει του άρθρου 3Α(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νομό το οποίο επίσης αυτόματα επηρεάζεται με τον ίδιο τρόπο.

Περαιτέρω και εν συνέχεια αυτού, θεωρούμε ότι επηρεάζεται το Άρθρο 12 (5) το οποίο δίνει απόλυτο δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υπερασπιστεί τις θέσεις του και χρόνο για να μπορέσει να προπαρασκευάσει την υπεράσπιση του. Όπως επίσης να καλεί μάρτυρες για να τους εξετάσει ενώπιον Δικαστηρίου, αλλά και να έχει τον δικηγόρο της επιλογής του. Όλα αυτά απουσιάζουν από την επιβολή του προστίμου με την εξώδικη διαδικασία.

Κάποιος ασφαλώς μπορεί να πει ότι, επηρεάζεται και το Άρθρο 28, που απαιτεί ισότητα όλων ενώπιον του νομού. Ως άτομο που κατηγορείται δεν έχει τα ιδιά δικαιώματα με άλλους κατηγορουμένους που αντιμετωπίζουν κατηγορίες ενώπιον Δικαστηρίου. Τουλάχιστον όχι στο αρχικό στάδιο που δίνεται η εξώδικη ειδοποίηση, επειδή σε μεταγενέστερο στάδιο ο κατηγορούμενος αν δεν πληρώσει το εξώδικο τότε η υπόθεση μεταφέρεται ενώπιον Δικαστηρίου. Η διαφορά όμως είναι ότι με την επίδοση της εξώδικης ειδοποίησης ο κατηγορούμενος κατ’ εκείνο το στάδιο δεν έχει τρόπο και δικαίωμα να υπερασπιστεί το εξώδικο κλητήριο. Είναι μόνο στην περίπτωση που το εξώδικο παραμείνει απλήρωτο που ο κατηγορούμενος θα έχει δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό του ενώπιον Δικαστηρίου. Δεν του δίνεται όμως κανένα δικαίωμα υπεράσπισης στο στάδιο που εκκρεμεί το εξώδικο.

Βάσει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, είναι φυσικό να επηρεάζεται και το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει ότι όλοι έχουν το δικαίωμα να προσέλθουν ενώπιον Δικαστηρίου. Φυσικά εδώ κάποιος μπορεί να πει ότι το συγκεκριμένο δικαίωμα δεν επηρεάζεται, αφού δίνεται η ευκαιρία στον κατηγορούμενο εφόσον δεν πληρώσει το εξώδικο να οδηγηθεί ενώπιον Δικαστηρίου και κατ’ επέκταση το συγκεκριμένο άρθρο διασφαλίζεται με τον τρόπο αυτό. Η διαφορά όμως που πρέπει να αναφερθεί είναι μεταξύ του δικαιώματος και της υποχρέωσης. Θεωρούμε ότι το δικαίωμα θα διασφαλιζόταν μόνο αν στην εξώδικη ειδοποίηση γινόταν αναφορά προς τον κατηγορούμενο ότι μπορεί να ΜΗΝ πληρώσει το εξώδικο και να αποφασίσει ο ίδιος να οδηγηθεί ενώπιον Δικαστηρίου και όχι να οδηγείται στο δικαστήριο μόνο όταν δεν πληρώσει το εξώδικο. Η διαφορά είναι ότι δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα του κατηγορουμένου να τοποθετηθεί άμεσα αν παραδέχεται ή όχι την διάπραξη του αδικήματος ενώπιον λειτουργού, όπως σε οποιαδήποτε άλλη ποινική διαδικασία. Επίσης η διαφορά είναι ότι αναπόφευκτα με τον τρόπο που υφίσταται τώρα (δηλαδή εξώδικο για πρόστιμο και αν ΔΕΝ πληρωθεί τότε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου), θεωρούμε ότι επηρεάζεται και πάλι το πιο πάνω δικαίωμα του να τεκμαίρεσαι αθώος μέχρι αποδείξεως του αντίθετου. Ο λόγος είναι απλός και πρακτικός αφής στιγμής η υπόθεση που οδηγείται ενώπιον Δικαστηρίου, είναι πλέον υπόθεση στην οποία λειτουργός αποφάσισε ήδη ότι διαπράχθηκε το αδίκημα, έκρινε ότι με την διάπραξη του έπρεπε να επιβληθεί πρόστιμο και επειδή το πρόστιμο δεν πληρώθηκε, ο κατηγορούμενος βρίσκεται ενώπιον Δικαστηρίου και κατά παράβαση άρθρων του Συντάγματος και του Ποινικού Κώδικα και Δικονομίας, πρέπει να αποδείξει πλέον ότι το εξώδικο ήταν λανθασμένο και ότι ο ίδιος έχει υπεράσπιση. Δηλαδή αναγκαστικά και αυτόματα αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης στους ώμους του κατηγορουμένου, σε πλήρη
αντίθεση με την βασική αρχή των ποινικών υποθέσεων ότι το βάρος απόδειξης για όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος το φέρει η κατηγορούσα αρχή και ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος μέχρι η κατηγορούσα αρχή να αποδείξει την ενοχή του.

Αυτή η αντιστροφή στο βάρος απόδειξης ήταν και ο λόγος αθώωσης στην πιο κάτω υπόθεση που παρουσιάζεται ως ένα από τα παραδείγματα που ενισχύουν τις θέσεις που αναφέρουμε ανωτέρω.

Δήμος Λευκωσίας ν. Δήμητρα Γεωργίου Αρ. Υπ. 16073/2016, (19/10/17)

«Το πρόσωπο που παραλαμβάνει την ειδοποίηση εξώδικου λοιπόν έχει δικαίωμα να μην καταβάλει το αντίτιμο και να επιλέξει να υποστηρίξει την αθωότητα του στο Δικαστήριο. Αν τώρα το πρόσωπο αυτό δεν είναι ιδιοκτήτης, τότε το βάρος απόδειξης ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε τον έλεγχο ή την ευθύνη του οχήματος βρίσκεται εξ ολοκλήρου στους ώμους της κατηγορούσας αρχής.

Ενώ δηλαδή, στον μη ιδιοκτήτη, εφαρμόζεται η αρχή ότι η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά, βαρύνει εξ’ ολοκλήρου την Κατηγορούσα Αρχή, εντούτοις όταν το πρόσωπο του παραδείγματος, τυγχάνει να είναι και ο ιδιοκτήτης του οχήματος, τότε το βάρος απόδειξης θα αντιστρεφόταν και το πρόσωπο αυτό θα ήταν υπόχρεο να αποδείξει την αθωότητα του. Τούτη η διαφορετική δικονομική μεταχείριση ιδιοκτητών οχημάτων και απλών οδηγών ή κατόχων οχημάτων δεν δικαιολογείται.

Εν όψει των πιο πάνω, δεν αποδέχομαι την ερμηνεία που οδηγεί σε δημιουργία τεκμηρίου ενοχής έναντι των ιδιοκτητών. Συν τοις άλλοις, τούτο θα ήταν αντίθετο προς το τεκμήριο αθωότητας. Συνεπώς, στην παρούσα περίπτωση η κατηγορούσα αρχή εξακολουθεί να βαρύνεται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Τελειώνοντας, επισημαίνω ότι, αν ο νομοθέτης επιθυμούσε την δημιουργία ενός τέτοιου τεκμηρίου θα το έπραττε ενδεχομένως με όμοιο τρόπο που το έπραξε και σε σχέση με αδικήματα που αφορούν συσκευές φωτοεπισήμανσης (βλ. άρθρο 8 του Περί Τροχαίων Αδικημάτων (Χρήση Συσκευών Φωτοεπισήμανσης και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου 55(1)/2001)

Ως εκ των ανωτέρω και στην βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, καταλήγω ότι δεν δικαιολογείται η κλήση της Κατηγορουμένης σε απολογία είτε στην υφιστάμενη Κατηγορία είτε σε Κατηγορία στην βάση του Κανονισμού 58(2)(δ). Η Κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει.»

Το ίδιο αποτέλεσμα έχει παρατηρηθεί και στην Δήμος Λευκωσίας ν. Παναγιώτης Γεωργίου, 3260/2016, (10/04/17).

Συνεπώς όπως φαίνεται ακόμα και με μια όχι τόσο αυστηρή εξέταση της διαδικασίας που προκύπτει από την έκδοση εξώδικης ειδοποίησης, σίγουρα επηρεάζονται τα πιο πάνω Συνταγματικά δικαιώματα με τον τρόπο που αναφέρεται. Όμως ακόμα και αν θεωρηθεί ότι αυτά τα δικαιώματα δεν επηρεάζονται με τον τρόπο που επεξηγείται αμέσως πιο πάνω, τότε τι γίνεται με την νομική αρχή ότι απαγορεύεται η διαπραγμάτευση της καταδίκης;

Εξώδικη Διευθέτηση – Διαπραγμάτευση Παραδοχής

Εκ πρώτης όψεως, σίγουρα φαίνεται ότι η επιβολή της οποιασδήποτέ χρηματικής ποινής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, αντιβαίνει στα συνταγματικά δικαιώματα του πολίτη και σε βασικά άρθρα άλλων νομοθεσιών, όπως του περί Ποινικής Δικονομίας και περί Ποινικού Κώδικα.

Βέβαια στο τέλος, όπως φαίνεται και από την πιο πάνω ανάλυση, δίνεται το

«δικαίωμα» στον πολίτη να μην πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο, να το αφήσει να διπλασιαστεί και να καταλήξει ενώπιον Δικαστηρίου να υπερασπίσει τις θέσεις του, όπου σε εκείνο το στάδιο (ενώπιον Δικαστηρίου) πλέον θεωρούμε ότι όλα του τα δικαιώματα θα τύχουν σεβασμού, όπως σε οποιαδήποτε άλλη ποινική υπόθεση. Η λέξη «δικαίωμα» σε αυτή την περίπτωση μπαίνει σε εισαγωγικά για τον απλό λόγο ως έχει αναφερθεί πιο πάνω ότι, ένα δικαίωμα δίνει την επιλογή στον πολίτη αν θέλει να το διεκδικήσει και δεν επιβάλει στον ίδιο.

Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο πολίτης μπορεί είτε να πληρώσει το εξώδικο πρόστιμο και να μην αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ποινική δίωξη ή να το αφήσει να διπλασιαστεί και αφού δεν πληρώσει εντός της προθεσμίας, η όλη υπόθεση να οδηγηθεί ενώπιον ποινικού Δικαστηρίου προς εκδίκαση της.

Συγκεκριμένα η αναφορά του ιδίου του νόμου όπως έχει παρουσιαστεί πιο πάνω, προβλέπει ότι με την πληρωμή ο πολίτης απαλλάσσεται από «οποιαδήποτε ενοχή». Τι γίνεται συνεπώς με την βασική αρχή και κανόνα ότι είναι «ανεπίτρεπτη η διαπραγμάτευση της απάντησης του υποδίκου στην κατηγορία – plea bargain»;

Νοουμένου ότι θα δεχτούμε ότι η έκδοση ενός εξώδικου δεν αποτελεί άμεση καταδίκη αλλά μόνο μια καταγγελία της υπόθεσης για το αδίκημα που έχει διαπραχθεί και ότι αν ο πολίτης συμμορφωθεί σ’ αυτό με την πληρωμή του η ενέργεια αυτή θεωρείται ως παραδοχή στην διάπραξη του αδικήματος, τότε δεν μπορεί να κριθεί διαφορετικά από το κράτος πάρα μόνο ότι εμπίπτει εντός της απαγορευμένης πρακτικής του plea bargain, εφόσον το ίδιο το κράτος μονομερώς προτείνει στον πολίτη να δεχθεί μια χρηματική ποινή (και άλλες διευθετήσεις – διαγραφή του αδικήματος, αποφυγή εξόδων, γρήγορη διευθέτηση, αποφυγή ταλαιπωρίας δικαστηρίου), σε αντάλλαγμα της παραδοχής του.

Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμά «Ποινική Δικονομία στην Κύπρο» σελ. 151:

«Ως θέμα αρχής, η απάντηση του κατηγορουμένου στην κατηγορία δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ του Κατήγορου και του Κατηγορουμένους. Είναι δε κατά πάντα απαράδεκτο για τον δικαστή να επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο την απάντηση του κατηγορουμένου. Ο κατηγορουμένους πρέπει να αφεθεί ελεύθερος να προβεί στην απόφαση του. Η απάντηση του πρέπει να είναι απόρροια της δίκης του βούλησης και κανενός αλλού.»

Με απλή γλώσσα το ίδιο το κράτος λέει στον πολίτη «πλήρωσε τώρα 85ευρ (είτε έχεις διαπράξει το αδίκημα είτε όχι) και δεν είναι ανάγκη να οδηγηθείς ενώπιον Δικαστηρίου».

Ότι στο άρθρο του νόμου αναφέρεται η απαλλαγή από οποιαδήποτε ενοχή, αντί η απαλλαγή από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, θεωρούμε δεν έχει διαφορά αφ’ ης στιγμής το αποτέλεσμα της μη πληρωμής ή της πληρωμής είναι το ίδιο. Αν πληρώσει δεν θα πάει Δικαστήριο, αν δεν πληρώσει θα πάει. Με αλλά λογία δεν τίθεται θέμα να πληρώσει το εξώδικο και να οδηγηθεί και στο δικαστήριο για να μπορεί να δικαιολογηθεί η αναφορά του ότι η πληρωμή του εξώδικου τον απαλλάσσει από ενοχή. Υπο αυτό το πρίσμα, θεωρώ ότι ο πολίτης βρίσκεται σε μειονεκτική θέση καθότι, όταν βρεθεί σ’ αυτή την θέση θα σκεφτεί ότι το κόστος να οδηγηθεί ενώπιον Δικαστηρίου θα είναι πολύ μεγαλύτερο με αβέβαιο αποτέλεσμα και κατ’ επέκταση πιέζεται να δεχτεί να πληρώσει την προτεινομένη ποινή που παρουσιάζεται με το εξώδικο πρόστιμο.

Επιπλέον το γεγονός ότι στα εξώδικα, όπως αυτά παρουσιάζονται και στα παραρτήματα Α και Β της παρούσας έκθεσης, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στα δικαιώματα του πολίτη, όταν ο πολίτης θεωρεί ότι το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί και λανθασμένα κατηγορείται για την εν λόγω πράξη, τότε υπάρχει απόλυτη κατάχρηση η οποία θεωρώ παραβιάζει όλες τις αρχές και δικαιώματα όπως έχουν παρουσιαστεί πιο πάνω στην έκθεση. Το γεγονός μάλιστα, ότι το κράτος / νομοθέτης είναι διατεθειμένο να δηλώσει ότι με την πληρωμή του εξώδικου για διάπραξη του αδικήματος, δεν θα υπάρξει καταδίκη του ατόμου και κατ’ επέκταση ουσιαστικά θα υπάρξει εξαφάνιση της διάπραξης του, θεωρώ ότι καθιστούν ακόμα πιο άδικη την θέση του πολίτη. Ασφαλώς και επηρεάζεται μ’ αυτούς τους τρόπους η απάντηση του στην κατηγορία. Προς απόδειξη του εν λόγω σημείου τα ίδια τα Δικαστήρια αναφέρουν ότι με την πληρωμή του εξωδίκου ο κατηγορούμενος απαλλάσσεται από οποιαδήποτε ενοχή

«Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Δημητρίου (2003) 2 ΑΑΔ, 45, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο σκοπός της εξώδικης ρύθμισης είναι η προσφορά ευκαιρίας στον αδικοπραγούντα να απαλλαγεί από οποιαδήποτε ενοχή για το αδίκημα διa της  πληρωμής εξωδίκου προστιμου.»      

Τα αμέσως πιο πάνω θεωρώ ότι ισχύουν ακόμα πιο έντονα όταν πρόκειται για εξώδικα πρόστιμα, τα οποία είναι κάτω των €200, αλλά ίσως και σε πιο βαριά πρόστιμα. Τι γίνεται όμως στις περιπτώσεις που μια ποινή είναι πάνω από

10.000 – 15.000; Αυτές θεωρώ είναι εντελώς παράλογες και αδικαιολόγητες βάσει όσων έχουν συζητηθεί πιο πάνω στην παρούσα έκθεση. Η διαδικασία της έκδοσης και επίδοσης εξώδικης ειδοποίησης, ειδικά στις περιπτώσεις που ο νομοθέτης έκρινε ότι το πρόστιμο θα πρέπει να είναι ύψους 10.000 – 15.000, ποσό το οποίο αναπόφευκτα θα επηρεάσει σε καθοριστικό βαθμό τον κατηγορούμενο και την οικογένεια του, θεωρώ έπρεπε να γίνεται με την απόλυτη προσοχή για την διασφάλιση των δικαιωμάτων ενός κατηγορουμένου.

Επίπεδο διασφάλισης το οποίο επιτυγχάνεται μόνο με την άμεση παραπομπή της υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου και όχι με την εξώδικη ειδοποίηση. Εννοείται ότι όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω η οδός του να κατηγορείται κάποιος πρώτα εξώδικα και μετά να πηγαίνει ενώπιον Δικαστηρίου, όχι μόνο δεν διασφαλίζει την προστασία των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου, αλλά αντιθέτως θέτει τον κατηγορούμενο σε δυσμενέστερη θέση.

Γενικές Παρατηρήσεις

Περαιτέρω και επιπλέον των πιο πάνω, ως γενικότερες παρατηρήσεις και ανησυχίες που προκύπτουν από την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στην χώρα, είναι οι πιο κάτω.

Δεν υπάρχει εξασφάλιση και προστασία κατά της κατάχρησης των δικαιωμάτων που δίνονται σε λειτουργούς να προβούν στα εξώδικα πρόστιμα. Ουσιαστικά ούτε μπορεί να γνωρίζει κάποιος αν ένας λειτουργός προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες αφ’ ης στιγμής αρκετές φορές η εξώδικη ειδοποίηση δεν συνοδεύεται με οποιοδήποτε περαιτέρω μαρτυρικό υλικό. Συνεπώς ούτε ο πολίτης αλλά ούτε ένα Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει τυχόν κατάχρηση.

Δεν υπάρχει νόμος που να ρυθμίζει όλες τις εξώδικες διαδικασίες, με σκοπό να υπάρχει ένα ενιαίο σύστημα που να μπορεί κάποιος να εξετάσει τα δικαιώματα του. Μια ενιαία νομοθεσία και κανονισμοί που να ισχύουν σε όλες τις περιπτώσεις εξωδίκων ειδοποιήσεων είναι το ιδανικό για να γνωρίζουν οι πολίτες τα δικαιώματα τους, την διαδικασία για όλες τις περιπτώσεις και το μέγιστο ποσό που θα επιτρέπει σ’ ένα λειτουργό να εκδώσει τέτοια εξώδικη ειδοποίηση, το οποίο δεν μπορεί να είναι ποσό καταστροφικό για τον πολίτη και την οικογένεια του.

Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω αλλά και της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο αναφορικά με τα εξώδικα, και πιο συγκεκριμένα της νοοτροπίας

«πληρώστε να τελειώνουμε» είναι ότι είναι ότι πολλές φορές ούτε ο λειτουργός / κατηγορούσα αρχή δεν ασχολείται στο βαθμό που θα έπρεπε, γνωρίζοντας ότι ο κατηγορούμενος δεν θα ασχοληθεί με την κατηγορία και θα πληρώσει το εξώδικο χωρίς να ψάξει ιδιαίτερα το τι έγινε, με αποτέλεσμα οι υποθέσεις που οδηγούνται ενώπιον Δικαστηρίου να μην μπορούν να στοιχειοθετηθούν.

Παράδειγμα η υπόθεση Δήμος Γερμασογειας ν. Ionel Christian Puiu 15530/17 (25/01/18) στην οποία η κατηγορούσα αρχή δεν είχε μαρτυρία αν ο χώρος στον οποίο ο κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει όντως ήταν χώρος στάθμευσής ανάπηρων.

Είναι συνεπως επιτακτική η ανάγκη όπως αυτές οι παρατηρήσεις ενταχθούν στο όλο πλαίσιο της πιο πάνω ανάλυσης που έχει γίνει για το θέμα με σκοπό την διασφάλιση των δικαιωμάτων του πολίτη.

Εισήγηση

Βάσει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, είναι η εισήγηση της παρούσας έκθεσης ότι η εξώδικη διευθέτηση κάποιων ποινικών αδικημάτων επιβάλλεται να παραμείνει, νοουμένου ότι η όλη διαδικασία χρειάζεται τροποποίηση, με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη.

Δεν υπάρχει μια ενιαία νομοθεσία η οποία να προνοεί την διαδικασία και τα δικαιώματα του πολίτη σε όλες τις περιπτώσεις που του επιδίδεται μια εξώδικη ειδοποίηση. Μια νέα ενιαία νομοθεσία και κανονισμοί που θα προνοούν αυτού του είδους τα θέματα είναι η ιδανική με σκοπό να υπάρξει ομοιομορφία στην νομολογία κάτι που θα σημαίνει και γνώση των δικαιωμάτων του πολίτη, σε περίπτωση που του δοθεί μια τέτοια εξώδικη ειδοποίηση.

Περαιτέρω, εντός αυτής της ενιαίας νομοθεσίας θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνεται ρητή αναφορά ότι αδικήματα τα οποία μπορούν να διευθετηθούν με τέτοιο τρόπο δεν μπορούν να επιβάλουν χρηματική ποινή μεγαλύτερη από 2.000 ευρώ. Γενικά η χρηματική ποινή δεν μπορεί να είναι τέτοια που να έχει πιθανό αποτέλεσμα την καταστροφή του κατηγορουμένου, αλλά και ενδεχόμενο επηρεασμό της όλης οικογένειας αυτού. Κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει μόνο αφού εξεταστεί η περίπτωση από Δικαστήριο το οποίο μετά που θα προβεί σε εξατομίκευση της ποινής, εκδώσει μια τέτοια ποινή, εφόσον μάλιστα μπορούν να εκδοθούν μαζί με την ποινή και διάφοροι άλλοι όροι προς εκτέλεση αυτής. Στην παρούσα κατάσταση των πραγμάτων διαφορετικές νομοθεσίες έχουν διαφορετικά μέγιστα ποσά.

Στα αναγκαία στοιχεία που οφείλει το κράτος να αναφέρει εντός των εξωδίκων ειδοποιήσεων, θα πρέπει να συμπεριληφθούν και τα δικαιώματα του πολίτη στις περιπτώσεις που ο ίδιος νιώθει ότι έχει αδικηθεί με την παραλαβή της κλήσης ή θεωρεί τον εαυτό του αθώο. Τα εξώδικα ως έχουν σήμερα, δεν έχουν καμία πρόνοια η οποία να είναι υπέρ των δικαιωμάτων του πολίτη, πάρα μόνο τι γίνεται σε περίπτωση που δεν πληρώσει στον προκαθορισμένο χρόνο.

Και τέλος το κυριότερο από όλα θα πρέπει να δίνεται το δικαίωμα στον πολίτη να δηλώσει την αθωότητα του από την αρχή, δηλαδή εντός 15 ημέρων από την ημέρα που ενημερώνεται για την έκδοση της εξώδικης ειδοποίησης εναντίον του. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει αυτό το δικαίωμα σήμερα επηρεάζει τα δικαιώματα του πολίτη με τον τρόπο και στον βαθμό που έχει αναπτυχθεί πιο πάνω, ενώ την ίδια ώρα αντιβαίνει με τους Δικαστικούς Κανόνες του 1964 οι οποίοι υπάρχουν και υιοθετούνται για προστασία των κατηγορούμενων κατά την διάρκεια λήψης καταθέσεων.

Είναι εξαιρετικά κρίσιμη η πρώτη τοποθέτηση του πολίτη / κατηγορουμένου όταν απαντά στον ισχυρισμό διάπραξης αδικήματος που επιβάλλεται, ούτως ώστε να αποφεύγεται με κάθε τρόπο ο αθέμιτος επηρεασμός του κατηγορουμένου στο να δώσει απάντηση χωρίς να έχει προειδοποιηθεί ανάλογα και χωρίς να έχουν διασφαλιστεί τα δικαιώματα του. Δίνοντας το δικαίωμα στον πολίτη να δώσει μια απάντηση στον ισχυρισμό της διάπραξης του ποινικού αδικήματος κατά την έκδοση εξώδικης ειδοποίησης, αφού έχει πληροφορηθεί επαρκώς για τα δικαιώματα του, θα σημαίνει ότι σε μεταγενέστερο στάδιο όταν η υπόθεση οδηγηθεί ενώπιον Δικαστηρίου, αυτή η απάντηση θα μπορεί να υιοθετηθεί από τον κατηγορούμενο, έχοντας στην κατοχή του ένα ισχυρό τεκμήριο, της αθωότητας του.

Κατάληξη

Όπως φαίνεται λοιπόν από όλα τα πιο πάνω,

  • Η επιβολή ποινής είναι αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου και ο νομοθέτης θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι έχει ακολουθήσει τις διαδικασίες και τα μέτρα προστασίας που εφαρμόζει ένα Δικαστήριο πριν την επιβολή της ποινής ώστε να διασφαλίζονται τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.
  • Η εξώδικη διευθέτηση της διάπραξης των ποινικών αδικημάτων δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στις παραμέτρους του στόχου και σκοπού της ποινής, αφ’ ης στιγμής στην απουσία εξατομίκευσης ο πολίτης νιώθει ότι δεν επιβάλλεται ποινή για την δική του συμπεριφορά αλλά για συμπεριφορά που υπάρχει γενικά στην κοινωνία,
  • Είναι λογικό ότι η εξώδικη διευθέτηση βοηθά στην καταπολέμηση του φόρτου των υποθέσεων που οδηγούνται ενώπιον Δικαστηρίου και δίνει την «ευκαιρία» σε έναν πολίτη να πληρώσει το εξώδικο πριν αυτό καταλήξει ως υπόθεση ενώπιον Δικαστηρίου προσφέροντας μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση «συμβιβασμού» της υπόθεσης
  • Η διαδικασία ως έχει δεν σέβεται καθόλου βασικά δικαιώματα του πολίτη τα οποία δεν μπορούν να τύχουν της οποιασδήποτε έκπτωσης, απλώς και μόνο για να βοηθηθεί το σύστημα και να μειωθεί ο φόρτος εργασίας,
  • Με την ψήφιση μιας επιπρόσθετης νομοθεσίας η οποία θα χειρίζεται τέτοια εξώδικη διευθέτηση με ενιαίο τρόπο, θα μπορέσει να ενισχυθεί η αναγκαία γνώση των δικαιωμάτων του πολίτη,
  • Η προσθήκη της ουσιαστικής παραμέτρου να δίνεται στον πολίτη το δικαίωμα να δώσει την δική του τοποθέτηση / απάντηση σε αυτή την εξώδικη ειδοποίηση παραβίασης του νόμου εντός 15 ημέρων από την λήψη της ειδοποίησης θεωρούμε ότι θα αποκαταστήσει την οποιαδήποτε αδικία υπάρχει στην υφιστάμενη κατάσταση των πράγματων.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,