Κενά στην Ποινική Ευθύνη κρουσμάτων σε Περιορισμό

-Τι γίνεται όταν κρούσματα κορωνοϊού αθετούν οδηγίες επαγγελματιών Υγείας;

-Πως ρυθμίζεται η ποινική τους ευθύνη σήμερα ως έχουν τα πράγματα;

-Χρειάζεται περαιτέρω ρύθμιση το όλο θέμα;

Στο παρόν άρθρο εντοπίζονται ορισμένες αμφιβολίες – κενά στο θέμα της ποινικής ευθύνης ‘κρουσμάτων’.

Οι αμφιβολίες αυτές προκύπτουν ενόψει του σοβαρού περιστατικού που εκτυλίχθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, πριν λίγες μέρες στις 19.3.2020, όταν ύποπτο κρούσμα εγκατέλειψε Νοσοκομείο για να τεθεί, κατά δική του πρωτοβουλία, σε περιορισμό στην κατοικία του. Αργότερα ο ίδιος επιβεβαιώθηκε θετικός στον κορωνοϊό. Το δημοσίευμα δεν αφορά το εν λόγω άτομο, αλλά κάθε πολίτη που διαφεύγει από κατάσταση περιορισμού, αθετώντας οδηγίες των επαγγελματιών υγείας, των ατόμων δηλαδή που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της πρωτοφανούς πρόκλησης.

Γιατί είναι σημαντική η διευκρίνιση ποινικής ευθύνης; Με απλή εξήγηση, αυτή διασφαλίζει την ομαλή συμβίωση του κοινωνικού συνόλου και την τήρηση της αναγκαίας τάξης. Η αμφιβολία λοιπόν σε ζητήματα ευθύνης δεν φαίνεται να συμβαδίζει επαρκώς με αυτές τις γραμμές, ειδικότερα στην κατάσταση που βρίσκεται η Πολιτεία σήμερα. Το πότε υπάρχει ευθύνη και πότε όχι πρέπει να διαπιστώνεται με τον πιο ξεκάθαρο διαθέσιμο τρόπο. Προπαντός για να γνωρίζουν οι πολίτες το κατα δύναμιν τις νομικές τους ευθύνες. Μέχρι τώρα παρουσιάστηκε ένα σοβαρό περιστατικό αθέτησης οδηγιών επαγγελματιών υγείας, αλλά ήδη από δημοσιογραφικές πηγές αναφέρεται ότι και άλλοι πολίτες σε καθεστώς περιορισμού είτε εκφράζουν δυσαρέσκεια είτε ακόμη φτάνουν και στο σημείο χρήσης μέσου για ευνοϊκότερες συνθήκες στη διαμονή τους.

Η καλύτερη διευκρίνιση νομικών ευθυνών, μπορεί επομένως να ελαχιστοποιήσει την επανάληψη του εν λόγω ή και παρόμοιου περιστατικού. Οι αμφιβολίες σε διακρίβωση ποινικής ευθύνης κρουσμάτων εντοπίζονται με το παρόν άρθρο ως ακολούθως:

Α. Ο ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ – ΚΑΛΥΠΤΟΝΤΑΙ ΤΑ ΥΠΟΠΤΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ;

Η διακρίβωση ευθύνης σε αυτή την περίπτωση φαίνεται από το άρθρο 190 του Κυπριακού Ποινικού Κώδικα, Κεφ 154, όπου αναφέρεται αυτολεξεί ότι: «Όποιος παράνομα ή από αμέλεια διενεργεί πράξη, η οποία ενδέχεται και την οποία γνωρίζει ή έχει λόγο να πιστεύει ότι ενδέχεται, να διαδώσει τη μόλυνση από οποιαδήποτε νόσο επικίνδυνη για τη ζωή, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Κατά τη θέση του συγγραφέα, το άρθρο 190 φαίνεται ότι ευκολότερα εφαρμόζεται σε περιπτώσεις επιβεβαιωμένων κρουσμάτων, αφήνοντας ορισμένες αμφιβολίες σε περιπτώσεις ατόμων που προέβησαν σε σχετικές πράξεις ενώ ήταν απλώς ‘ύποπτα κρούσματα’.

Για τη στοιχειοθέτηση του ποινικού αδικήματος του άρθρου 190 χρειάζεται κάτι περισσότερο από απόδειξη μιας ένοχης πράξης, όπως τη διάδοση της μολυσματικής νόσου. Χρειάζεται περαιτέρω και η απόδειξη της νοητικής υπόστασης του αδικήματος – της ένοχης σκέψης του ατόμου – όπως εκφράζεται και με απλούστερο τρόπο. Ώς φαίνεται από το άρθρο 190, η προϋπόθεση της ένοχης σκέψης, εντοπίζεται στο ότι το άτομο «πρέπει να γνωρίζει ή να έχει λόγο να πιστεύει ότι ενδέχεται να διαδώσει μόλυνση». Επομένως, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο ένα ύποπτο κρούσμα μπορεί εύκολα να στοιχειοθετήσει το αδίκημα του άρθρου 190. Μπορεί εύκολα να ειπωθεί ότι αυτό το άτομο γνωρίζει επαρκώς ότι ενδέχεται να διαδώσει μόλυνση; Μήπως προκύπτουν ορισμένες αμφιβολίες; Υπενθυμίζεται ότι η περίπτωση αφορά άτομο στο οποίο ακόμη δεν του έχει επιβεβαιωθεί αν όντως έχει τον ιό, δηλαδή που δεν του γνωρίζει τεκμηριωμένα ότι έχει κάτι που μπορεί να το μεταδώσει.

Η απάντηση θα ήταν ευκολότερη ασφαλώς αν το άτομο αυτό ήταν επιβεβαιωμένο κρούσμα αντί ύποπτο. Φυσικά ο καθορισμός ποινικής ευθύνης παραμένει αποκλειστικά στη κρίση ενός Δικαστηρίου που θα εξαρτηθεί αυτό ασφαλώς από τα γεγονότα και περιστάσεις κάθε υπόθεσης. Εν τούτοις, δεν μπορούν εύκολα να παραγνωριστούν τα ως άνω ερωτηματικά. Τα ερωτηματικά αυτά αποκτούν θεμελιώδη σημασία στο ποινικό δίκαιο, όπου το τεκμήριο αθωότητας ορίζει ότι έκαστος κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Και όπου δηλαδή με τους αποδεικτικούς κανόνες μιας ποινικής διαδικασίας, μια λογική αμφιβολία στην στοιχειοθέτηση του αδικήματος οδηγεί σε αθώωση.

Με την κατάσταση που περνά σήμερα η Πολιτεία, τα νομικά αυτά κενά φαίνεται ότι μπορεί να αποκτήσουν περισσότερη σημασία. Όσοι εμπίπτουν στην κατηγορία ‘ύποπτων κρουσμάτων και αντιληφθούν αυτά τα κενά ενδεχομένως να μην νιώθουν επαρκώς αισθητή την όποιαν σχετική ποινική ευθύνη. Δεν αποκλείεται με αυτό τον τρόπο να δυσχεραίνεται, τόσο το έργο των επαγγελματικών υγείας, αλλά και γενικότερα η έγκαιρη διασφάλιση της δημόσιας υγείας.

Η ανησυχία αυτή περιορίζεται ως αναφέρθηκε στην περίπτωση ύποπτων κρουσμάτων και όχι αυτών που έχουν επιβεβαιωθεί θετικά στον κορωνοϊό. Υπάρχει επομένως μέτρο που διευκρινίζει περαιτέρω την ποινική ευθύνη όλων των κατηγοριών κρουσμάτων; Η απάντηση αυτή φαίνεται να προσφέρεται τα Υπουργικά Διατάγματα, ως αναλύονται ακολούθως.

Β) ΤΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΥΓΕΙΑΣ – ΚΑΛΥΠΤΟΥΝ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΣΕ ΕΙΣΑΓΩΓΗ;

Το «Διάταγμα (αρ. 4) ΚΔΠ 104/2020 και με ισχύ ημερ. 19.3.2020» εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις περιορισμού. Φαίνεται ότι σε αυτό περιλαμβάνονται όλες οι κατηγορίες, τόσο των ύποπτων όσο και των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων. Το εν λόγω διάταγμα ρυθμίζει ως μέτρο μεταξύ άλλων ότι «τα άτομα τα οποία ευρίσκονται σε καθεστώς υποχρεωτικού περιορισμού και καθεστώς αυτοπεριορισμού υποχρεούνται να: Παραμείνουν –εντός του χώρου στον οποίο διαμένουν–, ‘εκτός αν λάβουν οδηγίες από το θεράποντα ιατρό ή εξουσιοδοτημένο λειτουργό δημόσιας υγείας για μετάβαση σε –Ιατρικό Κέντρο–.».

Το λεκτικό της υποχρέωσης αφορά τα άτομα που παραμένουν «εντός του χώρου στον οποίο διαμένουν», και ως ακολουθεί η πρόταση «εκτός αν λάβουν οδηγίες […] για μετάβαση σε Ιατρικό Κέντρο.» Διατηρούνται, επομένως, ορισμένες αμφιβολίες αν ο χώρος διαμονής – όπου ισχύει η υποχρέωση- περιλαμβάνει και την περίπτωση διαμονής σε Νοσοκομείο. Από το λεκτικό ανωτέρω φαίνεται ότι η υποχρέωση ισχύει μόνο για όσους περιορίζονται σε ένα άλλο τόπο διαμονής, εκτός του Νοσοκομείου.

Η ανησυχία λοιπόν που παρατηρείται με τα διατάγματα του Υπουργείου Υγείας αφορά εντελώς ένα διαφορετικό σημείο. Φαίνεται ότι η υποχρέωση που θέτει το διάταγμα δεν καλύπτει επαρκώς μια περίπτωση. Αυτή η περίπτωση αφορά την απειθαρχία ατόμου που εγκαταλείπει το καθεστώς περιορισμού του, αλλά όπου ο περιορισμός του γινόταν «εντός Νοσοκομείου». Απεναντίας, φαίνεται ότι το διάταγμα δημιουργεί υποχρέωση η οποία καλύπτει τα άτομα που περιορίζονται εντός της κατοικίας τους. Τι γίνεται επομένως με αυτούς που απειθαρχούν και διαφεύγουν του περιορισμού τους, ενώ προηγουμένως περιορίζονταν εκτός της κατοικίας τους; Ένα τέτοιο παράδειγμα φαίνεται να αφορά το περιστατικό της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, όπου ο περιορισμός του ατόμου γινόταν αρχικά σε Νοσοκομείο.

Συμπληρωματικά, ούτε το «Διάταγμα (αρ. 8) ΚΔΠ 116/2020 και με ισχύ ημερ. 20.3.2020» είναι σχετικό, διότι αφορά διαφορετική περίπτωση – αυτήν των ατόμων που πλησιάζουν τα κρούσματα και όχι τα κρούσματα καθαυτά. Ούτε εντοπίζονται άλλοι κανόνες που να ρυθμίζουν το εν λόγω ζήτημα.

Σε αυτό το σημείο είναι επιθυμητό να διευκρινιστεί ότι σε αυτές τις δύσκολες στιγμές δεν είναι σκοπός να αμφισβητούνται τα διατάγματα της Κυβέρνησης, και ούτε το παρόν άρθρο ακολουθεί αυτή την προσέγγιση. Σκοπός, αντιθέτως, είναι η στήριξη σε αυτά τα μέτρα. Μέρος αυτής της στήριξης είναι επίσης η περισσότερη ενδυνάμωση του κύρους αυτών των μέτρων, ώστε να μην αξιοποιούνται απροσδόκητα τα όποια ενδεχόμενα κενά σε αυτά. Πάντα θα υπάρχουν κενά αλλά αυτό δεν μπορεί να αποτελεί γενικό εφησυχασμό. Με παρόμοιο τρόπο τα κενά μπορούν να συμπληρώνονται.

Η λύση στις ως άνω ανησυχίες φαίνεται πιο πρακτική με μια εκ νέου έκδοση διατάγματος του Υπουργού Υγείας, που να τροποποιεί το προηγούμενο Διάταγμα (αρ.4). Με κατάλληλο λεκτικό θα μπορούσε, λόγου χάριν, να ορίζεται ότι «άτομα που εμπίπτουν σε οποιαδήποτε κατηγορία κρουσμάτων, όπου και αν τελείται ο περιορισμός τους έχουν υποχρέωση να τηρούν τις οδηγίες επαγγελματία υγείας ή άλλου εξουσιοδοτημένου ατόμου ως προς τους όρους, συνθήκες και διάρκεια του περιορισμού τους».

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , ,