Υποχρεωτική Θεραπεία Ουσιοεξαρτώμενων

«Η απεξάρτηση από τα ναρκωτικά είναι αποτελεσματική όχι μόνο στην κατεύθυνση της θεραπείας της υγείας, αλλά και στην κατεύθυνση της απεμπλοκής από την εγκληματικότητα. Με όρους του ποινικού δικαίου: συντελεί καθοριστικά στην ειδική πρόληψη του εγκλήματος.» Ν. Παρασκευόπουλος, Η καταστολή της διάδοσης των ναρκωτικών στην Ελλάδα, εκδ. Σάκκουλα, Δ΄ Έκδοση, μετά το Ν. 4139/2013, 2014, σελ. 199.

Συνοπτικά το θέμα χωρίζεται σε 3 βασικούς τίτλους

  1. Ελλιπής / ανεπαρκής Νομοθεσία
  2. Νοοτροπία Δικαστών
  3. Κεντρικές Φυλακές

Νομοθεσία

Τα Δικαστήρια αλλά και οι πολίτες της Δημοκρατίας έχουν στα χέρια τους την εξής νομοθεσία την οποία μπορούν να εφαρμόσουν αναφορικά με το θέμα της Υποχρεωτικής Θεραπείας Ουσιωνεξαρτωμένων.

Ο περί Θεραπείας Κατηγορούμενων Χρηστών ή Ουσιοεξαρτημένων Νόμος του 2016 (Ν. 41(I)/2016)

Πριν να αναφέρουμε οτιδήποτε, πρέπει να γίνει ξεκάθαρη αναφορά στο ότι η συγκεκριμένη νομοθεσία δεν αφορά μόνο άτομα εξαρτημένα από ναρκωτικά αλλά γενικά εξαρτημένα άτομα από ουσίες.

«”Ουσιοεξαρτημένος” σημαίνει πρόσωπο το οποίο κυριαρχείται από την έντονη ανάγκη λήψης ελεγχόμενων εξαρτησιογόνων ουσιών με συνυπάρχουσα μεγάλου βαθμού έκπτωση στην προσωπική, εργασιακή, οικογενειακή και κοινωνική λειτουργικότητά του·»

Το πλέον ουσιαστικό πρόβλημα της συγκεκριμένης νομοθεσίας είναι το γεγονός ότι επιτρέπει στο Δικαστήριο την επιβολή τέτοιου διατάγματος μόνο στις πιο κάτω περιπτώσεις που όπως φάνηκε και νομολογικά δεν δίνουν την δυνατότητα αναγκαστικής θεραπείας στις περιπτώσεις που πραγματικά χρειάζεται.

  • Πρέπει η διαδικασία να είναι «συνοπτική δίκη», δηλαδή όχι ενώπιον Κακουργιοδικείου,
  • Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να είναι κατηγορία κατοχής με σκοπό την προμήθεια,
  • Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν μπορεί να είναι της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου και της εμπορίας ελεγχόμενου φαρμάκου,
  • Η κατηγορια δεν μπορεί να προβλέπει ανώτατη ποινή φυλάκισης που να υπερβαίνει τα 10 έτη.

Τα αμέσως πιο πάνω αποτελούν πρόβλημα στην εφαρμογή του νόμου για τους πιο κάτω λόγους:

Βάσει του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμος του 1977 (29/1977) οι ποινές που προβλέπονται για σχετικά ποινικά αδίκημα έχουν ως εξής  

  • Κατοχή Τύπου Α (πχ. Κοκαΐνη) προβλέπει ανώτατη ποινή 12 χρόνια και Τύπου Β (πχ κάνναβης) προβλέπει ανώτατη ποινή 8 χρόνια. Συνεπώς αμέσως εξαιρούνται οι περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν κατοχή ναρκωτικών Τύπου Α.
  • Βάσει του άρθρου 30 Α της πιο πάνω νομοθεσίας, υπάρχει μαχητό τεκμήριο αναφορικά με την ποσότητα η οποία όταν είναι πάνω από 30 γραμμάρια για ναρκωτικά Τύπου Β και πάνω από 10 γραμμάρια Τύπου Α, ώστε να υπάρχει η κατηγορία της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε τρίτους. Συνεπώς εξαιρείται και αυτή η ομάδα από το πρόγραμμα.
  • Επιπλέον του αμέσως πιο πάνω σημείου και στις δυο περιπτώσεις Τύπου Α και Τύπου Β όταν υπάρχει το τεκμήριο που αναφέρεται στο άρθρο 30 Α, η ποινή που προνοεί ο νομός ως ανώτατη είναι αυτή της ισόβιας φυλάκισης. Συνεπώς αυτές οι ομάδες ατόμων και πάλι εξαιρούνται.

Συνοπτικά, με τα όσα αναφέρονται πιο πάνω φαίνεται ότι τα άμεσα εμπλεκόμενα και τα άτομα με τις περισσότερες πιθανότητες να χρειάζονται την υποχρεωτική θεραπεία, δεν εμπίπτουν στα κριτήρια του νόμου. Ακόμα χειρότερα, όχι μόνο δεν εμπίπτουν στα κριτήρια του νόμου, αλλά στην απουσία οποιασδήποτε άλλης ρύθμισης τα άτομα αυτά (ειδικά με την νοοτροπία που έχουν σήμερα τα Δικαστήρια) θα καταλήξουν στις Κεντρικές Φυλακές με αβέβαιο μέλλον και αβέβαιο αποτέλεσμα στην απεξάρτηση και αναμόρφωση τους.

Σε αδικήματα τα οποία δεν εμπίπτουν στα άρθρα του πιο πάνω νομοθετήματος, αλλά καλύπτονται από τον περί Ποινικό Κώδικα Κεφ. 154,  κατηγορούμενος ο οποίος χρήζει υποχρεωτικής θεραπείας, για να μπορεί να προβάλει αίτημα θα πρέπει και πάλι τα αδικήματα στο κατηγορητήριο να

  • Μην είναι ενώπιον κακουργιοδικείου, και
  • Μην έχουν ως ανώτατη ποινή φυλάκισης πάνω από 10 χρονιά.

Στην πραγματικότητα δηλαδή αυτό σημαίνει ότι σε ποινικά αδικήματα σοβαρών κλοπών, ληστείας, παράνομης εισόδου με σκοπό, τα οποία συχνά συσχετίζονται με άτομα τα οποία είναι εξαρτημένα, λόγω της ανώτατης ποινής φυλάκισης πέραν των 10 χρονών, δεν θα μπορεί να εκδοθεί διάταγμα υποχρεωτικής θεραπείας.

Οφείλουμε φυσικά να αναφέρουμε επίσης και το γεγονός ότι η σχετική νομοθεσία είναι σχετικά πρόσφατη και εξαιτίας αυτού, αλλά και λόγω του δεύτερου τίτλου που παραθέτουμε ως πρόβλημα (ενημέρωση εκπαίδευση νοοτροπία δικαστών), δεν υπάρχει η αναγκαία ποσότητα από νομολογιακά παραδείγματα στα οποία να εξετάστηκαν οι ρυθμίσεις της νομοθεσίας του 2016.

Βάσει της προηγουμένης νομοθεσίας που ήταν σε εφαρμογή είχαμε νομολογιακά παραδείγματα όπως το πιο κάτω.

Δημοκρατία ν. Ηροδότου, Ηροδότου 34797/2007 (Απόφαση του 2008)

«Όμως, συγχρόνως, παρατηρούμε ότι δυστυχώς δεν μπορεί να αποφευχθεί ο περιορισμός του δεύτερου κατηγορούμενου στις κοινές φυλακές της πολιτείας αφού η πολιτεία δεν έχει μεριμνήσει μέχρι σήμερα να παρέχει τις κατάλληλες υπηρεσίες για να καταστεί δυνατή η πρακτική εφαρμογή των προνοιών του περι Περιθαλψης και Μεταχειρισης Τοξικομανων Νόμου 57 (Ι)/1992»

Όλες οι ανησυχίες μας επιβεβαιωθήκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Ποινική Έφεση Αρά. 139/2017 Αντώνης Θεοδούλου ν. Δημοκρατία, 21/12/17. Στην (1996) 2.Α.Α.Δ 183 ήταν ξεκάθαρο πόσο επικίνδυνο είναι το Δικαστήριο να έχει διακριτική ευχέρεια στο κατά πόσο πρέπει να επιβάλει υποχρεωτική θεραπεία ή όχι.

«Η προϋπόθεση για την έκδοση του διατάγματος, που συναρτά τον εθισμό με την αποστέρηση της ελεύθερης βούλησης του παραβάτη, δεν υπήρχε στην παρούσα υπόθεση. Είναι επίσης αμφίβολο εάν η κρίση των εφεσειόντων είχε επηρεαστεί στο σοβαρό βαθμό που προβλέπεται από το νόμο. Αλλά ακόμα και σε περίπτωση που ικανοποιούνταν οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 7(3)(α), το Κακουργιοδικείο, θα μπορούσε εύλογα να αρνηθεί την έκδοσή του διατάγματος, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, στην απουσία επαρκούς μαρτυρίας ότι ο σχεδιασμός, και η διάπραξη του εγκλήματος οφείλονταν στον εθισμό του Εφεσείοντα στη χρήση των ναρκωτικών.

Περαιτέρω για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι οι προϋποθέσεις βάσει της προηγουμένης νομοθεσίας εξετάστηκαν στην (1996) 2.Α.Α.Δ 183

«Οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 7(3)(α) για την έκδοση διατάγματος είναι: Απόδειξη ότι:

(α)   ο καταδικασθείς είναι τοξικομανής και

(β) ο εθισμός του είναι της μορφής και του βαθμού που επηρεάζουν την άσκηση:-

(ι) της ελεύθερης βούλησης, και

(ιι) της κρίσης του,

ώστε να καθίσταται αναγκαία η «… παροχή θεραπευτικής αγωγής για απάμβλυνση και πρόληψη επιδείνωσης της κατάστασής του».

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, υπό το φως της ιατρικής μαρτυρίας, ότι οι εφεσείοντες ήταν τοξικομανεις, με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Άρθρο 2 του Ν. 57(Ι)/92, όντες εθισμένοι από νεαράς ηλικίας σε ελαφρά ναρκωτικά (χασίς, υπνωτικά και αντιπαρκισσονικά φάρμακα), όχι, όμως, στο βαθμό που επηρέαζε την άσκηση της ελεύθερης βούλησης ή της κρίσης τους. Ανεξάρτητα από τη διαπίστωση αυτή, το Δικαστήριο διατυπώνει τη θέση ότι δε θα ήταν διατεθειμένο, έστω και αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 7(3)(α), να προβεί στην έκδοση διατάγματος, ενόψει της σοβαρότητας και του συνόλου των περιστατικών της υπόθεσης.»

Όσον αφορά την εφαρμογή και τον τρόπο που εξετάζεται αίτημα για υποχρεωτική θεραπεία με την παρούσα νομοθεσία που είναι σε ισχύ, ένα πολύ σωστό παράδειγμα φαίνεται στην υπόθεση Αρ. Υπ. 891/2016 Αστυνομικός Διευθυντής Αμμοχώστου ν. Βασίλειος Καμπερίδης, Ιωάννης Ελευθέριου (απόφαση ημερ. 17/01/17)

Επιπρόσθετα των πιο πάνω, σε αντίθεση με την αρχική μορφή της νομοθεσίας, το Δικαστήριο αντί να αποδεσμεύσει τον κατηγορούμενο μετά από την επιτυχή ολοκλήρωση της υποχρεωτικής θεραπείας, επαναφέρει την υπόθεση πίσω στο Δικαστήριο για να εξεταστεί (άρθρο 7 (5)(α)). Αυτό ενδεχομένως να δημιουργεί τρομερές «αδικίες» αφής στιγμής κάποιο άτομο μπορεί να πέτυχει το πρόγραμμα και να αναμορφωθεί, αλλά στο τέλος να καταλήξει και πάλι στις Κεντρικές Φυλακές οπού υπάρχουν τρομερές και τεκμηριωμένες ανησυχίες ότι το άτομο θα έρθει σε επαφή και πάλι με ναρκωτικά και τον κόσμο των ναρκωτικών.

Δικαστές

«Αντί να βοηθήσει, Δικαστήριο έριξε ακόμη πιο κάτω χρήστη ναρκωτικών»

Όπως φαίνεται και από τις αμέσως πιο πάνω τοποθετήσεις οι Δικαστές στην Κύπρο έχουν διακριτική ευχέρεια να αποφασίσουν για το είδος και το μέγεθος της ποινής ενός παραβάτη.

Σε γενικότερη μορφή βάσει του περί Ποινικού Κώδικα, περί Ποινικής Δικονομίας και το Σύνταγμα της Κύπρου, ο νόμος προβλέπει τη μέγιστη ποινή ενός αδικήματος το οποίο το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη, αλλά δεν προκαθορίζει ούτε προβλέπει την ελάχιστη. Την ιδιά ώρα εκτός των περιπτώσεων στις οποίες αναφέρεται ρητά ότι η ποινή είναι ποινή ισόβιας φυλάκισης (π.χ. φόνος), σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ένα Δικαστήριο έχει απόλυτη διακριτική ευχέρεια να επιλέξει την ποινή που θα επιβάλει, το είδος της, το ύψος της και τον τρόπο που αυτή θα εκτελεστεί. Την ιδιά ώρα μπορεί να αποφασίσει για τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης βάσει του περί της Υφ’ Ορών Αναστολής της Εκτελέσεων Ποινής Φυλακίσεως εις Ορισμένα Περιπτώσεις Νομό του 1972 (95/1972). Την ιδιά διακριτική ευχέρεια έχει να επιβάλει και οποιαδήποτε άλλη εναλλακτική ποινή αντί αυτής της φυλάκισης.

Δυστυχώς τα νούμερα / στατιστικά υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι οι Δικαστές αν και έχουν την πιο πάνω διακριτική ευχέρεια, εν τούτοις δεν την εφαρμόζουν για να βοηθήσουν ανθρώπους που έρχονται ενώπιον τους ως κατηγορούμενοι. Ούτε βάσει νομολογίας αλλά και ούτε βάσει στατιστικής των Κεντρικών Φυλάκων προκύπτει το αντίθετο. Τα αποσπάσματα από τις ειδήσεις για το πρόσφατο περιστατικό είναι ένδειξη ότι δεν υπάρχει ίχνος ελέγχου και δικαστικής γνώσης του αρνητικού αποτελέσματος λανθασμένης εξάσκησης της διακριτικής ευχέρειας που δίνεται στα Δικαστήρια. Είναι για αυτό τον λόγο που πλέον η συζήτηση αφορά στην τροποποίηση του νόμου και όχι σε απλή ενημέρωση για την ορθότερη εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας.

Κεντρικές Φυλακές

Όπως αναφεραμε στην αρχή του κείμενου, άτομα μπορεί να είναι εξαρτημένα από διάφορες ουσίες, ναρκωτικά, αλκοόλ κτλ.

Οι Κεντρικές Φυλακές πολλές φορές, αν όχι πάντα, διαφωνούν απολύτως με τον εγκλεισμό (άμεση φυλάκιση) ατόμων τα οποία μπορεί να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στις πιο πάνω κατηγορίες.

Οι Κεντρικές Φυλακές δεν είναι ο εξειδικευμένος χώρος στον οποίο ενδείκνυται να εισαχθεί άτομο το οποίο είναι εξαρτημένο από ουσίες. Ασχέτως τούτου όμως φέρουν ευθύνη για την ασφάλεια και υγειά των κρατουμένων βάσει του περί Φυλάκων Νομό του 1996 (62(Ι)/96) το άρθρο 7 (1) του οποίου προβλέπει ότι απαγορεύεται η δυσμενής διάκριση για οποιοδήποτε λόγο και το άρθρο 19 (2) ότι ο Διευθυντής είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια στις φυλακές. Επιπρόσθετα βάσει των Κανονισμών της ιδίας νομοθεσίας, Κανονισμός 19, προβλέπεται η αναγκαία ιατρική εξέταση σωματική και ψυχική «με σκοπό την παροχή σε αυτόν της αναγκαίας ιατροφαρμακευτικής φροντίδας και τον καθορισμό του τρόπου μεταχείρισης του». Βάσει του Κανονισμού 20 στους Κανονισμούς οι Κεντρικές Φυλακές έχουν υποχρέωση να διερευνήσουν το ιστορικό του κάθε κρατουμένου και κατά ποσόν είναι άτομο εξαρτημένο από τοξικές ή άλλες ουσίες. Βάσει του Κανονισμού 48 (4) κρατούμενοι εξαρτώμενοι από τοξικές ουσίες μπορούν να κρατούνται ξεχωριστά αν το επιτρέπουν οι κτιριακές εγκαταστάσεις. Οι πλέον σημαντικοί Κανονισμοί στους κανονισμούς είναι οι 69, 70, 71 και 72 με τους οποίους δίνεται το δικαίωμα στις Κεντρικές Φυλακές να παραπέμψουν κρατούμενο σε εξωτερικά ιατρεία και ιδιωτικές κλινικές για ειδικές θεραπείες που δεν μπορούν να παρασχεθούν εντός των φυλάκων στους κρατουμένους. 

Πέραν της πιο πάνω ευθύνης όμως, θεωρούμε ότι φέρουν ευθύνη και για τον σωφρονισμό των φυλακισμένων. Σε γενικό πλαίσιο θεωρούμε ότι φέρουν ευθύνη και έχουν υποχρέωση να κάνουν ότι είναι δυνατό για να γίνει ένα άτομο κατά την απόλυση και επανένταξη του στην κοινωνία καλύτερο από όλες τις απόψεις από εκείνο το άτομο εισήλθε στις κεντρικές φυλακές.

Συνεπώς και στην απουσία κάποιου εξειδικευμένου υποχρεωτικού προγράμματος, οι Κεντρικές Φυλακές σήμερα δεν έχουν στην διάθεση τους κάποιο μηχανισμό ο οποίος να μπορέσει να βοηθήσει ικανοποιητικά τα άτομα που πρέπει να τύχουν θεραπείας. Αυτός είναι και ο λόγος που θεωρούμε στο πρώτο πρόβλημα που αναφέρουμε ότι είναι καθοριστικό για την καταστροφή ενός εξαρτημένου ατόμου όταν δεν εκδοθεί διάταγμα υποχρεωτικής θεραπείας και καταλήξει στις κεντρικές φυλακές. Περισσότερα στοιχεία, νούμερα και στατιστικές θα πρέπει να ζητηθούν από τις ιδίες τις κεντρικές φυλακές για σκοπούς πληρότητας του κειμένου.

Κατάληξη

Είναι η δική μας θέση ότι :

  • Ο νομός χρειάζεται τροποποίηση και να αφαιρεθεί η οποιαδήποτε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να εκδίδει διάταγμα υποχρεωτικής θεραπείας όταν υπάρχουν σύμφωνες γνώμες γιατρών που να παρουσιάζουν στο Δικαστήριο την αναγκαιότητα έκδοσης τέτοιου διατάγματος. Παρόμοια διαδικασία στην παρούσα φάση (2019) εφαρμόζεται στις διαδικασίες υποχρεωτικής νοσηλείας λόγω ψυχιατρικών νοσημάτων, όταν στο Δικαστήριο υπάρχει έκθεση από τους ψυχίατρους ότι το άτομο που βρίσκεται ενώπιον τους είναι κίνδυνος για τον εαυτό του και τους γύρω του, οπότε σχεδόν αμέσως διατάσσεται η  νοσηλεία του ατόμου. Η τοποθέτηση μας δικαιολογείται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας, ούτε ως ειδικός μάρτυρας για να μπορεί να έχει διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει διαφορετικά από τυχόν κατάληξη των ειδικών. Αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο στον νομό και να δηλώνεται ότι όταν το άτομο θεωρηθεί ότι χρήζει υποχρεωτικής θεραπείας, τότε αυτό θα πρέπει να μεταφέρεται απευθείας σε πρόγραμμα.

Σε διαφορετική περίπτωση έχουμε παραδείγματα ακόμα και πολύ πρόσφατα τα οποία προκάλεσαν ΣΟΚ στην κοινωνία μας οπού Δικαστήριο σταμάτησε θεραπεία ώστε να επιβάλει άμεση ποινή φυλάκισης.

«Ανακοίνωση Αρχής Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων Κύπρου»

«Στη Φυλακή 33 χρόνος ενώ κάνει απεξάρτηση.»

«Αντί να βοηθήσει, Δικαστήριο έριξε ακόμη πιο κάτω χρήστη ναρκωτικών»

«Στη φυλακή για αδίκημα προ 9ετίας – Διακόπτει απεξάρτηση»

  • Οι Δικαστές, με την διακριτική ευχέρεια που τους παρέχει σήμερα ο νομός, θα πρέπει να καταβάλουν προσπάθεια να ενημερώνονται καλυτέρα για το αποτέλεσμα που έχει τέτοιου είδους διατάγμα. Δεν θα πρέπει πλέον να αποτελεί θέμα διακριτικής ευχέρειας, αλλά απλής εφαρμογής νόμου που να  υποχρεώνει την παραπομπή ατόμου σε υποχρεωτική θεραπεία όταν αυτή συστήνεται από τους γιατρούς.
  • Οι κεντρικές φυλακές στην παρούσα φάση δεν έχουν εξειδικευμένα υποχρεωτικά προγράμματα τα οποία να μπορούν να βοηθήσουν εξαρτημένα άτομα με αποτέλεσμα είτε να στείλουν τα άτομα σε εξωτερικές κλινικές είτε απλά τα εξαρτημένα άτομα απλά να μένουν στις κεντρικές φυλακές με τρομερές συνέπειες αναφορικά με την σωματική και ψυχική τους υγειά.

*Έκθεση εκ μέρους του Συνδέσμου Προστασίας Δικαιωμάτων Φυλακισμένων & Αποφυλακισθέντων

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,