«Force Majeure» και ματαίωση συμφωνίας

Γεγονότα τα οποία δεν θα μπορούσαν να προβλεφθούν και καθιστούν αδύνατα σημεία της συμφωνίας ή ακόμα και τον απώτερο στόχο, σκοπό και υποχρεώσεις της συμφωνίας πιθανόν να απαλλάσσουν τα μέρη της συμφωνίας από την στιγμή που προέκυψε το συμβάν και μετά. Αυτό μπορεί να γίνει αυτόματα και για όλες τις υποχρεώσεις της συμφωνίας (βάσει σχετικού άρθρου του νόμου) ή μετά από επίκληση συγκεκριμένου όρου της συμφωνίας που ενδεχομένως να αναφέρεται ρητά σε περιπτώσεις «force majeure». Και στις δυο περιπτώσεις θα πρέπει να υπάρξουν γεγονότα, τα οποία είτε έχουν καταστρέψει την ουσία της συμφωνίας, είτε λόγω της αλλαγής δεδομένων θα υποχρεώσουν τα δυο μέρη να εκτελέσουν και εφαρμόσουν μια συμφωνία εντελώς διαφορετική από αυτή που είχαν συμφωνήσει και κατ’ επέκταση αυτή ματαιώνεται. Συνεπώς το κατά ποσό μια πανδημία όπως η παρούσα μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκής λόγος επίκλησης της αρχής «force majeure», ανωτέρας βίας και /ή της ματαίωσης, είναι κάτι που θα πρέπει να εξεταστεί στα γεγονότα της κάθε περίπτωσης.

H αυστηρή μετάφραση του Force Majeure ερχομένη από την Γαλλία είναι «superior force», δηλαδή «ανώτερη δύναμη». Στην αγγλική πρακτική ο όρος εξελίχτηκε ως «Act of God» η οποία εφαρμόζεται στην Κύπρο με την επίκληση του όρου «ανωτέρας βίας». Στην κοινή του νομική χρήση αποτελεί όρος σε σύμβαση μεταξύ μερών, ο οποίος υπολογίζει και προνοεί για περιπτώσεις που αποτρέπουν το ένα από τα δύο μέρη της συμφωνίας να τηρήσει την υπόσχεση του για λόγους τους οποίους δεν θα μπορούσε να προβλέψει και δεν οφείλονται σε δική του συμπεριφορά. Αν και στη νομική κοινότητα της Κύπρου δεν υπάρχει αποκλειστική αυστηρή ερμηνεία, εν τούτοις εντοπίζεται η εφαρμογή του κανόνα στην νομολογία και σε διάφορα νομοθετήματα ως «ανωτέρας βίας». Συμβάντα που μπορούν να συμπεριληφθούν και να θεωρηθούν ότι εμπίπτουν στο πεδίο του όρου της «ανωτέρας βίας» αποτελούν φυσικά φαινόμενα, πόλεμος, πανδημίες, καταστροφές κ.α. Τέτοιος όρος σε μια συμφωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συμφωνηθεί αν δεν υπάρχει γραπτώς ρητή αναφορά στην ιδία την συμφωνία, και δεν μπορεί να εφαρμοστεί για περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά εντός του λεκτικού του όρου.

Σημαντικό είναι να αναφερθεί, ότι η επίκληση τέτοιου όρου, δεν αποτελεί αυτόματη και άνευ άλλου λόγου και απόδειξης ματαίωση μιας συμφωνίας. Χρήση του όρου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τους λόγους που αναφέρονται στην ίδια την συμφωνία και συνήθως αποτελεί αιτιολογία για να δοθεί μια χαλάρωση στην εφαρμογή των υπολοίπων όρων μιας συμφωνίας, όπως χρονοδιαγράμματα. Στις περιπτώσεις που υπάρχει και προβληθεί ως λόγος  υπεράσπισης ενός εκ των μερών να αποδεσμεύσουν τον εαυτό τους από την συμφωνία, τότε θα πρέπει να ενημερώσουν το άλλο μέρος ότι η πρόθεση τους είναι να βασιστούν στον συγκεκριμένο όρο της συμφωνίας τους και ότι στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να λυθεί το πρόβλημα που έχει προκύψει (Channel Island Ferries Ltd –v- Sealink UK Ltd [1988] 1 Lloyd’s Rep 323).

Ασχέτως της ύπαρξης του όρου που προνοεί συμβάντα «ανωτέρας βίας», και επιπρόσθετα της εφαρμογής της αρχής του «force majeure» στο Κυπριακό δίκαιο, υπάρχει το πολύ βασικό άρθρο 56 του περί Συμβάσεων Νόμο ΚΕΦ 149, το οποίο εξετάζει περιπτώσεις στις οποίες λόγω των γεγονότων το τι είχε συμφωνηθεί αποτελεί πλέον αδύνατη πράξη. 

«56.-(1) Συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ’ εαυτής αδύνατης είναι άκυρη.

(2)  Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.

(3) Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης».

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η επίκληση όρου «force majeure» δεν είναι το ίδιο με την επίκληση του άρθρου 56 για την ματαίωση μιας σύμβασης, παρόλο που πιθανόν να υπάρχουν κάποια κοινά στα γεγονότα που μπορεί να δικαιολογούν την ύπαρξη και των δυο αρχών (ματαίωση βάσει του άρθρου και του όρου «force majeure») και τις δυο περιπτώσεις σε μια υπόθεση. Οι περιπτώσεις που θα υπάρξει ορθή εφαρμογή του άρθρου 56 δεν είναι μόνο όταν η εκπλήρωση μιας συμφωνίας καταλήξει παράνομη ή αδύνατη, αλλά και στις περιπτώσεις όπου η εκπλήρωση της συμβατικής υποχρέωσης, στο πλαίσιο των νέων πραγματικοτήτων, έχει καταστεί ολότελα διαφορετική από αυτό που είχαν υπόψη τα μέρη κατά το χρόνο συνομολόγησης της σύμβασης.

Η μεγάλη διαφορά της χρήσης της αρχής της ματαίωσης και επίκλησης του όρου «force majeure» είναι αρχικά ότι η ματαίωση βάσει του άρθρου του νόμου επιτρέπεται από το νόμο και υιοθετείται από τα Δικαστήρια εκεί που τα μέρη δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ρύθμιση για το συμβάν που επήλθε, ενώ στις περιπτώσεις επίκλησης του «force majeure» τα μέρη θα έπρεπε να είχαν συμπεριλάβει σχετική πρόνοια εντός της συμφωνίας τους. Στην αντίθετη, επίκληση του αρχής της ματαίωσης δεν μπορεί να γίνει, όταν τα δυο μέρη μπορούσαν να προβλέψουν το πρόβλημα που έχει προκύψει, εφόσον το έχουν συμπεριλάβει στην συμφωνία τους και όταν θα μπορούσαν με διαφορετικά μέτρα να πέτυχουν τους συμφωνημένους σκοπούς και στόχους της συμφωνίας. Στην περίπτωση επίκλησης του «force majeure», είναι ενδεχόμενο οι υποχρεώσεις του εμπλεκομένου συμβαλλομένου να αναστέλλονται ή ο αντισυμβαλλόμενος που επηρεάζεται να αποκτά κάποιο συμβατικό ωφέλημα, όπως παράταση χρόνου για την εκπλήρωση υποχρεώσεων του (Fairclough Dodd & Jones Ltd v. JH Vantol Ltd [1957] 1 WLR 136).

Εκεί που κρίνεται ότι κάποια σύμβαση έχει ματαιωθεί, η υπό κρίση σύμβαση λήγει από μόνη της, όσον αφορά στο μέλλον και τις εναπομείνασες υποχρεώσεις των μερών. Η σύμβαση ακυρώνεται από το σημείο εκείνο, ανεξάρτητα από τη βούληση γνώση ή προθέσεις των μερών και τα μέρη απαλλάσσονται από οποιαδήποτε περαιτέρω υποχρέωση εκπλήρωσης της σύμβασης. Οτιδήποτε έχει προκύψει μέχρι εκείνη την στιγμή θεωρείται ότι ισχύει και τα μέρη φέρουν την συμφωνημένη υποχρέωση τους μέχρι το στάδιο εκείνο.

«Στην Κύπρο, ισχύει το άρθρο 65 του Νόμου, με βάση το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να αποδώσει δικαιοσύνη και να εξισορροπήσει τα συμφέροντα των συμβαλλομένων, εκεί που κάποια συμφωνία έχει καταστεί άκυρη και κάποιο μέρος αποκόμισε όφελος από το άλλο. Το άρθρο αυτό, … μεταξύ άλλων, ότι αν η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμβάσης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό η να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίσθηκε το σχετικό όφελος» Π.Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, 2014, σελ. 702 Σε αυτές τις περιπτώσεις η σύμβαση/συμφωνία ματαιώνεται.

Το δόγμα της ματαίωσης μιας συμφωνίας εχει εξεταστει από Αγγλικα και Κυπριακα Δικαστηρια με βασικες τις υποθεσεις :

  • Τaylor v. Caldwell (1863) 3 Β & Σ 826,
  • Mason Jenny Ltd v. Krashias Footwear Industry Ltd (2002) 1 A.A.Δ. 1156,
  • Cyprus Cinema & Theatre Co Ltd v. Christodoulols Karmiotis (1967) 1 C.L.R. 42,
  •  Fadil Izzet v. Κυπριακή Ετ. Αποθήκευσης Πετρελαιοειδών Λτδ (2009) 1(Α) Α.Α.Δ 11.

Επίκληση του όρου «ανώτερης βίας» σε μερικές άλλες/διάφορες περιπτώσεις

Ενοικιαστήρια Έγγραφα

Σε Ενοικιαστήρια Έγγραφα όπου ζημιά σε υποστατικό θα έπρεπε να αποδοθεί σε ανώτερη βία και κατ’ επέκταση να απαλλαχθούν οι υπεύθυνοι από την πληρωμή της σχετικές είναι οι Cyprus Cinema & Theatre Co Ltd v. Christodoulos Karmiotis (1967) 1 C.L.R. 42 και National Carriers Ltd v. Panalpina (Nothern) Ltd [1981] AC 675. Όμως δύσκολα θα μπορεί να ματαιωθεί ολόκληρη συμφωνία βασισμένη στους λόγους ματαίωσης και του κανόνα «force majeure». PP BODY ART GYM LTD ν. SHIPTRANS ESTATE LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 300/2012, 14/12/2017

Εργασιακές Διάφορες

Σε Εργασιακές Διάφορες στην Kemal Sermet ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού, (2004) 1 Α.Α.Δ. 237 αναφέρθηκε ότι:

«Η «ανωτέρα βία» η οποία σκίασε τον ορίζοντα για λίγες μόνο μέρες,  αποτέλεσε την αφορμή για τη διακοπή της εργασίας  του εφεσείοντος από τους εργοδότες του, όχι όμως την πραγματική αιτία η οποία εντοπίζεται στην απόφασή τους να τερματίσουν την απασχόληση του. Το Δικαστήριο στην απόφασή του, αναφέρεται στην έννοια της ανωτέρας βίας, επαγόμενη την έλευση απροσδόκητου γεγονότος πέραν του ελέγχου του ανθρώπου.  Κατ’ ουσία η έφεση στρέφεται εναντίον των ευρημάτων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών επί γεγονότων όπου δεν χωρεί έφεση. Το άρθρο 12(11Α) του περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμου του 1967 (Ν. 8/67), όπως αναμορφώθηκε από το άρθρο 2 του Ν.110(1)/99, περιορίζει το δικαίωμα έφεσης κατά αποφάσεων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών σε νομικά σημεία μόνον»

Αλλά και στις άδειες που προκύπτουν στις εργασιακές σχέσεις βάσει του περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Ανωτέρας Βίας Νόμου του 2012 (Ν. 47(Ι)/2012), στις οποίες ο εργοδοτούμενος δικαιούται να λαμβάνει, με αίτησή του, άδεια, χωρίς αποδοχές, επτά (7) ημερών το χρόνο, για λόγους ανωτέρας βίας που συνδέονται με επείγοντες οικογενειακούς λόγους, οι οποίοι αφορούν ασθένεια ή ατύχημα εξαρτωμένων μελών της οικογένειάς του και καθιστούν απαραίτητη την άμεση παρουσία του εργοδοτουμένου.

Παραδόσεις κρατουμένων εκτέλεση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων

Για την παράταση του χρονικού πλαισίου των 10 ημέρων βάσει του Άρθρο 29 (2) του περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης Νόμου του 2004 (Ν.133(Ι)/2004) και στο Άρθρο 23(3) της Απόφασης Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ημερ.13.6.02. Το Άρθρο 23(3) της προαναφερόμενης απόφασης πλαίσιο του Συμβουλίου, ημερ. 13.6.02, προνοεί ότι αν η παράδοση του καταζητούμενου, εντός της προθεσμίας που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 23, δηλαδή εντός το αργότερο 10 ημερών αφότου εκδόθηκε η απόφαση για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αποδεικνύεται αδύνατη λόγω ανωτέρας βίας σε ένα από τα κράτη μέλη, η Δικαστική Αρχή εκτέλεσης και η Δικαστική Αρχή έκδοσης του εντάλματος επικοινωνούν αμέσως μεταξύ τους και συμφωνούν νέα ημερομηνία παράδοσης, η  οποία όμως δεν  μπορεί να υπερβαίνει τις 10 μέρες από τη συμφωνηθείσα νέα ημερομηνία.

Φόροι Κατανάλωσης

Σύμφωνα με το Άρθρο 5(1) του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/2004, ο φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός «κατά τη θέση των προϊόντων σε ανάλωση ή κατά τη διαπίστωση των ελλειμμάτων». Σύμφωνα με το Άρθρο 13(3) του ιδίου Νόμου, σε περίπτωση ελλειμμάτων, ο φόρος κατανάλωσης καταβάλλεται εκτός αν η περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις του Άρθρου 13(1)(α) του Ν. 91(Ι)/2004 , το οποίο προβλέπει ότι:

«13(1)(α) Εφόσον αποδειχθεί στο Διευθυντή από τον εγκεκριμένο αποθηκευτή ότι εναρμονισμένα προϊόντα που βρίσκονται σε καθεστώς αναστολής παρουσιάζουν:

(i)           απώλειες που οφείλονται σε τυχαία περιστατικά ή σε ανωτέρα βία,

(ii)          απώλειες (φύρες) που είναι εγγενείς στη φύση των προϊόντων κατά τη διαδικασία παραγωγής, μεταποίησης, αποθήκευσης και μεταφοράς των προϊόντων,

ο Διευθυντής δύναται να απαλλάσσει τα προϊόντα από τον ειδικό φόρο κατανάλωσης υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις και οι όροι που τίθενται στη γνωστοποίηση που εκδίδεται με βάση την παράγραφο (γ)».

Στην υπόθεση Συνεργατικός Οργανισμός Διαθέσεως Αμπελουργικών Προϊόντων ΛΤΔ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2009) 4ΑΑΔ 423, (19/06/09) αναφέρθηκε ότι «Η φράση «ανωτέρα βία», εντός της έννοιας του νόμου, θα πρέπει σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, να ερμηνεύεται με τρόπο ώστε να καλύπτει μη φυσιολογικές και απρόβλεπτες περιστάσεις, ξένες προς τον εγκεκριμένο αποθηκευτή, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά την εκ μέρους του επίδειξη δέουσας επιμέλειας. Στην πρόταση της Γενικής Εισαγγελέως στην πιο πάνω Υπόθεση C-314/06, ημερ. 18.12.07, στην οποία παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος για τους καθ’ ων η αίτηση, γίνεται αναφορά και στην έννοια της φράσης «τυχαίο περιστατικό», το οποίο όπως η Γενική Εισαγγελέας εισηγήθηκε στο ΔΕΚ, θα πρέπει να ερμηνεύεται με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάδει με την ερμηνεία που έδωσε το ΔΕΚ σε παρόμοια φράση σε άλλους τομείς. Η Γενική Εισαγγελέας στην Πρόταση της προς το ΔΕΚ, που φαίνεται να έγινε δεχτή, θεώρησε ότι οι έννοιες «ανωτέρα βία και τυχαίο περιστατικό» κατά την κρατούσα άποψη στα πλείστα Ευρωπαϊκά δικαία, φαίνεται να αλληλοκαλύπτονται και δεν οριοθετούνται σαφώς μεταξύ τους. Επισημαίνει επίσης ότι στο κοινοτικό δίκαιο, μέχρι τότε (18.7.2007), ούτε το ΔΕΚ είχε προβεί σε οριοθέτηση, αλλά «εξετάζει συχνά αυτό το ζεύγος εννοιών βάσει των ίδιων κριτηρίων, χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Τις περισσότερες όμως φορές, το ΔΕΚ επικέντρωσε το σκεπτικό του στην έννοια της ανώτερης βίας». Όπως αναφέρεται στη σχετική Πρόταση της Γενικής Εισαγγελέως του ΔΕΚ, στην παράγραφο 30:-

«Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η έννοια της ανωτέρας βίας ή του τυχαίου συμβάντος πρέπει να νοείται ως καλύπτουσα μόνον ξένες προς τον επικαλούμενο την ανωτέρα βία περιστάσεις, ασυνήθεις και απρόβλεπτες, οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρά την επιδειχθείσα επιμέλεια. Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι οι έννοιες της ανωτέρας βίας και του τυχαίου συμβάντος εμπεριέχουν ένα αντικειμενικό στοιχείο, το οποίο σχετίζεται με μη φυσιολογικές και ξένες προς τον ενδιαφερόμενο περιστάσεις, και ένα υποκειμενικό στοιχείο, το οποίο συνδέεται με την υποχρέωση του ενδιαφερομένου να προφυλαχθεί από τις συνέπειες του μη φυσιολογικού γεγονότος, λαμβάνοντας τα κατάλληλα μέτρα χωρίς να υποβληθεί σε υπερβολικές θυσίες».

Παράταση Χρόνου για Δικαστικές Προθεσμίες

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η ροή του χρόνου των 75 ημερών μπορεί να ανακοπεί, για όσο χρόνο αυτές διαρκούν· ο χρόνος συνεχίζει να τρέχει μόλις αυτές παρέλθουν.  Εξαιρετικές περιστάσεις είναι συνώνυμες με περιστάσεις ανωτέρας βίας «force majeure», οι οποίες καθιστούν την άσκηση προσφυγής για όσο χρόνο διαρκούν, αδύνατη. (Βλ. μεταξύ άλλων John Moran and The Republic (Attorney-General and Minister of Interior) 1 R.S.C.C. 10, 13. Joyce Marcoullides & The Greek Communal Chamber (Director of Greek Education) 4 R.S.C.C. 7, 10.  Potamitis v. Water Board of Limassol (1985) 3 C.L.R. 260, 270, 271.)

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΟΡΟΥ ΣΕ ΣΥΜΦΩΝΙΑ FORCE MAJEURE

8.1 Either party hereto shall be relieved from liability hereunder for failure to perform any of the obligations herein imposed for the time and to the extent of such failure to perform its obligations hereunder if occasioned by circumstances beyond the party’s control including voluntary or involuntary compliance with any law, order, regulation or directive or any governmental authority, Federal, State/Provincial or Municipal, the breakdown or other failure of facilities used for manufacture, transportation, consumption or use of the Products, or the inability to obtain labor, power, fuel, transportation, supplies of raw materials or, or by acts of God, or by acts of public enemy, or cancellation by governmental authorities of license to operate its plant, or by strikes, lockouts, or other industrial disturbances, riots, floods, hurricanes, fire, explosion, or any other cause or causes of any kind of character reasonably beyond the control of the party failing to perform, whether similar to or dissimilar from the enumerated causes (any cause being herein referred to as “Force Majeure”).

8.2 In the event of either party hereto being rendered unable by Force Majeure to carry out its obligations under this Agreement, such party shall give notice and particulars of the event to the reasonable satisfaction of the other party including the expected duration of such Force Majeure and the expected extent of impairment of deliveries or receipt hereunder in writing or by telefax to the other party as soon as possible after the occurrence of the cause relied on, and, upon the giving of such notice, the obligations of the party giving such notice, so far as they are affected by such Force Majeure, shall be suspended during the continuance of any inability so caused, but for no longer period, and such cause shall be so far as possible remedied with all reasonable dispatch.

8.3 In case of an event of Force Majeure affecting one party, the other party shall be entitled to purchase, from any person, all Products required by it in order to exploit its business for the duration of the event of Force Majeure. In such a case, the purchasing party shall, at the same time an order is made to an other person pursuant to this subsection, send to the party affected by the event of Force Majeure, a copy of such order indicating the quantity and the price of the Products so purchased.

8.4 In the event that the performance of either party has been delayed, hindered or prevented for more than [NUMBER] consecutive calendar days, by reason of an event of Force Majeure, then either party may terminate this Agreement immediately at the end of that period of [NUMBER] days by giving a written notice to the other party to that effect, which termination shall take effect on the date of delivery of such notice or later on as specified in such notice.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , ,