Διάταγμα Προσωποκράτησης – Σύντομος Πρακτικός Οδηγός για Δικηγόρους

«Η δικαιοσύνη εξαρτάται από τον τρόπο που απονέμεται και όχι από την γνώση του νόμου».

Αριστοτέλης.

Το πολυτιμότερο αγαθό και η υψηλότερη αξία στον ανθρώπινο βίο δεν είναι τίποτε άλλο από την ελευθερία. Για την «λευτεριά» όλοι οι άνθρωποι μιλούν και γι΄αυτήν έγιναν και γίνονται οι πλείστοι πόλεμοι.

Το υπέρτατο όμως αυτό αγαθό της προσωπικής ελευθερίας δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να τεθεί υπεράνω του δημοσίου συμφέροντος. Συνεπώς σε περίπτωση σύγκρουσης των δύο εννοιών «δημόσιο συμφέρον» και «προσωπική ελευθερία» αναμφίβολα το δεύτερο υποτάσσεται στο πρώτο. 

Η υποταγή όμως αυτή δεν μπορεί να εισέλθει σε κατάσταση ασύδοτης καταπάτησης της ανθρώπινης ατομικής ελευθερίας. 

Ετσι η στέρηση της ελευθερίας αυτής της μορφής πρέπει να τελεί υπό δικαστικό έλεγχο ώστε να εξασφαλίζεται η καλή ισορροπία μεταξύ της αξίας της ελευθερίας του ατόμου και της υπεράσπισης του αγαθού εκείνου που η κοινωνία επιδιώκει να προστατέψει μέσα από την αστυνομική/ανακριτική προσπάθεια.

Αυτή η ισορροπία επιτυγχάνεται μέσα από τον αυστηρό αντισταθμιστικό έλεγχο των σχετικών κανόνων δικαίου οι οποίοι εφαρμόζονται γι΄αυτό το θέμα από τα δικαστήρια με οδηγούς τους όρους και τις προϋποθέσεις που προνοεί επί τούτω το διάταγμα προσωποκράτησης.

Ο σχετικός έλεγχος που επιβάλλουν οι κανόνες αυτοί λειτουργεί εξαντλητικά μέσα από την απάντηση των απλών ερωτημάτων: πότε, γιατί, πώς, υπό ποίες συνθήκες και για πόσο μπορεί να περιοριστεί η ατομική ελευθερία.

Να υπενθυμίσουμε ότι στην Κύπρο οι νομικοί αυτοί κανόνες εκπηγάζουν από την ποινικοδικονομική νομοθεσία της αποικιοκρατίας όπως επίσης και οι πλείστοι σχετικοί με το θέμα νομολογιακοί κανόνες από το κοινοδίκαιο του Εγγλέζου κατακτητή. Και αυτό διότι η νομοθεσία της δημοκρατίας της Κύπρου το 1960 υιοθέτησε όλη την μέχρι και την μέρα της ανεξαρτησίας νομοθεσία, τα νομολογιακά δεδομένα και τους κανόνες επιεικείας (ποιάς επιεικείας;) του χτεσινού δυνάστη. Μάλιστα η αδιάκοπη αφή και η συνεπής, σχεδόν υποτελής φωτοτυπική προσκόλληση στα νομολογιακά προϊόντα του Εγγλέζικου κοινοδικαίου από πλευράς των δικαστηρίων μας είναι τόσο ισχυρή που κάποιος καλόπιστος άνθρωπος που γνωρίζει λίγα νομικά μπορεί να πεί ότι η διάταξη του άρθρου 29 του περί δικαστηρίων νόμου παράγραφος 1 εδάφιο(γ) τελεί σε αχρησία.

Δεν επιθυμούμε να πολιτικοποιήσουμε το θέμα, όμως δεν θα είμασταν «έντιμοι πολίτες» αν διέφευγε της ιστορικής μνήμης και της νομικής προσοχής μας ότι με αυτούς τους νόμους και αυτές τις νομολογιακές αρχές ετίθεντο υπό κράτηση και κακοποιούντο φρικτά αυτοί που για μας δημιούργησαν το σημερινό υπερήφανο κράτος μας με βάση τους νόμους του οποίου (και επέκεινα περί δικηγόρων νόμους) έχουμε την ευκαιρία να ασκούμε το επάγγελμα του δικηγόρου. 

Ποιοί ήταν αυτοί; Οι αγωνιστές της λευτεριάς της Ε.Ο.Κ.Α. και μάλιστα εννέα εξ αυτών καταδικάστηκαν εις θάνατον δι΄απαγχονισμού από μή φυσικούς (άρα παράνομους) δικαστές, από τα Εγγλέζικα, νομικώς ανυπόστατα και παράνομα κατοχικά ψεύδο «δικαστήρια».

Εισαγωγή.

Ποινική δικονομία είναι οι γραπτοί και άγραφοι τυπικοί και ουσιαστικοί κανόνες (καθώς και πρακτικοί) οι οποίοι ρυθμίζουν την διεξαγωγή της ποινικής δίκης. Η ποινική δικονομία Κύπρου μέσα από το διατηρηθέν κεφάλαιο του νόμου 155 – να μήν ξεχνάμε το Εγγλέζικο «αγγονί» μας- ρυθμίζει το θέμα που εξετάζουμε. 

Από το πρώτο έτος της νομικής στο πανεπιστήμιο Αθηνών στο μάθημα «Εισαγωγή στην επιστήμη του δικαίου» διδακτήκαμε ότι το σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο νόμο του κράτους και ΟΛΟΙ οι νόμοι πρέπει να συνάδουν με αυτό. 

Ευτυχώς – και είναι προς τιμή της νομικής μας τάξης – η όλη δικονομική διαδικασία ελέγχεται από το – 

  • έστω μή νόμιμα συνταχθέν από νόμιμη/νομίμως συσταθείσα συντακτική συνέλευση εκπροσώπων του λαού μας, 
  • έστω μή επιψηφισθέν από την βουλή μας,
  • έστω μή επικυρωθέν «λόγω» ή έστω δια βοής και/ή δι΄άλλω τρόπω, από τον υπερήφανο, υπεράξιο και κυρίαρχο λαό μας, 
  • έστω μή φέρον ημερομηνία (ύποπτο) σύνταξης –

δοτό σύνταγμα μας. 

Πολύ εμφανή θλιβερά αποικιοκρατικά απάρτια στον νόμο 155 ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 1948, τα οποία το έστω δοτό αυτό σύνταγμα εξευτελιστικά εξουδετέρωσε με την ισχύ του άρθρου 11(3), είναι τινά στοιχεία των άρθρων 14 και 15 της ποινικής δικονομίας, αφού περιορίζει την εξουσία του αστυνομικού οργάνου για σύλληψη μόνο στην περίπτωση –

α) «ειμή κατόπιν ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος εκδοθέντος συμφώνως προς τους υπό του νόμου προδιαγεγραμμένους τύπους» καθώς και

β) στην περίπτωση του αυτόφωρου αδικήματος (πολύ λογικό αφού αφορά αδίκημα το οποίο διαπράττεται ενώπιον αστυνομικού). 

Ας σκεφτούμε για μια μόνο στιγμή όμως ότι το άρθρο 14 (ζ) της δικονομίας μας προβλέπει (δηλαδή προέβλεπε) σύλληψη ατόμου που αδυνατεί -λέει- να παράσχει εξηγήσεις στον αστυνομικό για τους πόρους συντηρήσεως του. Δηλαδή ένας φτωχός και δυστυχής συνάνθρωπος μας, που δεν έχει τα προς το ζείν μέσα, θεωρητικά και πρακτικά ετέλει υπό συνεχή και αδιάκοπη σύλληψη. 

Επί του θέματος.

Πως ξεκινά και πώς λειτουργεί η διαδικασία του αιτήματος προσωποκράτησης.

Η αστυνομία και το δικαστήριο εντέλλονται μέσα από 

  • το σύνταγμα 
  • την ποινική δικονομία, 
  • τις σχετικές τροποποιήσεις της ποινικής δικονομίας και επέκεινα νόμους, 

καθώς

  • και στην επικουρική πηγή δικαίου ήτοι την νομολογία που προκύπτει από τον εκ δευτέρου βαθμού δικαστικό λόγο του ανωτάτου δικαστηρίου Κύπρου μέσα από τις αποκρυσταλλωθείσες γενικές αρχές και διατυπωθέντες κανόνες δικαίου 

να κινηθούν δύο κρατικές εξουσίες μέσα από αυστηρά νομικά και τυπικά πλαίσια ήτοι –

α) Η εκτελεστική εξουσία μέσω της αστυνομίας: 

Προσαγωγή συλληφθέντος.

Ο συλληφθείς προσαγάγεται από την αστυνομία στο δικαστήριο το συντομότερoν ευθύς μετά την σύλληψη του και το βραδύτερον εντός 24 ωρών «από της συλλήψεως» βάση του άρθρου 11 εδάφιον 5 του συντάγματος – αν στο μεταξύ δεν αφεθεί ελεύθερος. 

β) Η δικαστική εξουσία μέσω του εκάστοτε και κατά περίπτωση αρμόδιου φυσικού δικαστού:

Για παραπομπή σε αστυνομική κράτηση.

Η ως άνω προσαγωγή από την αστυνομία με σκοπό να τεθεί ο συλληφθείς υπό περαιτέρω αστυνομική κράτηση στηρίζεται στο άρθρο 24 της ποινικής δικονομίας. 

Αφού τεθεί από την αστυνομία «εις δικαστήν» το αίτημα παραπομπής σε αστυνομική κράτηση τότε με γνώμονα τις αρχές που καθιερώνει η συνταγματική επιταγή (άρθρο 11 εδ. 6) ο δικαστής θα προχωρήσει στην εξέταση του αιτήματος μέσα από τις κατευθυντήριες οδηγίες του άρθρου αυτού ήτοι: 

  • ο δικαστής «χωρεί ταχέως εις διερεύνηση των λόγων της σύλληψης εις καταληπτήν υπό του συλληφθέντος γλώσσα»,
  • εντός τριών ημερών το αργότερο θα αποφασίσει για την τύχη της αίτησης προσωποκράτησης,
  • το χρονικό διάστημα της τυχόν διαταγής κράτησης δεν μπορεί να υπερβεί τις οκτώ μέρες για κάθε αίτηση,
  • με συνολικό χρονικό διάστημα κράτησης όχι πέραν των τριών μηνών από την ημέρα της συλλήψεως.

Η έναρξη της κράτησης «μετρά» από την επομένη της επί τούτω απόφασης του δικαστηρίου. 

Μια ακολουθούμενη πρακτική, όμως πολύ σημαντική λεπτομέρεια: η αίτηση προσωποκράτησης μπορεί (λόγω της φύσης και του απολύτως επείγοντος σκοπού που θα εξυπηρετήσει) να «ακουστεί» από τον δικαστή και εκτός δικαστηρίου χώρο αν οι περιστάσεις το επιβάλλουν με κλασσικότερη περίπτωση το νοσοκομείο.

Τα πιο πάνω συνιστούν το απαραίτητο νομικό κέλυφος ή αλλιώς το νομικό περίβλημα της ισχύος με το οποίο θα πρέπει απαραιτήτως να περιβληθεί το διάταγμα προσωποκράτησης, όμως δεν τελειώνει το θέμα εδώ αφού στο εσωτερικό του περιβλήματος θα πρέπει να βρίσκεται η ουσία του θέματος στην οποία με πολλή προσοχή, δικαστήριο, δικηγόροι και αστυνομία θα πρέπει να ενδιατρίψουν.

Με απλά λόγια για να θεωρείται ολοκληρωμένη και ασφαλώς νομικά σωστή η διαδικασία της αίτησης προσωποκράτησης θα πρέπει στο εσωτερικά ουσιαστικό της μέρος να αντεπεξέλθει επιτυχώς μέσα από τον βασανιστικό έλεγχο των «βασικών αρχών που διέπουν το θέμα έκδοσης διατάγματος προσωποκράτησης». 

Οι βασικές αυτές αρχές αφορούν νομικές, κανονιστικές, νομολογιακές και πρακτικές παραμέτρους, αρχές δικαίου με βάση τους κανόνες της λογικής και του φυσικού δικαίου, αλλά βεβαίως και αρχές οι οποίες αρύονται μέσα από τις σύμφυτες εξουσίες του δικαστηρίου (σύμφυτες σημαίνει «φυτρώνουν μαζί», συνώνυμα = συμφυείς, έμφυτες) οι οποίες με απλά λόγια είναι:

  1. Το πιό αυτονόητο, ότι έχει δηλαδή διαπραχθεί κάποιο έγκλημα, εξ ού και η αστυνομία οδηγείται σε υποβολή διαδικασίας αίτησης προσωποκράτησης. (βασική αρχή δικαίου). Απαιτείται συνεπώς μαρτυρία ότι όντως διεπράχθη το υπό διερεύνηση αδίκημα, όμως η μαρτυρία αυτή θα πρέπει να συνεπικουρεί σε τέτοιο βαθμό που να έχει την δύναμη να αποκαλύπτει λογική υποψία ότι ναι, υφίστανται όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, 
  2. H αιτούμενη κράτηση αφορά το αδίκημα για το οποίο το συγκεκριμένο πρόσωπο συνελήφθη.(Κώδικας ποινικής δικονομίας άρθρο 24.)
  3. Οι μαρτυρίες και τα στοιχεία μέσα από ένταξη τους σε αναγωγικό συλλογισμό δημιουργούν εύλογη και γνήσια υποψία με την οποία συνδέεται ο συγκεκριμένος ύποπτος με το υπό εξέταση αδίκημα ώστε να δικαιολογείται και να είναι αναγκαία η κράτηση του. (Σταματάρης εναντίον αστυνομίας 1983 2CLRσελ.107), (Χούρης εναντίον αστυνομίας 1982 2Α.Α.Δ. 56) και (Αεροπόρος εναντίον αστυνομίας 1987 2 A.Α.Δ. 232.)
  4. Μέχρι το σημείο εκείνο (εννοείται της προσαγωγής του υπόπτου για διάταγμα προσωποκράτησης) έχει ήδη γίνει μια -εξ αντικειμένου και υπό τις περιστάσεις- σοβαρή και επίπονη δουλειά από πλευράς αστυνομίας με καλή αξιοποίηση του διαρρεύσαντος χρόνου.
  5. Οι έρευνες της αστυνομίας για το υπό εξέταση αδίκημα δεν έχουν εισέτι ολοκληρωθεί.
  6. Είναι αναγκαίο να κρατηθεί ο ύποπτος ώστε να διευκολυνθεί το ανακριτικό έργο της αστυνομίας. Η διευκόλυνση αυτή αφορά την εύλογη πιθανότητα/εύλογους φόβους/εύλογη υποψία της αστυνομίας μέσα από το νομικό κριτήριο ότι ο ύποπτος πιθανόν να επηρεάσει/αποτρέψει μάρτυρες ή και τυχόν να καταστρέψει μαρτυρία/ες μαρτυρικό υλικό/τεκμήρια κ.λ.π. 

Με οδηγό αυτές τις βασικές αρχές προχωρά και συνάμα διευκολύνεται στον δύσκολο της αγώνα η δικαιοσύνη να επιτύχει την δίκαιη ευθυγράμμιση της ζυγαριάς της Θέμιδας στην οποία ευρίσκονται από την μια το θεμελιώδες δικαίωμα της ατομικής ελευθερίας( του ύποπτου) και από την άλλη η απόδοση δικαιοσύνης τόσο στο θύμα εις βάρος του οποίου διεπράχθη το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα όσο και η προσπάθεια της πολιτείας για προστασία της κοινωνίας από το έγκλημα. 

Παρένθεση:

«Γνώμη έχουν όλοι, όμως γνώση έχουν, διά να έχουν γνώμη;»

Πλάτωνας.

Φρονούμε ότι δεν θα ήταν ολοκληρωμένη «η δουλειά μας» αν παραβλέπαμε και κατά συνέπεια δεν καταγράφαμε ένα πρακτικό ζήτημα που αφορά την «γνώση» του Πλάτωνα για το θέμα που εξετάζουμε και το οποίο αφορά κατά κύριο λόγο τους δικαστές. 

Είμαι βέβαιος ότι κανείς εκ των δικαστών μας δεν ετέθη υπό κράτηση. Ούτε και με τους δικηγόρους συνέβη αυτό στην συντριπτικότατη πλειοψηφία, όμως ο γράφων στα πλαίσια έκτισης στρατιωτικής (πειθαρχικής) ποινής οκταημέρου φυλακίσεως, ετέθη υπό οκταήμερη κράτηση σε στρατιωτικό πειθαρχείο, ήτοι κατάσταση άκρως χειρότερη από την αστυνομική κράτηση. Συνεπώς θεωρούμε ότι επί του θέματος που εξετάζουμε διαθέτουμε επαρκή προσωπική γνώση, άρα είμαστε σε καλή θέση να γνωρίζουμε τι γράφουμε. 

Η κράτηση/συνθήκες κράτησης δεν είναι και η καλύτερη κατάσταση στην οποία μπορεί ένα άτομο να βρεθεί και συνεπώς οι δικασταί καλούνται να το έχουν υπ΄όψιν τους. Υπάρχουν σχολές δικαστών στις οποίες υπάρχει πρακτικό μάθημα «εγκλεισμού» (εκπαιδευτικής μορφής) των υποψηφίων δικαστών σε φυλακή για να αντιληφθούν επακριβώς τί τέλος πάντων σημαίνει η λέξη «κράτηση/φυλάκιση». 

Κλείει η παρένθεση. 

Πέραν και ομού των ως άνω αρχών 1-6 που όπως τις καταγράψαμε ανωτέρω θεωρούνται ως τα βασικά προϋποθετικά κριτήρια-αρχές δικαίου- τα οποία αποτελούν την βασική σιδηροτροχιά υπάρχουν και οι «εκ των ουκ άνευ» επεξεργαστικοί νομικοί οδηγοί, αρχές, παράμετροι και βασικοί συντελεστές οι οποίοι ρυθμίζουν και προσδιορίζουν επακριβώς το θέμα που εξετάζουμε που με την δύναμη τους θα εκδώσουν το νόμιμο δελτίο κινήσεως ώστε με ασφάλεια να κινηθεί το τραίνο προς το αστυνομικό κρατητήριο με επιβάτη τον ύποπτο:

Συνεπώς έτσι θα κινηθεί η νομική προσέγγιση επί του θέματος 

(α) Δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα προσωποκράτησης με βάση  αόριστες, αστήρικτες, γενικές και ασαφείς θέσεις της αστυνομίας στηριζόμενες σε απλές υπόνοιες οι οποίες εκ της φύσεως τους αποτυγχάνουν(εννοείται μέσα από εύλογη κρίση/ εύλογο συλλογισμό) να συνδέσουν τον ύποπτο με το αδίκημα. Στην δευτεροβάθμια απόφαση Παντελής Ιωάννου εναντίον αστυνομίας 6643,30/12/98 αποκρυσταλλώθηκε επί τούτω ο εξής νομικός κανόνας: «Η αστυνομία δεν πρέπει να δίδει αβασάνιστα πίστη σε πληροφορίες μη θεμελιωμένες σε ενοχοποιητικά στοιχεία. Η καλόπιστη υπόνοια είναι το πρώτο το οποίο πρέπει να καταδειχθεί. Όμως δεν μπορεί από μόνη της να δικαιολογήσει την κράτηση. Η υπόνοια πρέπει να είναι εύλογη..

(β) Πρέπει να υπάρχει από πλευράς αστυνομίας εύλογη και γνήσια υποψία για την αναγκαιότητα κράτησης. (Αεροπόρος εναντίον αστυνομίας 1987 2Α.Α.Δ. 232.) Επειδή όμως η νομική επιστήμη είναι «ωκεανός, ατελείωτη και ασταμάτητη» διότι είναι η μοναδική επιστήμη η οποία ασκεί την ουσιωδέστερη κοινωνική λειτουργία ήτοι την κρίση, η ως άνω νομολογιακή αρχή όπως και όλες οι αρχές δεν μπορεί να είναι απόλυτες και δεν μπορούν να φέρουν αφ’ εαυτών εξαντλητικό νόημα. Ιδού λοιπόν η δευτεροβάθμια απόφαση (Συμιλλίδης εναντίον αστυνομίας) η οποία βάζει τα πράγματα στην σωστή τους βάση: «άλυσις γεγονότων μή ενοχοποιητικών αφ΄εαυτών μπορεί αθροιστικά αποτιμούμενα να δημιουργήσουν δικαιολογημένες υπόνοιες για ανάμειξη του υπόπτου στο έγκλημα». 

Ερμηνευτική, επιβεβαιωτική και/ή κατ΄επανάληψη αποκρυσταλλωθείσα νομολογιακή αρχή προς την ανωτέρω απόφαση Συμιλλίδη καθιερώνεται και πάλι στην ως άνω απόφαση (της παραγράφου α) Παντελής Ιωάννου εναντίον αστυνομίας 6643,30/12/98 όπου καταγράφεται ότι: « Στοιχεία μη ενοχοποιητικά αφ΄εαυτών είναι δυνατόν να προσλάβουν διαφορετική υφή, αθροιστικά θεωρούμενα, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει συνεκτικός κρίκος ο οποίος τείνει να τα συνδέει. Η προϋπόθεση αυτή δεν υπήρξε στην παρούσα υπόθεση. Η ύπαρξης εύλογων υπονοιών- θεμέλιο για την κράτηση του εφεσείοντα -απουσίαζε και εσφαλμένα διατάχθηκε η κράτηση του». Δηλαδή με απλά λόγια ακόμη και διάφορα γεγονότα τα οποία έστω και εξ αντικειμένου ορώμενα ναι, όντως δεν περιέχουν και/ή δεν αποκαλύπτουν ενοχοποιητικά στοιχεία τα οποία με την πρώτη ματιά να εμπλέκουν τον ύποπτο με το υπό εξέταση αδίκημα, εν τούτοις όταν ιδωθούν αθροιστικά (πάντοτε καλόπιστα κατά την νομική άποψη του γράφοντος) ναι μπορούν, 

να ερμηνευτούν ότι όντως αγγίζουν τον ύποπτο.

(γ) Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να δώσει τέτοια στοιχεία/εξηγήσεις επιβαρυντικά στοιχεία για τον ύποπτο ώστε εύλογα ένα λογικό δικαστήριο να πειστεί ώστε να διατάξει την κράτηση του.

(δ) Πληροφορία από άγνωστα στην αστυνομία πρόσωπα είναι απαράδεκτη αφού απουσιάζει από αυτήν η αμεσότητα και η σαφήνεια η οποία θα μπορούσε ασφαλώς να επιτευχθεί μόνο μέσα από αστυνομικό διασταυρωτικό έλεγχο.

(ε) Η υπόνοια της αστυνομίας ότι αν ο ύποπτος αφεθεί ελεύθερος πιθανόν να επηρεάσει την διαδικασία των αστυνομικών ερευνών μέσα από προσέγγιση/επηρεασμό μαρτύρων και καταστροφή στοιχείων ή τεκμηρίων πρέπει να είναι όντως εύλογη και ισχυρή ώστε να αντέχει επιτυχώς σε κάθε πιθανότητα/ εύλογη προσπάθεια κατάρριψης της. Και αυτό επιτυγχάνεται μέσα από παράθεση λογικών στοιχείων στο δικαστήριο και όχι βεβαίως μέσα από απλή αναφορά υποψιών.

Η αξία και ποιότητα της «εύλογης παράθεσης λογικών στοιχείων» θα κριθεί ασφαλώς 

– με βάση την προσωπική υπόσταση /κατάσταση του υπόπτου μέσα από τον ερωτηματικό δικανικό συλλογισμό του δικαστηρίου αν όντως ο συγκεκριμένος ύποπτος είναι εξ αντικειμένου εις θέση να επηρεάσει (εξ υποκειμένου) τα πράγματα και

– αυτό θα τελεί σε ισχυρή συνάρτηση με την σοβαρότητα του αδικήματος.

Συνεπώς η αστυνομία θα πρέπει να επικαλεστεί και καταθέσει σοβαρά περί τούτου νομικά επιχείρημα τα οποία πειστικά καθοδηγούν την σκέψη ενός λογικού και αντικειμενικού δικαστηρίου στην έκδοση του διατάγματος στέρησης της ελευθερίας του υπόπτου, βλέπε (6450, 13/11/94) (Κακουλλής εναντίον αστυνομίας 6403 13/1/99), και (Καλλής εναντίον αστυνομίας 6850 23/12/99.) Αρα οι «φόβοι» της αστυνομίας αναφορικά με κατάσταση που τυχόν θα προκύψει με την μή κράτηση υπόπτου πρέπει να είναι λογικά και ορατά δικαιολογημένοι σε συνάρτηση πάντοτε βεβαίως με την σοβαρότητα του αδικήματος (1992 2ΑΑΔ.397). 

στ) Ο διαρρεύσας μέχρι την προσαγωγή του υπόπτου χρόνος όντως έχει αξιοποιηθεί επαρκώς και ευσυνείδητα από την αστυνομία για την καλή διερεύνηση του αδικήματος. Να σημειωθεί ότι: ουσιώδη χρόνο έναρξης διαδικασίας αποτελεί η σύλληψη του υπόπτου και όχι η απλή ή άλλη επαφή του υπόπτου με την αστυνομία. 

ζ) Σε κάθε νέα/επόμενη αίτηση συνέχισης της κράτησης το μέγεθος του βάρους απόδειξης για την αστυνομία επαυξάνεται.(ανωτέρω υπόθεση Χούρη εναντίον αστυνομίας 1982 2Α.Α.Δ. 56) και ποτέ να μήν ξεχνάμε ασφαλώς ότι –

ζ1) η ανανέωση διατάγματος /συνέχιση κράτησης θα πρέπει να αφορά το ίδιο αδίκημα για το οποίο ο ύποπτος συνελήφθη για την προηγούμενη αίτηση προσωποκράτησης. (Σταματάρης εναντίον αστυνομίας 1983 2Α.Α.Δ.107.). 

η) Η κράτηση δεν ζητείται για αόριστες και σπασμωδικές αστυνομικές έρευνες. Η αστυνομία δεν μπορεί να αιτείται κράτηση υπόπτου για να κυνηγά νομικές χίμαιρες.(6090.21/2/96)

θ) Η αστυνομία θα πρέπει να δηλώσει ξεκάθαρα στο δικαστήριο προς ποία κατεύθυνση θα κινηθούν οι έρευνες της. 

ι) Θα πρέπει γνήσια και αληθώς να υπολείπεται ακόμη ανακριτικό έργο για την ολική αστυνομική/ανακριτική διερεύνηση της υπόθεσης, άρα εύλογα και έντιμα η αστυνομία δεν κωλυσιέργησε και δεν κωλυσιεργεί ούτε και τώρα με την παρά δικαστηρίω αίτηση για προσωποκράτηση, αλλά ούτε και καθυστερεί εσκεμμένα, ή καταχρηστικά ή εκδικητικά τις διαδικασίες αναμένοντας κάτι άγνωστο μέσα από τις δυνάμεις της τύχης. 

(κ) Το δικαστήριο απλά ακούει τις μαρτυρίες χωρίς να υπεισέρχεται σε πλήρη και εμπεριστατωμένη ποιοτική αξιολόγηση τους αναφορικά με την ισχύ, το ύψος και την καταληκτική αποδεικτική τους αξία προσμετρώντας τις και συναριθμώντας τις μέσα από την λογική των ευρημάτων αξιοπιστίας των μαρτύρων κ.λ.π. εκτός εάν έκδηλα βοά η κακή ποιότητα τους και η αντινομικότητα τους. (Ξενάκης Καλλής εναντίον αστυνομίας 7025.1/2/00) 

Σημαντικότατο: Παρ΄όλα αυτά όμως το δικαστήριο δεν αποφεύγει να ελέγξει την υγιή και γνήσια πηγή πληροφόρησης της μαρτυρίας αυτής.

λ) Το ανακριτικό υλικό τελεί μέχρι και την ολοκλήρωση της ποινικής έρευνας υπό την προστασία της αρχής της μυστικότητας ώστε να διασφαλίζεται το αυτονόητο, ότι δηλαδή ότι θα γίνει μια σωστή ανακριτική, λεπτομερής και καταληκτικά όντως εξιχνιαστική έρευνα προστατευμένη, αλλά και ανεπηρέαστη από εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι δυνατόν κακόβουλα ή ακόμη και τυχαία να παρεισφρήσουν στο έργο της έρευνας κάτι το οποίο δεν θα μπορεί να επιτευχθεί αν τυχόν έλθει στην δημοσιότητα το υλικό της. Οι ισορροπίες της νομικής επιστήμης δεν παύουν ούτε για μια στιγμή επιτακτικά να απαιτούν από τους νομικούς να τις σεβαστούν και εφαρμόσουν όταν οι περιστάσεις το απαιτούν ήτοι :

παρά τα πιο πάνω (περί προστασία της αρχής της μυστικότητας) όπως απεφασίσθη δευτεροβαθμίως στην υπόθεση (Τσιρίδης εναντίον αστυνομίας 1973 2CLR 204), ναι μπορεί η αστυνομία να θέσει υπ΄όψιν του δικαστηρίου «στοιχεία εμπλοκής» του υπόπτου με το υπό εξέταση αδίκημα και μόνον στο δικαστήριογια σκοπούς ελέγχου του «εύλογου» των υποψιών χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορεί να δοθούν στον δικηγόρο υπόπτου αν κριθεί ότι κάτι τέτοιο δυνατόν θα επηρεάσει αρνητικά την εκκρεμούσα αστυνομική διερεύνηση. Συνεπώς έστω και αν αυτό αφορά τους δικηγόρους, για να είμαστε σωστοί και έντιμοι, ναι είναι πολύ λογικό -αν κριθεί έτσι από το δικαστήριο – ναι, να μήν δίδεται και να μην κοινοποιείται το ανακριτικό υλικό της αστυνομίας στο στάδιο του αιτήματος προσωποκράτησης στον ύποπτο/δικηγόρο υπόπτου αφού όντως οι λόγοι είναι φανεροί. Συνεπώς προκύπτει ένα τακτικό λάθος: ας μήν ζητούν τινές δικηγόροι στοιχεία ήτοι καταθέσεις, τεκμήρια κ.λ.π. για την υπό εξέταση υπόθεση αφού αυτό ασφαλώς δεν θα το επιτρέψει το δικαστήριο, διότι με το να δοθούν τα στοιχεία η πράξη αυτή «είναι δυνατόν να υπερφαλαγγίσει ή εξουδετερώσει για ευνόητους λόγους τον σκοπό της αστυνομικής έρευνας». (Συμιλλίδης εναντίον αστυνομίας Ποινική έφεση 6336 13/6/97). 

Καταληκτικά,

η συνεκτίμηση όλων των ως άνω σημείων τα οποία θα πρέπει έκδηλα να συμπλέουν με το καλόπιστο των αστυνομικών ερευνών είναι οι ασφαλείς οδηγοί οι οποίοι όντως θα οδηγήσουν το δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος προσωποκράτησης.

Προκύπτον θέμα. 

είναι η περίπτωση κακοποίησης κρατουμένου. 

Πρόκειται για μεγάλο θέμα και δυστυχώς «σύνηθες» το οποίο πέραν του σοβαρού ποινικού αδικήματος το οποίο η αστυνομία πιθανόν να διαπράξει με την πρόκληση σοβαρού ψυχικού και σωματικού πόνου/βλάβης στον κρατούμενο – εδώ καλείται η δικαιοσύνη να προστατέψει τον πολίτη.

Όμως στο θέμα αυτό δυστυχώς η δικαιοσύνη αποτυγχάνει να προστατέψει επαρκώς τον πολίτη διότι είναι δεμένα τα χέρια των πρωτόδικων δικαστηρίων από τις ιεραρχικά άνωθεν δεσμευτικές διαταγές της δευτεροβάθμιας νομολογιακής εντολής. Και αυτό προκύπτει μέσα από την απόφαση (Νικολεττίδης εναντίον αστυνομίας (1973) 2CLR 222) – με την οποία ασφαλώς και διαφωνούμε – όπου το ανώτατο δικαστήριο Κύπρου αποκρυσταλλώνει νομικό κανόνα και καθιερώνει επί τούτου(σε αίτηση διατάγματος προσωποκράτησης) την αρχή δικαίου ότι το δικαστήριο «δεν αποφαίνεται επί του θέματος της κακοποιήσεως αλλά απλώς ακούει δια να δυνηθεί να ενασκήσει την διακριτική του ευχέρεια». 

Και τί σημαίνει αυτό; Σε ποιά νομική και ηθική λογική στηρίζεται αυτή η νομολογιακή οδηγία; Πού πήγαν οι ισορροπίες του δικαίου τις οποίες με σπουδή και αγωνία αναζητεί και επιτάσσει η νομική επιστήμη; Και πώς άραγε θα δυνηθεί να «ενασκήσει την διακριτική του ευχέρεια το δικαστήριο», σε ετεροχρονισμένη χρονική φάση…κατόπιν εορτής; 

Υποβάλλουμε την εξής ιστορικονομική επόμενη ερώτηση: και πώς το σκέφτηκε/αν αυτό ο/οι εκ δευτέρου βαθμού δρων/δράσαντες δικαστής/στές, ειδικά στην τότε δυσκολότατη εποχή του 1973 της απόλυτης κρίσης με την κοινωνία μας βαθύτατα διχασμένη και εντελώς πνιγμένη στην έξαρση των πολιτικών παθών, αφού η σφοδρότατη σύγκρουση των δύο κύριων ιδεολογικών/πολιτικών παρατάξεων εκδηλώνετο και υλοποιείτο σε πολεμικής μορφής θανατηφόρα αντιπαράθεση;

Κινδυνεύοντας να ξεχάσουμε τα λίγα νομικά που γνωρίζουμε ερωτούμε μέσω της ιστορίας εμείς οι αμήχανοι δικηγόροι τους εκδώσαντες δικαστές ποιά είναι επιτέλους η δουλειά του δικαστηρίου: απλά, βραχύλογα και παθητικά μόνον «να ακούει»; Μα όταν ακόμη και για μια απλή ερώτηση δικηγόρου προς μάρτυρα, το δικαστήριο επεμβαίνει αστραπιαία να την αποτρέψει αν θεωρήσει ότι δεν έπρεπε να υποβληθεί, μή επιτρέποντας την ερώτηση αυτή, είναι ποτέ δυνατόν ένα δικαστήριο στο θέμα που εξετάζουμε να παραμένει άβουλο και αδρανές; Εμείς λέμε όχι. Καθηκόντως το δικαστήριο όχι μόνο πρέπει «να ακούει» ΑΛΛΑ ΕΠΙΠΛΕΟΝ να μετέχει και υπεισέρχεται νόμιμα στο μέτρο του καλόπιστου δυνατού νομικού ελέγχου στην αστυνομική έρευνα – ειδικά και μόνον για το θέμα αυτό – με σκοπό να προστατεύει τον πολίτη. 

Ας προχωρήσουμε όμως πιό μπροστά από το θέμα αυτό και με σκοπό να βρούμε την αλήθεια ας καταλήξουμε υποθετικά στην συνδεόμενη μελλοντική δικαστική απόφαση: ποιά θα είναι η ποιότητα και αξία της απόφασης αυτής και τί άραγε θα προσφέρει στην κοινωνία μια τέτοια ρακένδυτη απόφαση σε μια αίτηση για έκδοση διατάγματος προσωποκράτησης, αφού η αστυνομία έχοντας στα χέρια της αλυσοδεμένο κάποιον μπορεί να τον σακατέψει στο ξύλο για να μάθει ή αποσπάσει ότι θέλει(αληθές ή ψευδές) από αυτόν, με την προστατευτική ασυλία της βλακώδους εξήγησης που δίνει η αστυνομία σε τέτοιες περιπτώσεις ότι: «έππεσεν από τις σκάλες». Πάντοτε όλοι «ππέφτουν» από τις σκάλες; Ολοι απρόσεκτοι!

Αλλά εμείς λέμε ακόμη και αλήθεια να είναι το θέμα με τις σκάλες γιατί έπεσε και γιατί αφέθηκε να πέσει από τις σκάλες ο συγκεκριμένος κρατούμενος και πού ήταν η προσοχή της αστυνομίας την στιγμή εκείνη αφού από την σύλληψη του ο κάθε πολίτης τελεί υπό την απόλυτη ευθύνη της αστυνομίας; Συνεπώς γιατί τα δικαστήρια σε τέτοιες περιπτώσεις αντί να ψέξουν την αστυνομία κλείνουν τα μάτια; 

Επομένως τί θα μπορούσε να την κάνει μια τέτοια μολυσμένη αστυνομική «ανακριτική έρευνα» ένα λογικό δικαστήριο εκτός από το να την πετάξει στα σκουπίδια της νομικής; 

Για να βάλουμε τα πράγματα στην σωστή τους θέση δεν θα ονομάζαμε την σημερινή (μετααποικιοκρατική) δικαστική αυτή προσεγγιστική ως ηθικό εκχυδαϊσμό ή στην καλύτερη περίπτωση ως αδιαφορία της δικαστικής εξουσίας προς τον άνθρωπο. Η ερμηνεία μας είναι ότι απλά πρόκειται για αντανακλαστική ή και εξ εντστίκτου συνεχιζόμενη επήρεια, έκθετης γονιδιακής κληρονομίας των παράνομων ψευτοδικαστηρίων της αποικιοκρατίας. Και αυτή η κληρονομική δικαστική αδιαφορία και κληρονομική ασπλαχνία προς τον υπό αστυνομική κράτηση τελούντα οφείλεται και σε απόλυτους πολιτικούς λόγους της απόλυτα τεταραγμένης περιόδου 1955-1959 και ασφαλώς στο καθαρά επιστημονικό γεγονός ότι τα δικαστήρια της τότε εποχής ήταν κατοχικά άρα παράνομα και ανυπόστατα αφού δεν συγκροτήθηκαν μέσα από νόμους της ίδιας κοινωνίας που αφορούσαν, αλλά από «νόμους» του δυνάστη τον οποίο δυνάστη μισούσε σφόδρα η κοινωνία εξ ού και τον εξεδίωξε κακήν κακώς και συνάμα δεν συνεκροτούντο υπό σύνθεση φυσικών δικαστών (ήτοι εδίκαζαν τον κόσμο μας μή φυσικοί δικαστές κατά παράβαση της εκ των ούκ άνευ ΑΠΟΛΥΤΗΣ σχετικής αρχής δικαίου περί του φυσικού δικαστού). Απλά τα τότε δικαστήρια ήθελαν να εξυπηρετούν και εμπεδώνουν την αποικιοκρατική καθεστηκυϊα τάξη και «εν τους έκοφτεν για τον πολίτη». Και για να πείσουμε και τον τελευταίο αμφισβητία: υπάρχει άνθρωπος σ΄αυτόν τον τόπο που μιλά Ελληνικά και μπορεί να ξεχάσει τον παράνομο Εγγλέζο δικαστή B.V. Shaw του δήθεν «ειδικού» ψευδο-δικαστηρίου Λευκωσίας ο οποίος στις 25/2/1957 στην ψευδο-ποινική υπόθεση υπ΄αρ. 666/57 κατεδίκασε σε θάνατο τον δεκαοκτάχρονο Ευαγόρα Παλληκαρίδη εκ Λυσού Πάφου (τον οποίο οι ανακριτές είχαν ήδη τυφλώσει από τα βασανιστήρια κατά την κράτηση) για μεταφορά πάνω σε γαϊδούρι οπλοπολυβόλου «Μπρεν» 0,303’’ όχι μόνο μή έμφορτου, αλλά και λυμένου, ήτοι σε μή λειτουργική κατάσταση και ο οποίος B.V. Shaw είχε το θράσος να γράψει καταληκτικά στην μονοσέλιδη του καταδικαστική ανομία « ο Θεός να φανει ίλεως σε σένα»;

Συνεπώς εμείς θεωρούμε ότι με την νομικοφιλοσοφική λογική της δευτεροβάθμιας απόφασης Νικολεττίδη, η καθαρότητα και γνησιότητα του ανακριτικού έργου και το αληθές πόρισμα δεν είναι ηθικά γνήσια και νομικά σωστά εξασφαλισμένα ώστε να παρουσιαστούν και «να σημειωθούν ως τεκμήρια» στα εντεταλμένα προς τούτο όργανα της κοινωνίας ήτοι στα δικαστήρια αφού αυτό το ανακριτικό/καταληκτικό έργο μοιάζει τόσο μολυσμένο όσο το νερό που κατά καιρούς πωλείται στον κόσμο δηλητηριασμένο με διάφορα βλαβερά για την υγεία βαρέα μέταλλα και επιβλαβείς μικροοργανισμούς και το οποίο νερό βεβαίως κανείς δεν θα ήθελε ποτέ να πιεί. Δεν θα ήταν συνεπώς ασέβεια προς την Θέμιδα ένα δικαστήριο να αποδεχτεί ένα μολυσμένο ανακριτικό έργο και ύψιστη ύβρις στην πορεία να το θέσει στην ζυγαριά της;

Για να θέσουμε το θέμα ολικά:

α) Δεν ισχυριζόμαστε ότι αυτό είναι φαινόμενο επιδημιολογικά διαδεδομένο στην αστυνομία μας, το έργο της οποίας εκτιμούμε. Ομως αυτό δεν σημαίνει ότι ποτέ δεν συμβαίνει, όταν ακατάλληλα πρόσωπα βρεθούν σε κάποια θέση. 

β) Από την άλλη πάντοτε με πάθος αναζητώντας στην ζωή μας την κοινωνική ισορροπία, την αλήθεια και την εμπέδωση της δικαιοσύνης δεν ισχυριζόμαστε ότι η αστυνομία πρέπει να είναι αδικαιολογήτως και βλακωδώς «μαλακτή» για τον πολύ απλό λόγο ότι τότε οι παράνομοι θα μας πυροβολούσαν μέσα στους δρόμους. Εμείς θεωρούμε ότι η αστυνομία ασφαλέστατα πρέπει να είναι σεβαστή και συνάμα εξ ιδίοις αυστηρή στο καθήκον της, όμως αυτή η αυστηρότητα απαρεγκλίτως θα πρέπει να εξαντλείται εντός και όχι εκτός ή πέραν των πλαισίων του νόμου. 

Το ασχημότερο από όλα – ατυχία – :

φανταστείτε να τις «φάει» ένας εντελώς άσχετος με το υπό διερεύνηση αδίκημα.(Συνέβη πάρα πολλές φορές).

Ιδού στην πράξη ένα θλιβερό για την κοινωνία και προσβλητικό για την δικαιοσύνη μας περιστατικό, το οποίο προέκυψε μέσα από τις πρακτικές επιπτώσεις του καθ΄ημάς εξωλογικού νομικού φαινομένου «απλώς ακούει» ο δικαστής: στις αρχές της δεκαετίας του 90 κρατούμενος από χωριό της Λεμεσού «παραδέκτηκε» ληστεία που ΔΕΝ έκανε μετά από κακοποίηση του από την αστυνομία. Όταν τον προσήγαγαν οι αστυνομικοί στο δικαστήριο ήταν ένα ράκος, δεν μπορούσε να περπατήσει και υποβαστάζετο από αυτούς. Κατά την διαδικασία το δικαστήριο «απλά άκουε».

Στην πορεία τυχαία (ευτυχώς) βρέθηκαν οι δύο πραγματικοί ληστές μέσα από το τεκμήριο μιας απόδειξης σε ρούχα καθαριστηρίου. 

Ερώτημα: ποιά η αξία της δικαιοσύνης και ποιά η εμπιστοσύνη της κοινωνία μας προς αυτήν αν δεν ανευρίσκονταν τυχαία -επαναλαμβάνουμε τυχαία – στοιχεία της αθωότητας του ανθρώπου αυτού; Μα αν θέλαμε η δικαιοσύνη να απονέμεται μέσα από τυχαία γεγονότα η Θέμιδα δεν θα ήταν συμβολίζετο με κλειστά μάτια, ζυγαριά και σπαθί αλλά με «καζαντί». (*1)

Μα δεν είναι ύψιστο καθήκον των δικαστηρίων η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Αρα λοιπόν δεν είναι απορρέουσα υποχρέωση των δικαστηρίων στο μέτρο της νομιμότητας να εισέρχονται σε ενδότερο έλεγχο των ανακριτικών/αστυνομικών διαδικασιών ειδικά για το θέμα που εξετάζουμε; Μα αν δεν το πράξει αυτό το δικαστήριο – δηλαδή να ελέγξει το θέμα αυτό ως οφείλει – είναι σαν να αποδέχεται κάποιος να οδηγήσει ένα αυτοκίνητο χωρίς να ελέγξει με άμεσο ή έμμεσο ή άλλον δραστικό και αξιόπιστο τρόπο την τεχνική και μηχανολογική κατάσταση του, άρα αν το οδηγήσει χωρίς τον έλεγχο αυτόν, πιθανόν να τεθεί τόσο ο ίδιος όσο και άλλοι άνθρωποι σε κίνδυνο.

Συνεπώς ποιά η διαπλαστική του δικαίου νομολογιακή αξία της ύπερθεν δευτεροβάθμιας αυτής εντολής όταν το δικαστήριο «δεν αποφαίνεται επί του θέματος της κακοποιήσεως αλλά απλώς ακούει δια να δυνηθεί να ενασκήσει την διακριτική του ευχέρεια»; Και τί ακριβώς θα προκύψει από την εκ των υστέρων ασκηθησόμενη «διακριτική ευχέρεια» ειδικά αν εν τω μεταξύ ο κρατούμενος υπό την ψυχική πίεση και την σωματική βία υπογράψει κάθε παλιοχαρτί μολυσμένης ηθικονομικά ομολογίας; Και ας κάτσει μετά ο κρατούμενος με τον δικηγόρο του να «λαγκοδέρνει» για να ανατρέψει την ισχύ του χαρτιού αυτού μέσα από δίκη εντός δίκης και άλλα διάφορα χωρίς νόημα νομικά άλματα, με σκοπό να βρει το δίκαιο του. 

Μια ακόμη πολύ σχετική σημείωση-

την οποία ακόμη και νομικοί ή δεν έχουν την γνωστική επάρκεια να την καταλάβουν ή δεν έχουν την απαραίτητη νομική παιδεία και κατ΄επέκταση νομική αντίληψη ώστε να την αποδεκτούν:

το γεγονός ότι κάποιος ύποπτος δεν «μιλά» αυτό δεν μπορεί νομικά σε καμία περίπτωση να ερμηνεύεται ότι ο συγκεκριμένος ύποπτος δεν συνεργάζεται με την αστυνομία, αφού το δικαίωμα να μήν μιλήσειξεκινά από την πρόνοια του νόμου Κεφ. 155 την οποία υποχρεωτικά υλοποιεί ο ίδιος ο αστυνομικός από την πρώτη του επαφή με τον ύποπτο. Ετσι ο αστυνομικός εκ του νόμου είναι υποχρεωμένος με βάση το άρθρο 8 της ποινικής δικονομίας Κεφ.155 (στο οποίο άρθρο ενσωματώνονται οι κανόνες των δικαστών) να επιστήσει την προσοχή του ύποπτου στον νόμο με την απαραίτητη «προειδοποίηση»(caution) που περιέχεται στο λεκτικό του δεύτερου κανόνα των δικαστών λέγοντας του καθαρά: «δεν είσαι υποχρεωμένος να πείς οτιδήποτε εκτός εάν το επιθυμείς». Το δικαίωμα της σιωπής εξακολουθεί να παραμένει ακέραιο και να ευρίσκεται εν ζωή σε όλη την διαδικασία της ανάκρισης. Μάλιστα απαιτείται όπως το δικαίωμα να μήν μιλήσει κάποιος πολίτης απαραίτητα να καταγράφεται στην φόρμα της ανακριτικής κατάθεσης. Αρα κακώς η αστυνομία δηλώνει στις τηλεοράσεις «μή συνεργασία του υπόπτου» ένεκα σιωπής, αφού απλά με την σιωπή του ο ύποπτος ασκεί δικαίωμα απορρέον εκ του νόμου. Συνεπώς από πότε η συμβάδιση με τον νόμο αποτελεί αρνητικό στοιχείο; (*2)

Κανόνες και σκέψεις που βοηθούν στην επιτυχία.

Για να κερδίσεις μια δικαστική μάχη δεν αρκεί μόνο να έχεις δίκαιο αλλά εξαρτάται και από το πώς θα παρουσιάσεις την υπόθεση σου.

  • Πρώτος και βασικός κανόνας: αν κρίνετε ότι όντως εκ των στοιχείων και περιστατικών δικαιολογείται κάποιας χρονικής διάρκειας κράτηση διαπραγματευτείτε με την πλευρά της κατηγορούσης αρχής στα πλαίσια της λογικής το χρονικό διάστημα της αιτούμενης κράτησης. Είναι δέκα φορές καλύτερα για τον πελάτη σας να συμφωνηθεί (αν βέβαια εύλογα υπάρχει τέτοιο περιθώριο) ένα αντικειμενικά λογικό χρονικό διάστημα κράτησης με την άλλη πλευρά, παρά να μπείτε σε μια χωρίς νόημα διαδικασία ακρόασης με άγνωστα (βλέπε συνήθως αρνητικά) αποτελέσματα. 
  • Μήν ξεχνάτε ποτέ ότι για να υπάρχει ύποπτος υπάρχει έγκλημα, άρα υπάρχει παραπονούμενος (οι). Συνεπώς σκεφτείτε τον παραπονούμενο, δηλαδή τον άνθρωπο αυτό που υπέστη κάποια ποινικού βαθμού βλάβη και απλά ζητά δικαίωση. Θα μπορούσε να είσασταν εσείς στην θέση του προσώπου αυτού που αναζητά δικαίωση και δεν θα βλέπατε με απολύτως καμία χαρά κάποιον δικηγόρο να κάνει «εξυπνάδες» σε βάρος σας. 
  • Αστυνομία: Από την αστυνομία οι απλοί και έντιμοι άνθρωποι περιμένουν σχεδόν ΤΑ ΠΑΝΤΑ: όταν η γιαγιά μου το 1974 στην Λάπηθο είδε τα εχθρικά αεροπλάνα να πολυβολούν είπε: «μα έν έσιει αστυνομίαν;» Ολοι, μα όλοι μας ναι, έχουμε απαιτήσεις από την αστυνομία, ζητούμε την βοήθεια και την προστασία της και όλοι σ’ αυτήν καταφεύγουμε. Αρα λοιπόν αφού έχουμε απαιτήσεις από την αστυνομία γιατί να είμαστε εχθρικοί έναντι της; Γιατί να μην την σεβόμαστε; Ποιός μπορεί να παραβλέψει το γεγονός ότι η κοινωνία απαιτεί από την αστυνομία, άρα και εμείς με την σειρά μας ως μέλη της κοινωνίας απαιτούμε από την αστυνομία και σ΄αυτην θα προστρέξουμε αν μας συμβεί κάτι; Για το θέμα αυτό καλείστε να ξεπεράσετε τους μύθους της χιουμορίστικης διάστασης και μήν την υποτιμάτε διότι οι αστυνομικοί δεν είναι καθόλου «βλάκες» όπως μας υποβάλλουν κάποιες σατυρικές εκπομπές. Αν υπάρχουν «βλάκες» ή και «μαύρα πρόβατα» στην αστυνομία, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι όλοι οι αστυνομικοί έτσι, άρα ας μήν το εξογκώνετε και ας μήν το απομονώνετε, αλλά συνάμα και ας μήν το γενικεύετε, αφού αυτό συμβαίνει π.χ. και με την οικογένεια των δικηγόρων, π.χ. των ασφαλιστών π.χ. των γιατρών και μάλλον το ίδιο συμβαίνει με όλες τις επαγγελματικές οικογένειες.
  • Από την άλλη όμως αν η αστυνομία είχε πάντα δίκαιο απλά δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη ύπαρξης δικαστηρίων, αφού και θα διερευνούσε και θα δίκαζε τις υποθέσεις μόνη της η ίδια η αστυνομία. Σκεφτείτε ότι υπάρχουν πολλοί εμπλεκόμενοι: υπάρχει παραπονούμενος, υπάρχει ύποπτος, υπάρχουν ανακριτές, υπάρχουν μάρτυρες, υπάρχει δικαστήριο όμως πάνω από όλα υπάρχουν οι υπέρτατες αξίες του δικαίου και της αλήθειας για τις οποίες καλείται ο δικηγόρος να πολεμήσει ώστε να τηρηθούν οι νομικές και ηθικές ισορροπίες. Συνεπώς ο δικηγόρος ασκεί κυρίαρχο ρόλο στην όλη διαδικασία. 
  • Να είστε μαχητικοί, αφοσιωμένοι, ακλόνητοι και ταγμένοι στην αλήθεια και το δίκαιο, στοιχεία τα οποία θα καταλήξουν ασφαλώς στο δίκαιο του πελάτη σας.
  • To να είστε όμως μαχητικοί αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είστε εχθρικοί προς το δικαστήριο, ούτε βεβαίως και προς την εισαγγελία. Συνεπώς να διαχωρίσουμε τα πράγματα και να τα βάλουμε στην θέση τους: είναι άλλο πράγμα η μαχητικότητα και άλλο η εχθρικότητα. Μήν ξεχνάτε ποτέ ότι ο δικαστής κάνει το καθήκον του και δείξτε κατανόηση προς την αυστηρότητα και ενίοτε «σκληρότητα» του, ένας λόγος παραπάνω που μέχρι χθές ήταν μαζί σας δικηγόρος άρα στην θέση του θα μπορούσατε να είστε και εσείς αλλά συνάμα και η άλλη πλευρά, η εισαγγελία/αστυνομία, επίσης κάνει το δικό της για την προστασία της κοινωνίας ιερό καθήκον. 
  • Εφαρμόστε με τέχνη την διαλεκτική του Σωκράτη, ώστε μέσα από τις σωστές ερωτήσεις σας να εκμαιεύσετε τις απαντήσεις εκείνες που θα σας οδηγήσουν στην ανίχνευση της αλήθειας. 
  • Οι ερωτήσεις σας προς τους μάρτυρες να είναι έξυπνες μεν και δραστικές, όμως απλές και κατανοητές για να έχουν την δύναμη να οδηγήσουν στην ουσία του θέματος ώστε να διαφανεί η αλήθεια. Πρέπει ακόμη να είναι εύστοχες και ουσιαστικές με στόχευση τα σημεία εκείνα που με το καταληκτικό προϊόν της αντεξέτασης θα ωφελέσουν τον πελάτης σας. Σε καμία περίπτωση οι ερωτήσεις, υποβολές, εισηγήσεις, σκέψεις και νομικά επιχειρήματα να είναι ανόητες, περιττές και φάνφαρες κινήσεις κουτοπόνηρου εντυπωσιασμού, διότι απλά η μοναδική εντύπωση που θα αποκομίσετε τόσο από την έδρα, όσο και από την άλλη πλευρά αλλά ασφαλώς και από το ακροατήριο θα είναι αρνητική και μάλλον ειρωνική. Οι «σπουδαίοι» δικηγόροι δεν είναι αυτοί που κάνουν επίδειξη αχρείαστου στόμφου και ανώφελης εξυπνάδας. Πραγματικά σπουδαίοι δικηγόροι είναι αυτοί οι οποίοι με υψηλή επαγγελματική γνώση και τεχνική παρουσιάζουν την υπόθεση τους πάντοτε με οδηγό τους τις αρετές της σοβαρότητας και της σεμνότητας και, ναι, αναδεικνύονται στα μάτια όλων ως άξιοι σεβασμού και ως πραγματικά δυνατοί.
  • Ποτέ να μήν υποβάλλετε ερώτηση χάριν της ερώτησης. Κάνουν χείριστη εντύπωση οι άσφαιρες και άνευ ουσίας άσκοπες ερωτήσεις. Αν σας τελείωσαν …οι ιδέες απλά μήν υποβάλετε καμία άλλη ερώτηση- αυτό θα είναι απείρως καλύτερο. 
  • Μήν υποβάλλετε ποτέ μα ποτέ ξανά την ίδια ερώτηση. Προσφιλής δυστυχώς τακτική σε τινές δικηγόρους, όμως άκρως άσχημη και πολύ χειρότερη κατάσταση και από την πιο πάνω περίπτωση(9).
  • Μήν παραλείπετε ποτέ μέσα βεβαίως στα πλαίσια υποστήριξης του πελάτης και παρά την κάθε ένταση και φόρτιση του κλίματος να είστε εν γένει θετικοί και ευπροσήγοροι στην όλη διαδικασία.
  • Και ένα ακόμη λάθος τινών δικηγόρων: μέσα στην επίμοχθη προσπάθεια και την ψυχική ένταση που πιθανόν να σας επιφέρει η όλη διαδικασία (αλήθεια ποιό επάγγελμα δεν προκαλεί ένταση ώστε να εξαιρούνται οι δικηγόροι;) μήν κάνετε ΠΟΤΕ το άκρως αντινομικό λάθος να αποκαλέσετε επιβαρυντικά τον ύποπτο πελάτης σας ως «κατηγορούμενο». Διότι απλά τώρα είναι ύποπτος. 
  • Σε περίπτωση που η αίτηση για διάταγμα κράτησης εγκριθεί και ο ύποπτος τεθεί υπό νόμιμη κράτηση μήν λέτε ποτέ την αντινομική λέξη/φράση «φυλακίστηκε, ενεκρίθη διάταγμα φυλάκισης, εκρίθηκε προφυλακιστέος/ προφυλακίστηκε» και άλλα α- νομικά, διότι απλά η φυλάκιση ή προφυλάκιση υπόπτου διαρκούσης διαδικασίας/αίτησης προσωποκράτησης είναι ανύπαρκτη νομική έννοια στο νομικό μας σύστημα. Υπάρχει όμως στο Ηπειρωτικό σύστημα της Ελλάδας. Η φυλάκιση στο δικό μας Αγγλοσαξωνικό σύστημα (το οποίο όταν το κοιτάξουμε σε επιστημονικό βάθος στην πράξη είναι μικτό, αφού φέρει πλείστα ουσιώδη στοιχεία του Ηπειρωτικού δικαίου) αφορά ποινή κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας(παραδοχής ή μή παραδοχής) τελεσίδικη καταδικαστική, πρωτοβάθμιου/δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, απόφαση. Επομένως στην περίπτωση που εξετάζουμε υπάρχει απλά κράτηση, ήτοι ο ύποπτος ετέθη υπό κράτηση με δικαστικό διάταγμα μέχρι το πέρας της αστυνομικής έρευνας (και μετά βλέπουμε) και για να το πούμε πιό απλά δεν πήγε φυλακή ο ύποπτος, μή παύοντας ποτέ να κατέχει το ύψιστο νομικό ευεργέτημα του τεκμηρίου της αθωότητας συνεπώς υπάρχει προς όφελος του ζώσα πιθανότητα να αθωωθεί με το πέρας της ποινικής δίκης.
  • Η όλη προσπάθεια του δικηγόρου στην διαδικασία προσωποκράτησης πρέπει να επικεντρώνεται με δύναμη στην υποστήριξη του δικαίου του πελάτη του, όπου το οικονομικό στοιχείο δεν θα αποτελεί αυτοσκοπό αλλά ισορροπημένο και λογικό μέσο. 
  • Ο δικηγόρος χρειάζεται όσο κανείς άλλος επαγγελματίας ψυχικά και ηθικά εφόδια. Τα άϋλα αυτά εφόδια του δικηγόρου δεν είναι τίποτε άλλο από την προσωπική τιμιότητα και την πίστη σε τρία σημεία:

α) στην αθωότητα του πελάτη του, 

β) στις νομικές του γνώσεις και δυνατότητες (όμως με σεμνότητα), 

γ) στην επιτυχία της υπόθεσης του.

Συνεπώς θα έχετε πολύ περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας αν πρώτα εσείς οι ίδιοι έχετε μέσα σας πίστη για το δίκαιο του πελάτης σας και ασφαλώς πίστη στον εαυτό σας, άρα λοιπόν με την σειρά σας την πίστη αυτή θα την μεταδώσετε όσο μπορεί να μεταδοθεί εκεί που πρέπει μέσα από τις αόρατες εσωτερικές, αλλά εντελώς υπαρκτές δυνάμεις του καλού. Αντιθέτως, αν υπάρχει μέσα σας η κατάσταση μή πίστης στην αθωότητα του πελάτη σας και προπάντων μή πίστης στον εαυτό σας, δεν θα έχετε και πολλές πιθανότητες να μεταδώσετε οτιδήποτε θετικό (ανύπαρκτο) για να βοηθηθεί ο πελάτης σας όσο…σπουδαίος δικηγόρος και αν είστε. (*3)

Καλή επιτυχία.

Καλή επιτυχία στην δικαιοσύνη. 

«Εις νόμος απαιτείται εις αυτήν την χώραν, ο οποίος να επιτάσσει την εφαρμογήν όλων των υπολοίπων.» 

Εμμανουήλ Ροϊδης.

Συγγραφέας.

*1 Σε καμία περίπτωση να μήν θεωρηθεί ότι ο γράφων με τις απόψεις αυτές πρόσκειται στην πλευρά της αντιπαλότητας με την αστυνομία της οποίας το έργο εκτιμά. Απλά είναι της άποψης ότι όταν μιλάμε νομικά πρέπει να είμαστε σωστοί. 

*2 Αν κάποιος από το σημείο αυτό ή και μέσα από το σύνολο του παρόντος άρθρου αντιλήφθηκε ροπή του γράφοντος προς τον αδικοπραγήσαντα και την παρανομία, έχει μέγα λάθος. 

Αντίθετα

ο γράφων βρίσκεται με το μέρος της νομιμότητας και ταπεινός μαχητής στο μετερίζι της πάταξης της παρανομίας όμως να διαχωρίσουμε τα πράγματα –

οδηγός μας θα πρέπει να είναι όχι η εμπάθεια και η κακοπιστία αλλά το δίκαιο και ο νόμος. 

*3 Ολα αυτά ισχύουν κατ΄αναλογίαν σε κάθε υπόθεση.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: ,