Ανάκληση διαβατηρίων: Νομικό κενό ή νομικά προσχήματα;

Η Νομική Βάση

Έχει διαπιστωθεί εκτεταμένη δημόσια διαβούλευση και αρθρογραφία τόσο από συντάκτες όσο και από νομικούς που παρουσιάζει και αναλύει, σε πολλές περιπτώσεις υπό μορφή γνωμάτευσης, το νομικό κενό που φαίνεται να εντοπίζεται στον Περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμο Ν.141(Ι)/2002 (εφεξής αναφερόμενος ως ο «Νόμος») – και δη των εδαφίων 2 και 3 του άρθρου 113 – εν σχέσει με την δυνατότητά  τους, να αποστερήσουν από πρόσωπο την ιδιότητα του πολίτου της Δημοκρατίας, η οποία αποκτήθηκε μέσω τιμητικής πολιτογράφησης (βλ. αρ. 111Α του Νόμου).

Δια ενεστώτως σκοπού, ήτοι δια απόφανση επί της επάρκειας του Νόμου και των προαναφερθέντων εδαφίων, ιδιαίτερης μνείας θα πρέπει να τύχει η νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου της Κύπρου περί της ερμηνείας νομοθεσιών.

Προ της αναφοράς και παραπομπής στην προσέγγιση του Ανώτατου Δικαστηρίου της Κύπρου με σκοπό την αποσαφήνιση της ερμηνείας που μπορεί αυτό να δώσει στις πρόνοιες της νομοθεσίας, θα ήταν χρήσιμο να διευκρινιστεί πως οι περιπτώσεις για τις οποίες εξετάζεται η ανάκληση δεν μπορούν να τύχουν καθολικής αντιμετώπισης και αυτές θα πρέπει να διαχωριστούν σε δύο κατηγορίες:

1.στις περιπτώσεις όπου επενδυτής έλαβε την έγκριση για πολιτογράφηση στη βάση αίτησης που έγινε με δόλιο τρόπο και/ή δια ψευδών παραστάσεων. Αυτό λοιπόν αφορά το χρόνο κατά τον οποίο η αίτηση υπεβλήθη και ενδεχομένως τον χρόνο κατά τον οποίο η αίτηση τύγχανε εξέτασης από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, και

2.στις περιπτώσεις όπου η ανάκληση θα μπορούσε να βασιστεί στο άρθρο 113 εδ.(3)α-γ του Νόμου, εφόσον το άρθρο 111Α (που αφορά τις τιμητικές πολιτογραφήσεις) δεν απουσίαζε, εκ παραδρομής όπως φαίνεται, από τις αναφορές εφαρμογής του 113(3) (που αφορά τις ανακλήσεις).

Επομένως, θα ήταν ορθό να αναφερθεί πως το όποιο κενό στη Νομοθεσία, αν τελικά κριθεί ότι υπάρχει, αφορά αποκλειστικά και μόνο τη νομική βάση για ανάκληση της πολιτογράφησης για εκείνους που σε χρόνο μεταγενέστερο της πολιτογράφησης «καταδικάστηκαν σε οποιαδήποτε χώρα σε φυλάκιση για ιδιαιτέρως ειδεχθές αδίκημα ή για αδίκημα που ενέχει ηθική αισχρότητα, νοουμένου ότι η εν λόγω καταδίκη αφορά αδίκημα το οποίο αποτελεί και στη Δημοκρατία αδίκημα το οποίο είναι ιδιαιτέρως ειδεχθές ή ενέχει ηθική αισχρότητα και το οποίο επισύρει ποινή φυλάκισης» (113 εδ. 3γ), δηλαδή στη δεύτερη από τις παραπάνω περιπτώσεις.

Όσον αφορά όσους έλαβαν πολιτογράφηση στη βάση ψευδών παραστάσεων, δηλαδή αυτούς που εμπίπτουν στη πρώτη κατηγορία, φαίνεται να μην υπάρχει κενό αφού προβλέπεται σε σχετική πρόνοια της νομοθεσίας η οποία δεν συνδέεται άμεσα με όσους πολιτογραφήθηκαν στη βάση του 111Α, δηλ κατ’ εξαίρεση, όμως συνδέεται με το στοιχείο του «καλού χαρακτήρα» που είναι προϋπόθεση άμεσα συνδεδεμένη με το 111Α. Συγκεκριμένα το άρθρο 111Α εδ.(2) προβλέπει σε συγκεκριμένες εξαιρέσεις που αφορούν την εφαρμογή του άρθρου 111, πιο συγκεκριμένα ως προς τις προϋποθέσεις προηγούμενης διαμονής στη Δημοκρατία ((1)(α), (1)(β) και (1)(δ) του Τρίτου Πίνακα), πρόνοια που βεβαιώνει την διατήρηση της προϋπόθεσης του (1)(γ) του Τρίτου Πίνακα στις περιπτώσεις πολιτογραφήσεων με βάση το 111Α και αφορά τον καλό χαρακτήρα του ενδιαφερομένου.

Επιπλέον, βάση για την ανάκλησή τους μπορεί να αποτελέσει το Άρθρο 113(2) του Ν.141(Ι)/2002, το οποίο αναφέρεται σε ανάκληση πολιτογράφησης γενικά και όχι σε ανάκληση πολιτογράφησης συγκεκριμένου είδους (εν αντιθέσει με το Άρθρο 113(3) του  Ν.141(Ι)/2002 που -μάλλον εκ παραδρομής δεν έχει τροποποιηθεί κατά τη τροποποίηση δια της οποίας εντάχθηκε στο Νόμο το 111Α- αναφέρεται μόνο σε πολιτογραφήσεις δυνάμει των Άρθρων 110(2) και 111 του Νόμου, με αποτέλεσμα να μην καλύπτει τις τιμητικές λόγω επενδύσεων πολιτογραφήσεις του Άρθρου 111Α του Νόμου.

 «Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί με Διάταγμα να στερήσει οποιοδήποτε τέτοιο πολίτη από την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας εάν ικανοποιηθεί ότι η εγγραφή ή το πιστοποιητικό πολιτογράφησης αποκτήθηκε με δόλο, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος».

Το μόνο, λοιπόν, που θα πρέπει να θεμελιωθεί προκειμένου να χρησιμοποιηθεί το Άρθρο 113(2) του Νόμου για την ανάκληση των επίμαχων πολιτογραφήσεων, είναι ένα καθήκον αποκάλυψης και/ή μη απόκρυψης, κατά τον χρόνο υποβολής και/ή εξέτασης των σχετικών αιτήσεων πολιτογράφησης, των στοιχείων που μας οδηγούν -ως Κράτος- σήμερα να θέλουμε να τις ανακαλέσουμε.

Διεθνές Πλαίσιο

Σε διεθνές επίπεδο, δια παρόντες σκοπούς θα υιοθετηθεί μια διττή προσέγγιση, δηλαδή αναφορά θα γίνει, αφενός, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ιθαγένεια του 1997, η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2000 – δυστυχώς δεν έχει υπογραφεί από την Κύπρο- και αφετέρου, στην  Συνθήκη για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ).

Η πρώτη προνοεί, inter alia, ότι «Τα κράτη μέρη δεν μπορούν να προβλέπουν στην εσωτερική τους νομοθεσία για την αυτοδίκαιη απώλεια της ιθαγένειας ή για την απώλεια της ιθαγένειας βάσει κρατικής ενέργειας εκτός από τις περιπτώσεις:

….

β. κτήσης της ιθαγένειας του Κράτους μέρους με απατηλή ενέργεια, βάσει πλαστών πληροφοριών ή απόκρυψης σημαντικών στοιχείων από τον αιτούντα,

….

δ. συμπεριφοράς που πλήττει σοβαρά τα ζωτικά συμφέροντα του Κράτος μέρους,…..»

Εκ της ανωτέρω αποσπασματικής αναφοράς, έπεται ότι το άρθρο 113 και η Ευρωπαϊκή Συνθήκη του 1997 περιέχουν ταυτόσημες περιπτώσεις αποστέρησης της ιθαγένειας – καίτοι δεν παραβλέπεται ότι η ημεδαπή νομοθεσία, σε αντιδιαστολή με την ρηθείσα Συνθήκη,  ουδόλως απαγορεύει την αποστέρηση της ιθαγένειας όταν αυτή οδηγεί σε ανιθαγένεια του επηρασθέντος προσώπου.

Αναφορικά με την ΣΛΕΕ, τονίζεται ότι η το ζήτημα της ιθαγένειας ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών (βλ. άρθρα 3-6 – τονίζουν αρμοδιότητες της ΕΕ- και Δήλωση Αρ.2 προσαρτημένη επί της Τελικής Πράξης της ΣΕΕ.)

Περαιτέρω, τονίζεται ότι ένεκα της συμπλοκής υπηκοότητας κράτους μέλους  και υπηκοότητας της ΕΕ (βλ. κατ’ αναλογία το άρθρο 20 ΣΛΕΕ), το ζήτημα της απώλειας ιθαγένειας κράτους μέλους και, κατά συνέπεια, ιθαγένειας ΕΕ, απασχόλησε το ΔΕΕ σε κάποιες υποθέσεις.

Δέον είναι να αναφερθεί η Rottmann ν. Freistaat Bayern C‑135/08 όπου μεταξύ άλλων λέγεται πως σε περίπτωση απατηλής κτήσης από ένα πρόσωπο της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους, το τελευταίο μπορεί σύμφωνα με το εθνικό του δίκαιο να του στερήσει αυτήν και τούτο δεν αντίκειται στο δίκαιο της ΕΕ, ακόμη κι αν το επηρεασθέν πρόσωπο μένει χωρίς ευρωπαϊκή ιθαγένεια και/ή χωρίς ιθαγένεια γενικώς.

Εθνικό πλαίσιο: Η Ερμηνεία του Νόμου δια της νομολογιακής προσέγγισης

Η ερμηνεία της νομοθεσίας είναι έργο εναποτιθέμενο, αποκλειστικά, στα δικαστήρια (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ζαβαλλή (1999) 2 Α.Α.Δ. 531). Κατά την ενάσκηση αυτής της δικαιοδοσίας, τα δικαστήρια, κινούμενα υπό την ανάγκη ανεύρεσης της πρόθεσης του νομοθέτη (βλ. Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 59 και Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86), ανέπτυξαν διάφορους κανόνες ερμηνείας (canons of construction). 

Ειρήσθω εν παρόδω, προμηνύεται ότι τα δικαστήρια δεν αρύονται καθοδήγησης για την ερμηνεία της νομοθεσίας εκ των προηγηθεισάντων της θέσπισης της,  διαβουλεύσεων των αντιπροσώπων στη Βουλή, πόσο μάλλον δε διαβουλεύσεων σε ακόμη πιο πρώιμο στάδιο  (βλ. Κυπριακή Δημοκρατία ν. Ανδρέα Σωτηρίου κ.ά., Απόφαση ημερ. 20.11.15).  

Αρχικά, επιστέφοντας στο δια ταύτα, τονίζεται ότι,  όπου το λεκτικό της νομοθεσίας είναι σαφές, τότε θα πρέπει να εφαρμόζεται ως έχει (βλ. μεταξύ άλλων Κωνσταντινος Κυριακιδης (2012) 1 Α.Α.Δ. 1164). Υπό αυτήν την περίσταση δεν επιτρέπεται, δηλαδή, απόκλιση από το γράμμα της Νομοθεσίας (βλ. Κωνσταντίνου  ν. Αντωνιάδη  (1998) 1 Α.Α.Δ. 120 και Διοικητικό Συμβούλιο Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων ν. Αντωνιάδη (2000) 1 Α. Α. Δ. 1915.) , ή άλλως, το λεκτικό αυτής και η πρόθεση του νομοθέτη είναι ένα και το αυτό (βλ. Income Tax Commissioners v. Pemsel [1891] A.C. 531, 543, Copper v. Baldwin [1965] 2 Q.B. 53, 61, Siman (No. 2) v. Municipality of Famagusta (1972) 3 C.L.R. 329Cyprus Cement Co. Ltd v. Republic (1974) 3 C.L.R. 514).

Μολαταύτα, στην πιο πάνω περίπτωση , το δικαστήριο θα αποδώσει την «φυσική και συνηθισμένη έννοιά [των λέξεων] και η πρόθεση του Νομοθέτη, σε τέτοια περίπτωση, εξάγεται από αυτές και δεν συντρέχει κανένας λόγος αναφοράς σε οποιοδήποτε άλλο ερμηνευτικό κανόνα για εξακρίβωση των προθέσεων του νομοθέτη» (βλ. Δημοκρατία v. Καυκαρή κ.ά. (1988) 2 C.L.R. 124 και Silvano κ.ά. v. Αστυνομίας (1996) 2 Α.Α.Δ. 25).

Όπου, όμως, η γραμματική ερμηνεία δεν είναι ξεκάθαρη, τότε, η ερμηνεία της υπό κρίσης νομοθεσίας ή εδαφίου,  συναρτάται με την ανάγκη ή το κακό που σκόπευε να θεραπεύσει ανάλογα της περίπτωσης  – βαρύνουσας σημασίας, δηλαδή, είναι ο σκοπός της Νομοθεσίας (βλ. Ράφτης ν. Δημοκρατίας κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) –  και το δικαστήριο, εν τοιαύτη περιπτώσει, δύναται να εξετάσει ολόκληρο το σχετικό μέρος της νομοθεσίας ή και ολόκληρη την νομοθεσία  (βλ. Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δημοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78). Επί της ανάγκης να λαμβάνεται συνολικά υπόψιν η νομοθεσία κατά την ερμηνεία της, δεν παραγνωρίζεται και προηγηθείσα, χρονολογικά, νομολογία (βλ.. μεταξύ άλλων Georghiades v. Republic (1969) 3 C.L.R. 396, P. Katsaras and others v. Republic (1973) 3 C.L.R. 145).

Έπεται, λοιπόν, ότι κατά τις περιπτώσεις όπου το Νομοθέτημα διαπνέεται από λεκτική ασάφεια, τότε υπόψιν λαμβάνεται ο σκοπός του Νομοθέτη , δηλαδή, ως είθισται να λέγεται,  εφαρμόζεται η τελεολογική (teleological ή purposive) προσέγγιση (βλ Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86).

Παρόλα αυτά, ενώ, η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας της νομοθεσίας είναι επιτρεπτή, καίτοι δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της ή τη μεταβολή του κειμένου της (βλ. Χρίστος Κωμοδρόμος (2010) 1 Α.Α.Δ 1093). 

Αξιοσημείωτο επίσης, ότι ένα νομοθέτημα δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που οδηγεί σε άδικα, παράδοξα, παράλογα ή άτοπα αποτελέσματα (βλ, μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (2003) 2 Α.Α.Δ. 82 καιL.S.A. PACKERS & FORWARDERS LTD, (1999) 1 ΑΑΔ 392). Επί τούτου, διατείνομαι δε ότι η ερμηνεία δεν πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να παρατηρείται αντιφατικότητα ( repugnancy) ή ασυνέπεια (inconsistency) μεταξύ όρων του περί ου ο λόγος εδαφίου ή, μεταξύ αυτού και άλλων άρθρων του Νομοθετήματος (βλ. Halsburys Laws of England, 3rd Edn. Vol. 36, p. 395, paragraph 594). 

Επί του πρακτέου, λοιπόν, τα ρηθέντα, κατά την εισαγωγή του παρόντος, εδάφια, προνοούν ως ακολούθως:

1.Το εδάφιο 2 επιτρέπει στο Υπουργικό Συμβούλιο «να στερήσει … την ιδιότητα του πολίτη της Δημοκρατίας εάν ικανοποιηθεί ότι η εγγραφή ή το πιστοποιητικό πολιτογράφησης αποκτήθηκε με δόλο, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος», ενώ,

2.Το εδάφιο 3, παρέχει ταυτόσημη δυνατότητα, όμως, υπό συγκεκριμένες περιπτώσεις που απαριθμεί εξαντλητικά, διαφορετικές αυτών του εδαφίου 2 και, μόνον, για άτομα που έλαβαν την ιδιότητα του πολίτου της Δημοκρατίας, δυνάμει πολιτογράφησης υπό το άρθρο 111 ή εγγραφής υπό το άρθρο 110(2).

Όσον αφορά το εδάφιο 3, ο νομοθέτης έχει ρητώς αναφερθεί στα άρθρα 111 και 110(2) και, συνεπώς, η ενδεχόμενη ερμηνεία δια της οποίας να συμπεριλαμβάνεται η απόκτηση της ιδιότητας του πολίτου ένεκα τιμητικής πολιτογράφησης είναι απομακρυσμένη, αν όχι απίθανη. Έπεται, λοιπόν, ότι η περίπτωση στέρησης ατόμου της ιδιότητας του πολίτου της Δημοκρατίας, η οποία αποκτήθηκε μέσω τιμητικής πολιτογράφησης,  εκπίπτει του άρθρου 113(3). 

Εναπόκειται, επομένως, η ενδεχόμενη στέρηση της εν λόγω ιδιότητας στις πρόνοιες του εδαφίου 2. Στρεφόμενοι στις νομολογιακές αρχές ερμηνείας, τις οποίες προσπαθήσαμε να συνοψίσουμε πιο πάνω – στο εδώ περιορισμένο πλαίσιο, δυστυχώς, ήτο αδύνατο να ανασκοπηθούν εξαντλητικά- αλλά και των δοθέντων παραδειγμάτων, προκύπτει ότι ο όρος πολιτογράφηση απέχει της απλότητας των λέξεων και φράσεων που θεωρήθηκαν ως σαφείς  και ξεκάθαρες (βλ. αποφάσεις Γεωργίου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων (1999) 1 Α.Α.Δ. 384 Κυπριακή Δημοκρατία (Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 96/2012 και 97/2012) ημερ. 20 Νοεμβρίου  2015 και GHALANOS DISTRIBUTORS LTD (2002) 3 Α.Α.Δ. 528). Απότοκο αυτού, είναι η αδυναμία πρόσδοσης του όρου «πολιτογράφηση» της ενδεχόμενης συνήθης ερμηνείας της λέξης. Εν πάση περιπτώσει, ένεκα της ύπαρξης ερμηνευτικής διατάξεως του όρου «πολιτογραφημένο πρόσωπο» -Βλ (άρθρο 2  κάτω) – ίσως η όποια συνήθης ερμηνεία της λέξης πολιτογράφηση να μην προσδοθεί (βλ. Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου (1990) 2 Α.Α.Δ. 86)

Συνεπεία τούτων, περίσκεψης χρήζει η τελεολογική προσέγγιση, εν σχέσει με την οποία το δικαστήριο εξετάζει εν συνόλω τον νόμο προς αποκρυστάλλωση του σκοπού του.

Θεωρούμε λοιπόν ότι ο όρος πολιτογράφηση στο εδάφιο 2 περικλείει τον όρο «τιμητική πολιτογράφηση» και συνεπώς η νομολογιακή ερμηνευτική προσέγγιση περισώζει τον όποιο ισχυρισμό περί ανεπάρκειας ή κακής σύνταξης του άρθρου 113 ή ευρύτερα των σχετικών με τα εδώ αναλυθέντα, προνοιών, του Νόμου – καίτοι δεν παραβλέπεται ότι, σε περίπτωση όπου η εισήγηση μας είναι σωστή, η δυνατότητα αποστέρησης της ιδιότητας του κύπριου πολίτη ένεκα τιμητικής πολιτογράφησης περιορίζεται, μόνον, σε περιπτώσεις όπου αποκτήθηκε με «δόλο, ψευδείς παραστάσεις ή απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος». 

Ο νομοθέτησης, εν προκειμένω, ερμηνεύει την φράση «πολιτογραφημένο πρόσωπο» ως «πρόσωπο το οποίο κατέστη πολίτης της Δημοκρατίας σύμφωνα με τις διατάξεις του … Νόμου» (βλ. άρθρο 2 του Νόμου).

Αυτός δε ο όρος απαντάται, πέραν σαφώς του ερμηνευτικού άρθρου, στο εδάφιο (1) του άρθρου 113. Επί τούτου, επισημαίνεται ότι το εν λόγω εδάφιο παρέχει την δυνατότητα αποστέρησης της ιδιότητας του πολίτου της Δημοκρατίας υπό “διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο αυτό»  – αναφέρεται στο άρθρο 113. Αυτή η πρόνοια, ορώμενη στο πλαίσιο του άρθρου 113 εν συνόλω και λαμβάνοντας υπόψιν την προσφυγή στο ευρύτερο σώμα της νομοθεσίας δια σκοπούς ερμηνείας, δεικνύει ότι τα εδάφια 2 και 3 αποτελούν απλά περιπτώσεις κατά τις οποίες το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να πράξει  τα κατά του εδαφίου (1).

Επομένως, σε συνάρτηση με την επιτακτική ανάγκη η ερμηνευτική προσέγγιση να μην απολήγει σε άτοπα, μεταξύ άλλων, αποτελέσματα και ασυνέπεια ή αντιφατικότητα, τονίζεται ότι, ίσως να συνιστούσε έκδηλη παραβίαση των αρχών αυτών, εάν δια σκοπούς του εδαφίου (1) ο όρος «πολιτογραφημένο  πρόσωπο», ως ερμηνεύεται στο άρθρο (2), περιλάμβανε, αυτούς που καθίστανται «πολίτες της Δημοκρατίας σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου» και, συνεπώς, συμπεριλαμβανομένης και της οδού της τιμητικής πολιτογράφησης, ενώ δια σκοπούς του εδαφίου (2), το οποίο, ως προαναφέρθηκε, αποτελεί μία εκ των περιπτώσεων όπου «πολιτογραφημένο πρόσωπο» δύναται να αποστερηθεί της ιδιότητας του πολίτη της δημοκρατίας, απεκλείοντο, όσοι απέσπασαν την ιδιότητα αυτή δια τιμητικής πολιτογράφησης. 

Επιπλέον, αυτό το ενδεχόμενο, πιθανώς, θα αντέκειτο της εκ νομολογίας αναγκαιότητας, οι ίδιες φράσεις ανά το Νομοθέτημα να τυγχάνουν ίδιας ερμηνείας (βλ. μεταξύ άλλων  Δήμος Λεμεσού ν. Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (1994) 1 Α.Α.Δ. 311, 317, Georghiades v. Republic (1969) 3 C.L.R. 396 Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η έκδοση, σελ. 199 και Odgers Construction of Statutes, 5η έκδοση, σελ. 263). Δια αντίθετης προσέγγισης ρητή νομοθετική παρέμβαση καθίσταται αναγκαία, στην προκειμένη δε περίπτωση ουδεμία τοιαύτη παρέμβαση παρατηρείται.

Δυστυχώς, δεν αναγράφονται στο Νόμο οι σκοποί της θεσμοθέτησης του – σε αντιδιαστολή δες την υπόθεση Στέλιος Κιτρομιλίδης (2009) 2 Α.Α.Δ. 162  όπου αναγράφονταν – και, συνεπώς, μιας και είναι αδύνατη, επίσης, η αναφορά σε κοινοβουλευτικές διαβουλεύσεις ή πρότερες διαδικασίες, ο σκοπός της ισχύος του Νόμου, πέραν της απλής εισηγήσεως ότι σκοπεί στην αποστέρηση της απόκτησης της ιδιότητας του πολίτου της Δημοκρατίας σε περιπτώσεις όπου το δημόσιο συμφέρον ( βλ. εδάφιο 5 του Νόμου) επιτάσσει, δεν τυγχάνει περαιτέρω διεκπεραίωσης – η οποία ενδεχομένως να ερχόταν να επιρρώσει τα συμπεράσματα του παρόντος άρθρου.

Ενόψει των δοθέντων θέσεων πιστεύουμε, ως ήδη αναφέραμε, ότι μονάχα το εδάφιο 2, ίσως, να καλύπτει την περίπτωση τιμητικής πολιτογράφησης με ότι αυτό συνεπάγεται. Αυτό όμως μπορεί να αποτελεί και τη βάση για ανάκληση της πολιτογράφησης ενδιαφερομένων που καταδικάστηκαν μεταγενέστερα της πολιτογράφησης (εφόσον δεν καλύπτεται αυτή η περίπτωση από το 113(3)) καθώς ένα άτομο το οποίο έλαβε την ιδιότητα του Κύπριου πολίτη, μέσω της τιμητικής πολιτογράφησης, και σε σύντομο χρόνο καταδικάστηκε, ενδεχομένως να ήταν εκτεθειμένο σε δικαστικές διαδικασίες πρότερα της πολιτογράφησης του, επομένως αν δεν έχει προβεί στην αποκάλυψη της ύπαρξης τέτοιων διαδικασιών στο πεδίο 28 της αίτησης (Μ127) τότε απέκτησε την ιδιότητα του πολίτη με δόλο ή/και ψευδή δήλωση και, σε τέτοια περίπτωση, οι πρόνοιες του εδαφίου 2 μπορούν να αποτελέσουν ικανοποιητική βάση ανάκλησης καλύπτοντας και τη δεύτερη κατηγορία (ii) των επηρεαζόμενων προσώπων ως διαχωρίστηκαν, για σκοπούς αναφοράς, στην εισαγωγή του παρόντος.

Εισηγήσεις

Πέραν τούτου, σίγουρα ορθό φαίνεται να μπορεί να χρησιμοποιηθεί το Άρθρο 113(3) του Ν.141(Ι)/2002 σε όλες τις περιπτώσεις κατοχής κυπριακής υπηκοότητας, συμπεριλαμβανομένων και αυτών των τιμητικών πολιτογραφήσεων -αλλά και των αποικιακά καταλειπόμενων πολιτογραφήσεων του Άρθρου 110(1) του Νόμου που επίσης εξαιρούνται. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν θα υπάρχει και λόγος ύπαρξης παραγράφου (2) και (3), θα αρκεί μια ενιαία παράγραφος με λόγους που δικαιολογούν την στέρηση της υπηκοότητας. Μάλιστα, θα ανέφερα ως obiter ότι το υφιστάμενο διαφορετικό πεδίο εφαρμογής των δύο άρθρων ενδεχομένως να δημιουργεί και ζητήματα συνταγματικότητας, όπως αντίθεσης στο Άρθρο 28 του Συντάγματος, αφού οδηγεί σε διαφορετική μεταχείριση όμοιων ή ουσιωδώς παρόμοιων περιστάσεων.

Σε αυτό το σημείο, εισηγούμεθα ότι, ένεκα της ομοιότητας των προνοιών της Ευρωπαϊκής Συνθήκης του 2007 και της ημεδαπής νομοθεσίας,  η επικύρωση της Συνθήκης – και, επομένως, η σχετική τροποποίηση της ημεδαπής νομοθεσίας –  να θεσμοθετήσουν ένα πληρέστερο νομοθετικό πλαίσιο στο χώρο των πολιτογραφήσεων.

Επίσης, χρήσιμο φαίνεται σε τέτοιες περιστάσεις να χρησιμοποιούνται ποινικοί μηχανισμοί τιμωρίας των εμπλεκομένων προσώπων. Το Άρθρο 116 του Νόμου καθιστά ποινικό αδίκημα το να δίδει κανείς ψευδή βεβαίωση ενώ είναι σε γνώση του ότι αυτή είναι ψευδής ως προς το ουσιώδες στοιχείο της ή ενώ από βαριά αμέλεια το αγνοεί, προκειμένου να επιτευχθεί ή μη οτιδήποτε δυνάμει του νόμου. Το αδίκημα αυτό της ψευδούς βεβαίωσης τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή με χρηματική ποινή μέχρι €1.000 ή και τα δύο.

Ερώτημα προκύπτει εάν το άρθρο αυτό καλύπτει όλα τα πρόσωπα που είναι πιθανό να εμπλέκονται σε μια πολιτογράφηση με απατηλή συμπεριφορά αλλά και να εξαιρεί τα πρόσωπα αυτά που δεν δίδουν οποιαδήποτε σχετική βεβαίωση.  Το λεκτικό στο Άρθρο 116 του Νόμου θα έπρεπε να μεταβληθεί ώστε να εκθέτει όσους μπορεί να εμπλέκονται σε ψευδή δήλωση αλλά και να καλύπτει όσους δεν προβαίνουν σε αυτή. Επιπλέον, τέτοιες συμπεριφορές πιθανόν να μπορούν να υπαχθούν και σε αδικήματα του ποινικού κώδικα, όπως τα σχετικά με το δεκασμό και την κατάχρηση εξουσίας των Άρθρων 100επ. του Κεφ.154. Η χρήση ποινικών μηχανισμών -ως τελευταίας διεξόδου- λειτουργεί (και) αποτρεπτικά, και σε κάποιες περιπτώσεις είναι μάλλον επιβεβλημένη.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , ,