Χάριν της νομολογίας ο πολιτικός ιδεολογικός διάλογος παραμένει αλώβητος από την τυραννία της εκφυλισμένης πολιτικής ορθότητας – Μέρος Α’

Εισαγωγή

Η μελέτη της κυπριακής νομολογίας οδηγεί στην διαπίστωση πως τα δικαστήρια, κατά κανόναν, αναγνωρίζουν ευρύ πεδίο ελευθερίας στον δημοσιευμένο πολιτικό ιδεολογικό λόγο. Επιτυγχάνουν δε να προστατεύουν την ελευθερία αυτή χωρίς  να παραγνωρίζουν το δικαίωμα στην καλή φήμη και την υπόληψη. Ο πολιτικός ιδεολογικός αντίπαλος μπορεί να σχολιασθεί και να επικριθεί  ελεύθερα και έντονα, υπό την προϋπόθεση ότι το δημοσίευμα δεν περιέχει ύβρεις και ακραίες εκφράσεις εναντίον του, δεν του προσάπτει αβάσιμες κατηγορίες για την διάπραξη αδικημάτων (αστικών, ποινικών, πειθαρχικών) και δεν τον καθιστά στόχο δημόσιας  χλεύης και δημόσιου εξευτελισμού. Με την συνδρομή της νομολογίας, στην  Δημοκρατία, ο πολιτικός ιδεολογικός διάλογος παραμένει αλώβητος από την τυραννία της εκφυλισμένης πολιτικής ορθότητας.

1.Η ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα στην καλή φήμη και την υπόληψη

Η Κυπριακή Πολιτεία και οι νόμοι της  αναγνωρίζουν ως αγαθό άξιο προστασίας, ως ατομικό δικαίωμα, την ελευθερία του λόγου, δηλαδή την ελευθερία του ατόμου να εκφράζει τις απόψεις και την  ιδεολογία του, χωρίς να φοβάται ότι θα λογοκριθεί και ή ότι θα υποστεί νομικές κυρώσεις. Η ελευθερία του λόγου και ο δημόσιος διάλογος που αυτή επιτρέπει έχουν, ως αποτέλεσμα,  την κυκλοφορία και ανταλλαγή απόψεων και ιδεών και συμβάλλουν τόσον στην πρόοδο και τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας όσον και στην πρόοδο και την καλλιέργεια του ατόμου. Η νομοθετική αναγνώριση και κατοχύρωση  της ελευθερίας του λόγου  καθώς και η νομολογική  προστασία της  είναι απότοκο της εξελικτικής πορείας της κοινωνίας  μας προς την ευρύτητα πνεύματος, την ανεκτικότητα και την αναγνώριση της αξίας της αρμονικής συμβίωσης ανθρώπων με διαφορετικές θρησκευτικές και  πολιτικές πεποιθήσεις και με διαφορετικές ιδεολογίες.

H αναγνώριση και η κατοχύρωση της ελευθερίας του λόγου αφορά κυρίως στον λόγο της μειοψηφίας, τον διαφορετικό λόγο, τον αντισυμβατικό λόγο, τον λόγο που απορρίπτει τα καθιερωμένα και αποδεκτά. H Rosa Luxemburg είπε: «Ελευθερία είναι πάντα και αποκλειστικά η ελευθερία αυτού που σκέφτεται κατά τρόπον διαφορετικό («Freedom is always and exclusively freedom for the one who thinks differently.») Όμως, όποιος εκφέρει δημόσια λόγο οφείλει να είναι καλόπιστος και οφείλει να μην χρησιμοποιεί ακραίες και εξοντωτικές  εκφράσεις,  να μην ωθεί στην επίδειξη περιφρόνησης ή αποστροφής και να μην ενθαρρύνει την χρήση βίας εις βάρος άλλου. Και επειδή, ακριβώς, δεν αποκλείεται η ελευθερία  του λόγου να ασκείται κατά τρόπον ανεύθυνο, καταχρηστικό και επικίνδυνο,  η Κυπριακή Πολιτεία και οι νόμοι της την  περιορίζουν στην προσπάθειά τους να προστατεύσουν άλλα δικαιώματα και συμφέροντα τα οποία, ομοίως, αναγνωρίζουν ως άξια προστασίας. Τέτοιο δικαίωμα είναι το δικαίωμα του προσώπου να χαίρει  καλής φήμης και υπόληψης  μέσα στην κοινωνία στην οποίαν ζει.

Είναι προφανές πως η σχέση μεταξύ της ελευθερίας του λόγου και του δικαιώματος στην καλή φήμη και την υπόληψη ενέχει το στοιχείο της σύγκρουσης: η αναγνώριση και η προστασία του ενός συχνά οδηγεί στον περιορισμό, την αυστηρότερη  οριοθέτηση του άλλου. Δεν θα ήταν υπερβολή να λεχθεί πως η ελευθερία του λόγου και το δικαίωμα στην καλή φήμη και την υπόληψη λειτουργούν ως αντιστρόφως ανάλογα μεγέθη. Η στάθμιση και η εξισορρόπηση των δύο δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση. Σε κάθε  περίπτωση, ο κριτής θα πρέπει να μεριμνά ώστε η αναγνώριση και η προστασία του ενός να μην οδηγεί στην αποψίλωση του άλλου. Ο στόχος αυτός επιτυγχάνεται εάν ο κριτής  είναι ενήμερος, αντιδογματικός και ανανεωτής. 

2. Η πολιτική ιδεολογική αντιπαράθεση δια του Τύπου και η δυσφήμιση

Παραδοσιακά, τα διάφορα σύνολα πολιτικών ιδεών, τα οποία προτείνονται για την οργάνωση και την διακυβέρνηση της ιδανικής  πολιτείας, για την διαμόρφωση των σχέσεων  της με άλλες πολιτείες καθώς και για την παρουσία της στην διεθνή κοινότητα (οι πολιτικές ιδεολογίες), απευθύνονται  στην κοινή γνώμη και επιχειρούν να την διαμορφώσουν, κυρίως,  δια του Τύπου: εφημερίδες και ραδιοτηλεοπτικά μέσα αποτελούν πεδίο της πολιτικής ιδεολογικής παράθεσης και αντιπαράθεσης. Αυτά αφ’ ενός προβάλλουν και διαδίδουν την πολιτική  ιδεολογία, την οποίαν πρεσβεύει και προτείνει ο εκάστοτε κειμενογράφος (και ή ο εκάστοτε ιδιοκτήτης εφημερίδας ή ραδιοτηλεοπτικού μέσου), και αφ’ ετέρου ασκούν κριτική και εκφράζουν αποδοκιμασία εναντίον των αντίπαλων πολιτικών ιδεολογιών,  με τελικό σκοπό την υπονόμευση και απόρριψή τους. Στις ημέρες μας, πεδίο  προβολής των πολιτικών ιδεολογιών και των πολιτικών ιδεολογικών αντιπαραθέσεων αποτελεί και το διαδίκτυο: οι πολίτες εκφράζουν τις πολιτικές ιδεολογίες τους,  αντιδρούν στις πολιτικές εξελίξεις και ικανοποιούν την ανάγκη τους να διακηρύξουν τις θέσεις τους σε ζητήματα της πολιτικής επικαιρότητας  και διαδικτυακά. Επειδή σε κάθε  πολιτική ιδεολογία ενυπάρχει η βεβαιότητα (συνήθως υπερβολική) της ορθότητάς της και ταυτοχρόνως η απόρριψη (συνήθως απόλυτη) των διαφορετικών προσεγγίσεων, οι αντιπαραθέσεις (συνήθως έντονες και προσωπικές), η πολεμική και η εχθρότητα μεταξύ των φορέων  των διάφορων πολιτικών ιδεολογιών δεν είναι σπάνιες.  Κατ’ ακολουθίαν, δεν είναι σπάνιες οι  δημοσιεύσεις κειμένων, γραπτών ή προφορικών, τα οποία αναφέρονται στον πολιτικό ιδεολογικό αντίπαλο με ανάρμοστο ύφος ή τα οποία στοχεύουν στον εκμηδενισμό του κύρους και της επιρροής του ή ακόμη, τα οποία διαδίδουν ψεύδη με σκοπό τον εξευτελισμό και την ιδεολογική του εξόντωση.

Πρόσωπο του οποίου η καλή φήμη και η υπόληψη θίγεται από  τέτοια δημοσίευση, μπορεί να προσφύγει ενώπιον της Δικαιοσύνης και να επιδιώξει να αποκαταστήσει την ζημιά την οποίαν υφίσταται. Νομική βάση για το εγχείρημά του αποτελεί το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης (άρθρα 17 επ. του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ως αυτό τροποποιήθηκε στην συνέχεια). Επειδή, κατά κανόνα, όσοι δημοσιεύουν τα γραπτά κείμενά τους ή ομιλούν δημοσίως αισθάνονται ότι το πράττουν δικαιωματικά,  αισθάνονται ότι οι απόψεις τους ενδιαφέρουν και είναι χρήσιμο να ακουσθούν, η νομοθετική κατοχύρωση και η νομολογική αντιμετώπιση του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης συνυφαίνονται με το θεμελιώδεςατομικό δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου.

3. Κυπριακή νομολογία

Για την παρουσίαση του  ισχύοντος  Κυπριακού δικαίου της δυσφήμισης, ουσιαστικού και δικονομικού, επιλέγησαν δέκα (10)  δικαστικές αποφάσεις, δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας, όπου επίδικο είναι κείμενο ιδεολογικού περιεχομένου, δημοσιευμένο στον Τύπο. Η επιλογή οφείλεται στο γεγονός ότι, επιπλέον του νομικού, οι αποφάσεις αυτές παρουσιάζουν ιστορικό και πολιτισμικό ενδιαφέρον. Αναπαράγοντας τα επίδικα δημοσιεύματα, οι αποφάσεις αυτές  διασώζουν την μνήμη ιστορικών γεγονότων και πολιτικών ιδεολογικών αντιπαραθέσεων. Διασώζουν, επίσης, την μορφή της γλώσσας, το  εκφραστικό ύφος και το ήθος φορέων  πολιτικών ιδεολογιών σε διάφορες εποχές. Είναι, επίσης,  ενδιαφέρον το φαινόμενο ο ιδεολογικός αντίπαλος να επικρίνεται, στα παλαιότερα δημοσιεύματα, με την χρήση όρων Αποκάλυψης  ενώ στα νεότερα με την χρήση όρων απλώς επιθετικών και δογματικών. Οι αποφάσεις παρουσιάζονται ομαδοποιημένες, κυρίως με κριτήριο την πολιτική επικαιρότητα της περιόδου της επίδικης δημοσίευσης.  

Η παρουσίαση των δικαστικών αποφάσεων θα γίνει σε δύο μέρη.

Στο Α’ μέρος παρουσιάζονται αποφάσεις που σχετίζονται με την πιο κάτω θεματολογία:

  • Η εθνική ταυτότητα και ο πατριωτισμός
  • Η περίοδος της προεδρίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’

Στο Β’ μέρος παρουσιάζονται αποφάσεις που σχετίζονται με την πιο κάτω θεματολογία:

  • Η αμυντική θωράκιση της Δημοκρατίας
  • Οι σχέσεις μεταξύ της  Ελληνικής και της Τουρκικής κοινότητας, τα μέλη του Νεοκυπριακού Συνδέσμου, το ψευδοκράτος, το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και το «Σχέδιο Ανάν»
  • Πολιτική σάτιρα

Ας σημειωθεί πως, διαχρονικά, οι Έλληνες Κύπριοι, είτε ως άτομα είτε ως μέλη κομματικών ή άλλων πολιτικών  οργανισμών, πρεσβεύουμε και προωθούμε πολιτικές ιδεολογίες οι οποίες  δεν προκύπτουν απλώς και μόνον από τη συνάρτηση των ιδεών μας  για το δίκαιο και λειτουργικό οικονομικό σύστημα, για την ιδεώδη και ωφέλιμη κοινωνική δομή και για τις εξελικτικές και συμφέρουσες σχέσεις της πατρίδας μας με τα άλλα κράτη. Ανέκαθεν, οι Έλληνες Κύπριοι παρουσιάζουμε την ιδιαιτερότητα να πρεσβεύουμε και να προωθούμε πολιτικές ιδεολογίες συναρτώμενες και προς τις ιδέες και τις επιθυμίες μας για την λύση του, δυστυχώς, πάντα επίκαιρου Κυπριακού προβλήματος. Γύρω από αυτήν την πρόσθετη, βασική γραμμή της πολιτικής ιδεολογικής τοποθέτησής μας,  περιστρέφονται και κυριαρχούν  οι προσωπικές, ενδιάθετες στάσεις του κάθε ενός από εμάς έναντι της εθνικής μας ταυτότητας (έναντι του Ελληνικού έθνους και του Ελληνικού κράτους) καθώς και έναντι της Τουρκικής κοινότητας. Αυτή η ιδιαιτερότητα καθορίζει, κατά κύριο λόγο,  το πλαίσιο εντός του οποίου εκδηλώνονται  οι πολιτικές ιδεολογικές αντιπαραθέσεις  μας.

3.1. Η εθνική ταυτότητα και ο πατριωτισμός

Στην απόφαση  Sir Panayiotis L. Cacoyannis v. Vassos Papadopoulos and Others (V18) 1 CLR 205 (Civil Appeal No.3850,  14 Απριλίου 1949), ο ιδεολογικόςαντίπαλος επικρίνεται με αναφορά στην Ελληνική εθνική του ταυτότητα, εφ’ όσον αποκαλείται «βρωμοέλληνας» («dirty Greek»). Επικρίνεται, επίσης, και με αναφορά στην στάση του έναντι της πατρίδας του, εφ’ όσον αποκαλείται «προδότης» («traitor»). Το εφετείο, ομόφωνα,  απεδέχθηκε την έφεση, ανέτρεψε το μέρος της πρωτόδικης απόφασης  που αφορούσε στις επιδικασθείσες αποζημιώσεις και, υιοθετώντας την κρίση του Επαρχιακού Δικαστή,  επεδίκασε, υπέρ του εφεσείοντος, το υψηλότερο ποσόν  των £1.000, ως επαυξημένες αποζημιώσεις. Το εφετείο παρέθεσε τις ακόλουθες αρχές δικαίου και  νομικές σκέψεις:

(i) Εν αντιθέσει προς τον προφορικό πολιτικό δυσφημιστικό λόγο, ο οποίος είναι εφήμερος, παρασύρεται από τον αέρα και ξεχνιέται γρήγορα ή  απορρίπτεται ως απλή πολιτική ανοησία και προπαγάνδα, ο έντυπος πολιτικός δυσφημιστικός λόγος  συνιστά μίαν διαρκή κηλίδα στο καλό όνομα του προσώπου και γνωστοποιείται σε ευρύτερο κοινό.

(ii) Εφ’ όσον Δικαστής διαπιστώσει τον δυσφημιστικό χαρακτήρα ενός δημοσιεύματος και την μεμπτή συμπεριφορά του εναγομένου, δεν εμποδίζεται να επιδικάσει υψηλές αποζημιώσεις, οι οποίες,   σε κάποιο βαθμό, μπορεί να είναι αποτρεπτικές.

(iii) Στις περιπτώσεις δυσφήμισης, οι επιδικασθείσες αποζημιώσεις δεν αντιστοιχούν,  κατ’ ανάγκην, στην προκληθείσα ζημιά. Τέτοιες αποζημιώσεις δυνατόν να είναι υψηλότερες και να προσλαμβάνουν την μορφή τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. 

(iv) Κατ’ αρχήν, το εφετείο δεν επεμβαίνει στην κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου όσον αφορά στο ύψος των αποζημιώσεων. Το πράττει εάν διαπιστώσει πως το πρωτόδικο δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένη αρχή δικαίου ή πως το ποσόν των επιδικασθεισών αποζημιώσεων είναι είτε εξαιρετικά υψηλό είτε εξαιρετικά χαμηλό, με αποτέλεσμα να συντρέχει εσφαλμένη εκτίμηση της ζημιάς. 

(v) Το ποσόν των £100,  το οποίον ο Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεδίκασε, ως δίκαιες αποζημιώσεις, υπήρξε τόσον χαμηλό εν σχέσει με την σοβαρότητα της δυσφήμισης, λαμβανομένων υπ’ όψιν της κοινωνικής θέσης των διαδίκων και των επιβαρυντικών περιστατικών της υπόθεσης, ώστε να διαπιστώνεται η εκ μέρους του εσφαλμένη εκτίμηση της ζημιάς.

(vi) Το εφετείο δεν επεμβαίνει και δεν αυξάνει το ποσόν επιδικασθεισών, πρωτοδίκως, αποζημιώσεων εάν κρίνει πως αυτές είναι απλώς μετριοπαθείς.

(vii) Ο καταλογισμός, σε ορισμένο πρόσωπο, κακής διαγωγής  εν σχέσει με την  πολιτική δραστηριότητά του,  δεν είναι λιγότερο σοβαρός  από τον καταλογισμό  κακής διαγωγής εν σχέσει με άλλες δραστηριότητές του. Και ούτε είναι λιγότερο πιθανόν ο καταλογισμός, σε ορισμένο πρόσωπο, κακής διαγωγής, εν σχέσει με την  πολιτική δραστηριότητά του, να προκαλέσει την εις βάρος του  περιφρόνηση ή τον στιγματισμό του.

(viii) Προς εξυπηρέτησιν του δημοσίου συμφέροντος, ο νόμος επιτρέπει την αυστηρή κριτική της δημόσιας διαγωγής των προσώπων που ασχολούνται με τα κοινά, ακόμη και με την χρήση δριμύτατου προφορικού ή γραπτού λόγου. Όμως, αυτή η αυστηρότητα της κριτικής δεν μπορεί να εκλαμβάνεται ως παροχή άδειας για δυσφήμιση και διασυρμό. Όταν τα όρια της καλής πίστης παραβιάζονται και η κριτική εκφυλίζεται σε συκοφαντία του χειρίστου είδους, η αποκατάσταση της ζημιάς που προκλήθηκε πρέπει να είναι ανάλογη.  

(ix) Εάν τα δικαστήρια δεν ήσαν σε θέση να  παράσχουν, σε αυτούς  που ασχολούνται με τα κοινά,  προστασία, στις περιπτώσεις δυσφήμισής τους, τότε το Κράτος δεν θα μπορούσε να  εξασφαλίσει  τις υπηρεσίες έντιμων και ανιδιοτελών πολιτών, πολιτών με σημαίνουσα προσωπικότητα, οι οποίοι ασκούν επιρροή.

3.2. Η περίοδος της προεδρίας του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’

3.2.1. Στην απόφαση Tassos Papadopoulos v. Kyrix Publishing Co. Ltd and Others (1963) 2 C.L.R. 290 (Civil Appeal No. 4409), το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στον εφεσείοντα υπό την ιδιότητά του ως Υπουργός της Μεταβατικής Κυβέρνησης και ως Υπουργός της πρώτης Κυβέρνησης της Δημοκρατίας υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’. Μεταξύ άλλων, το επίδικο δημοσίευμα επικρίνει  τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’ και του αποδίδει μεμπτά και αλλότρια κίνητρα κατά τον εκ μέρους του διορισμό προσώπων σε υπουργικές και άλλες δημόσιες θέσεις. Το εφετείο επεκύρωσε, κατά πλειοψηφίαν, την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας πως το επίδικο δημοσίευμα δεν ήταν δυσφημιστικό για τον εφεσείοντα. Oι αρχές δικαίου και οι νομικές σκέψεις επί των οποίων βασίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση και οι οποίες υιοθετήθηκαν, στην ολότητά τους, από την πλειψηφία του εφετείου είναι οι εξής: 

(i) Στις αγωγές για δυσφήμιση εναπόκειται στον δικαστή να κρίνει κατά πόσον το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό και κατά πόσον αυτό γίνεται κατανοητό ως τέτοιο. Για τα ζητήματα αυτά  το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τις απόψεις  μαρτύρων.

(ii) Κατά την εκδίκαση αγωγών για δυσφήμιση, λαμβάνονται υπ’ όψιν και σταθμίζονται δύο αρχές: αφ’ ενός η αρχή σύμφωνα με την οποίαν ο πολίτης πρέπει να προστατεύεται από τις απρόκλητες επιθέσεις του Tύπου και αφ’ ετέρου την αρχή σύμφωνα με την οποίαν η ελευθερία του Tύπου, που αποτελεί ευλογία για κάθε πολιτισμένη κοινωνία, δεν πρέπει να παρεμποδίζεται υπέρμετρα.

(iii) Εφ’ όσον στα  δημοκρατικά πολιτεύματα οι Υπουργοί δεσμεύονται να ακολουθούν την πολιτική του Αρχηγού του Κράτους, ουδείς μπορεί να τους κατηγορήσει για ανεντιμότητα ή ανικανότητα επειδή αυτό πράττουν. Εν πάση περιπτώσει, στο επίδικο δημοσίευμα δεν υπάρχει ισχυρισμός ούτε υπαινιγμός πως ο εφεσείων ή οιοσδήποτε άλλος Υπουργός κατευθύνεται ή έχει κατευθυνθεί να πράξει ο,τιδήποτε  ανέντιμο ή αντίθετο με την δημόσια πολιτική ή το δημόσιο συμφέρον.

3.2.2.  Στην απόφαση  General Press Agency «Poulias & Koniaris Ltd» v.Christofides (1981) 1 C.L.R.190, το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στον εφεσίβλητο ως πρόσωπο το οποίο συμφωνεί, υιοθετεί και επαναλαμβάνει την πρακτική του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ όσον αφορά στο ζήτημα της εθνικής συμφιλίωσης μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1974 και την Τουρκική εισβολή. Μεταξύ άλλων, το επίδικο δημοσίευμα επικρίνει  τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’ και του αποδίδει αθέμιτες μεθοδεύσεις, υποκρισία, αθέτηση των εξαγγελιών του για  εθνική συμφιλίωση μετά τα τραγικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1974, αναμόχλευση του εθνικού διχασμού και αντεθνική συμπεριφορά. Το εφετείο επεκύρωσε την πρωτόδικη απόφαση σε όση έκταση αυτή αφορά στην δυσφήμιση και την ανέτρεψε σε όση έκταση αυτή αφορά στις επιδικασθείσες αποζημιώσεις: μείωσε τις επιδικασθείσες αποζημιώσεις  στο ποσόν των £1.500. Το εφετείο παρέθεσε τις ακόλουθες αρχές δικαίου και νομικές σκέψεις:

(i) Η δυσφήμιση αποτελεί προσβολή της υπόληψης του προσώπου. Ο νόμος αναγνωρίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να απολαμβάνει της εκτίμησης που δικαιούται, χωρίς αυτή να θίγεται από την διατύπωση ανακριβειών εις βάρος του.

(ii) Οι διανομείς εφημερίδων έχουν υποχρέωση να τις  ελέγχουν  προληπτικά και προσεχτικά  εν όψει του ενδεχομένου αυτές να περιέχουν δυσφημιστικά άρθρα. Οι εφημερίδες οι οποίες, εξ αιτίας των πολιτικών ιδεολογιών και προσανατολισμών τους, είναι πιο πιθανόν να περιέχουν δυσφημιστικά άρθρα, πρέπει να  ελέγχονται οπωσδήποτε και πιο προσεκτικά.

(iii) Η απολογία ή η προσφορά απολογίας πριν από την έναρξη της εκδίκασης της αγωγής ή αμέσως μόλις ο εναγόμενος έχει την ευκαιρία να το πράξει, αποτελεί παράγοντα μετριασμού των αποζημιώσεων που πρόκειται να επιδικασθούν.

(iv) Ο εκ μέρους του δικαστηρίου υπολογισμός των αποζημιώσεων, στις περιπτώσεις δυσφήμισης, αποτελεί ζήτημα εντύπωσης και κοινής λογικής.

(v) Κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων στις περιπτώσεις δυσφήμισης, το δικαστήριο δικαιούται να λάβει υπ’ όψιν την συμπεριφορά του ενάγοντος, την θέση και το εκτόπισμά του στην κοινωνία, την φύση της δυσφήμισης, τον τρόπο και την έκταση της δημοσίευσης, την απουσία ή την άρνηση ανάκλησης ή απολογίας, την όλη συμπεριφορά του εναγομένου, από την στιγμή δημοσίευσης της δυσφήμισης έως και την έκδοση της απόφασης, καθώς και γεγονότα τα οποία οδηγούν στην αύξηση ή τον μετριασμό του ποσού. 

(vi) Στις περιπτώσεις επιτυχίας αγωγών με αντικείμενο αστικό αδίκημα (όπως είναι η περίπτωση της αγωγής για δυσφήμιση), σκοπός των αποζημιώσεων που επιδικάζονται είναι, κατά κανόναν,  η αποκατάσταση της ζημιάς του ενάγοντος και όχι η τιμωρία του εναγομένου. 

(vii) Στην περίπτωση αγωγής για δυσφήμιση, εφ’ όσον κριθεί πως κατάλληλες είναι μόνον οι γενικές αποζημιώσεις, κατά τον υπολογισμό τους,  δεν πρέπει να παρεισφρέουν, στην σκέψη του δικαστηρίου, μη νόμιμα κριτήρια με αποτέλεσμα  αυτές να μετατρέπονται σε τιμωρητικές ή παραδειγματικές.

(viii) Στις περιπτώσεις επιτυχίας αγωγών με αντικείμενο την δυσφήμιση και εφ’ όσον ενάγονται πέραν του ενός πρόσωπα, η ενδεχόμενη κακή πίστη του ενός δεν πρέπει να επηρεάζει το ύψος των αποζημιώσεων τις οποίες θα κληθεί να καταβάλει ο καλόπιστος διάδικος.

(ix) Στην περίπτωση αγωγής για δυσφήμιση με περισσότερους του ενός εναγομένους, εάν ο ενάγων επικαλείται την κακή πίστη για να διεκδικήσει επαυξημένες αποζημιώσεις ή  για να αντικρούσει την υπεράσπιση του υπό όρους προνομίου ή για να καταδείξει πως δεν ισχύει η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου, τότε αυτός πρέπει να αποδείξει την συνδρομή της κακής πίστης στο πρόσωπο καθ’ ενός εναγομένου στο οποίον την αποδίδει. 

(x) Κατ’ αρχήν, το εφετείο δεν επεμβαίνει στην κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου όσον αφορά στο ύψος των αποζημιώσεων. Το πράττει εάν διαπιστώσει πως το πρωτόδικο δικαστήριο εφήρμοσε εσφαλμένη αρχή δικαίου ή πως το ποσόν των επιδικασθεισών αποζημιώσεων είναι είτε εξαιρετικά υψηλό  είτε εξαιρετικά χαμηλό, με αποτέλεσμα να συντρέχει εσφαλμένη εκτίμηση της ζημιάς.

(xi) Εν προκειμένω, πράγματι, το πρωτόδικο δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένη αρχή δικαίου και επεδίκασε υπερβολικά υψηλό ποσόν αποζημιώσεων. Παρά τα όσα δηλώνει περί γενικών αποζημιώσεων, το πρωτόδικο δικαστήριο επέτρεψε να παρεισφρήσουν στην σκέψη του μη νόμιμα κριτήρια και, κατ’ ουσίαν, επεδίκασε τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις.

3.2.3. Στην απόφαση Eteria  Ellinike  EkdosisGlafx Ltdv. Loizia (1984) 1 C.L.R. 729, το επίδικο δημοσίευμα αναφέρεται στην εφεσίβλητη ως μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου, η οποία πρωτοστατεί στην προσπάθεια επανόδου του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ’ στην Κύπρο μετά το πραξικόπημα του Ιουλίου του 1974. Μεταξύ άλλων, το επίδικο δημοσίευμα επικρίνει  τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ’  και το κατηγορεί ότι επιτρέπει στους υποστηρικτές του να συμπεριφέρονται αυθαίρετα και χωρίς να ακολουθούν τα νόμιμα.

Το εφετείο επεκύρωσε στην ολότητά της την πρωτόδικη απόφαση. Oι αρχές δικαίου και οι νομικές σκέψεις επί των οποίων βασίσθηκε είναι οι εξής: 

(i) Επί τη βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, το δημοσίευμα αναφέρεται στην εφεσίβλητη. Μεταξύ άλλων, καταθέτωντας ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, ο κατά νόμον υπεύθυνος για την εφημερίδα παρεδέχθηκε το γεγονός αυτό.

(ii) Το δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για την εφεσίβλητη γιατί, πρώτον,  τείνει να  την εκθέσει σε μίσος, χλεύη και γελοιοποίηση και, δεύτερον, της αποδίδει την διάπραξη του ποινικού αδικήματος της συνομωσίας καθώς και την επίδειξη συμπεριφοράς ανάρμοστης για μέλος της Αστυνομικής Δύναμης Κύπρου.

(iii) Η υπεράσπιση της αλήθειας επιτυγχάνει εάν αποδειχθεί η αλήθεια του ουσιαστικού μέρους του δημοσιεύματος. Δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας του μη ουσιώδους μέρους του δυσφημιστικού δημοσιεύματος, δηλαδή του μέρους το οποίο δεν πλήττει ουσιωδώς την καλή φήμη και τη υπόληψη του ενδιαφερομένου, λαμβανομένης υπ’ όψιν της αλήθειας του εναπομείναντος μέρους.

(iv) Η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου επιτυγχάνει εάν αυτό αφορά σε ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και εάν αποδειχθεί ότι είναι αληθής  η βάση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων αυτό  βασίζεται.

(v) Η Αστυνομική Δύναμη Κύπρου, ως κεντρικό κρατικό όργανο,  είναι  προστάτης των πολιτών, της δομής του κράτους καθώς και των άλλων κρατικών οργάνων, τα οποία βρίσκουν έρεισμα στο Σύνταγμα και την λαϊκή βούληση.

(vi) Κάθε πολίτης και, πρωτίστως, η Αστυνομική Δύναμη Κύπρου,  έχει καθήκον να σέβεται το Σύνταγμα και τους νόμους, να αντιτίθεται, με κάθε νόμιμο μέσον, σε κάθε προσπάθεια ανατροπής της συνταγματικής τάξης και της νομιμότητας και να υπερασπίζεται την Δημοκρατία από τους εξωτερικούς και τους εσωτερικούς εχθρούς της.

(vii) Παρά την εκδήλωση του εναντίον του βίαιου και ξενοκίνητου πραξικοπήματος,  ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ’ παραμένει ο νόμιμος και διεθνώς αναγνωρισμένος Πρόεδρος της Δημοκρατίας. (viii) Δεδομένων των όσων αναφέρονται αμέσως προηγουμένως, όσα έπραξε η εφεσίβλητη,  για τα οποία την επικρίνει το δημοσίευμα, υπήρξαν εντός των νόμιμων καθηκόντων της. Το λαϊκό αίτημα για αποκατάσταση της νομιμότητας δεν συνιστά συνομωσία εναντίον του Κράτους και ούτε συνιστά εκδήλωση αναρχίας.

(ix) Κατά τον υπολογισμό του ποσού, που πρόκειται να επιδικασθεί ως αποζημιώσεις, λαμβάνονται υπ’ όψιν και τα εξής: η συμπεριφορά του ενδιαφερομένου, η προσωπικότητα και η θέση του στη κοινωνία και το τμήμα όπου υπηρετεί, η φύση του δυσφημιστικού δημοσιεύματος , η έκταση της δημοσίευσης, η απουσία απολογίας και η όλη συμπεριφορά του εναγομένου, από τη δημοσίευση της δυσφήμισης έως και την έκδοση της απόφασης.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,