Οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις στην Κύπρο: ένα παλαιό εν δυνάμει νέο εργαλείο – Mέρος B’

Περιληπτική αναφορά μίας εμπειρικής προσέγγισης

Διαβάστε πρώτα: Οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις στην Κύπρο: ένα παλαιό εν δυνάμει νέο εργαλείο – Mέρος Α’

Η έρευνα

Με δεδομένη την εισαγωγή αυτή, τις ερμηνευτικές διευκρινίσεις, το νομικό υπόβαθρο και τις συναφείς σκέψεις, η εμπειρική προσέγγιση θέλησε να επιτύχει μια αντανάκλαση της εικόνας του πώς οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις χρησιμοποιούνται σήμερα στην Κύπρο. Επομένως, να περιγράψει την υφιστάμενη κατάσταση, θεωρώντας ότι μέσα από αυτή την εικόνα, θα μπορούσαν να εξαχθούν τυχόν προβλήματα ή ανάγκες που να μπορούν να ιδωθούν και ως προοπτικές βελτίωσης του εργαλείου των ιδιωτικών ποινικών διώξεων.

Δείγμα

Χρησιμοποιήθηκαν όλες οι αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων από το 2005 έως και τον Αύγουστο του 2019, οι οποίες είναι δημοσιευμένες στη βάση νομικών πληροφοριών Cylaw. Νοείται ότι αυτές οι αποφάσεις δεν συνιστούν το σύνολο των ιδιωτικών ποινικών διώξεων που ενεργοποιήθηκαν στην Κύπρο· δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος έρευνας όλων των ιδιωτικών ποινικών διώξεων είτε μέσα από στατιστικά της δικαστικής υπηρεσίας είτε μέσα από αρχεία. Δυστυχώς, ο τρόπος οργάνωσης της διοίκησης της δικαιοσύνης δεν βοηθά ιδιαίτερα τους ερευνητές. Ωστόσο, η σκέψη ήταν ότι το δείγμα αυτό θα μπορούσε να είναι ενδεικτικό ως αντιπροσωπευτικό και των γενικότερων τάσεων σε σχέση με τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις στην Κύπρο. Εξάλλου, ο σκοπός ήταν να ιδωθούν ακριβώς αυτές οι τάσεις, για παράδειγμα για ποια ποινικά αδικήματα ενεργοποιούνται κυρίως ιδιωτικές ποινικές διώξεις, κατά πόσο υπάρχουν τάσεις κατάχρησης που απαντώνται δικαστικά.

Μέθοδος/Ανάλυση

Ο τρόπος προσέγγισης εκφράζει μια ιδιόμορφη περιγραφική ποσοτική ανάλυση περιεχομένου (descriptive quantitative content analysis), η οποία συχνά χρησιμοποιείται για ό,τι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «reality check» (Wimmer & Dominick, 2011, σελ.158-159). Εάν και έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά σε έρευνες που έχουν να κάνουν με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν αποκλείεται η εφαρμογή της μεθόδου αυτής και σε άλλους τομείς, όπως η κοινωνιολογία και η ψυχολογία (Riffe, Lacy & Fico, 2014). Ο συνδυασμός αυτής της μεθόδου με άλλες μεθόδους, ποιοτικές, δεν είναι άγνωστος (Gerbner, Gross, Morgan, & Signorielli, 1994; Gerbner, Signorielli, & Morgan, 1995; An, Jin & Pfau, 2006; Hwang & Jeong, 2009). Οι τάσεις σε σχέση με την κατάχρηση και τον τρόπο αντιμετώπισής της προσεγγίστηκαν περισσότερο ποιοτικά. Άρα έχουμε ενός είδους ποσοτική ανάλυση περιεχομένου με ποιοτική προσέγγιση, που φάνηκε να ήταν κατάλληλη για τους σκοπούς αυτής της έρευνας, για την οποία δεν υπάρχει προηγούμενη βάση ή σημείο αναφοράς.


Η ανάλυση περιεχομένου είναι συνυφασμένη σε κάποιο βαθμό με τη δικαστική λειτουργία ή τη νομική έρευνα, λόγω των ομοιοτήτων της με τη λειτουργία του δικαστή ή του νομικού ερευνητή. Η χρησιμοποίησή της, ωστόσο, στη νομική έρευνα, η οποία δεν συνηθίζει τόσο πολύ τις εμπειρικές προσεγγίσεις, εξαναγκάζει και τη διαφοροποίησή της σε κάποια σημεία από ό,τι σε άλλες επιστήμες (κοινωνιολογία, ψυχολογία, κ.λπ.). Η μέθοδος δεν συνιστά απλά την ανάγνωση και έκφραση σκέψεων επί του υλικού που συνιστά τα εκάστοτε νομικού περιεχομένου δεδομένα (Hall & Wright, 2008; Oldfather, Bockhorst & Dimmer, 2012; Salehijam, 2018), μα ούτε και η συστηματικότητά της ταυτίζεται με αυτήν που υπάρχει όταν οι δικαστικές αποφάσεις, όπως εν προκειμένω ήταν το δείγμα, προσεγγίζονται ως δικαστικές αποφάσεις (και αναλύονται ως τέτοιες) και όχι ως στείρα εμπειρικά δεδομένα. Η χρησιμοποίηση των δικαστικών αποφάσεων ως εμπειρικά δεδομένα σε ανάλυση περιεχομένου διαφοροποιείται από τη χρησιμοποίησή τους στην κανονική νομική ανάλυση (conventional legal analysis) σε αρκετά σημεία (Hall, 2011).

Όλη η διαδικασία έγινε χειροκίνητα. Ο χρόνος ενός του οποίου έπρεπε να διενεργηθεί η έρευνα ήταν πολύ περιορισμένος. Όπως σε κάθε ανάλυση του είδους αυτού, χρησιμοποιήθηκε όλος ο διαθέσιμος χρόνος.

Η ανάλυση περιλάμβανε 5 βασικά στάδια:

Στάδιο 1:

Η βάση νομικών πληροφοριών Cylaw επιτρέπει ελεύθερη πρόσβαση στο κοινό και οι αποφάσεις των Επαρχιακών Δικαστηρίων που ασκούν ποινική δικαιοδοσία είναι κατηγοριοποιημένες ξεχωριστά, ωστόσο δεν είναι κατηγοριοποιημένες οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις.

Το Στάδιο 1 περιλάμβανε την είσοδο στο Cylaw, στην κατηγορία των ποινικών αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε κάθε έτος ξεχωριστά, το διαχωρισμό και τη συγκέντρωση όλων των αποφάσεων που αφορούν σε ιδιωτικές ποινικές διώξεις, την καταγραφή τους σε μία λίστα με τα στοιχεία παραπομπής σε αυτές και τη νομική τους βάση (ποινικά αδικήματα) μαζί με παράλληλες σημειώσεις, από την ανάγνωση της κάθε απόφασης (Taxonomy 1). Ειδικότερα, η διαδικασία αυτή προϋπέθετε τη γρήγορη ανάγνωση (scan reading) των αποφάσεων.

Όπου ήταν εφικτό, γίνονταν την ίδια στιγμή περαιτέρω κατηγοριοποίηση των νομικών βάσεων. Δηλαδή, διαβάζοντας απόφαση που αφορούσε στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, ο τίτλος της κατηγορίας ήταν «αδικήματα που σχετίζονται με επιταγές» σε συντομία «επιταγές» και κάτω από αυτόν η απόφαση με τα στοιχεία της. Κατά την ανάγνωση άλλης απόφασης με το ίδιο αδίκημα, τα στοιχεία της απόφασης καταγράφονταν στην ίδια κατηγορία. Κατά την ανάγνωση απόφασης για το αδίκημα της ανάκλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία, με δεδομένο ότι αφορούσε σε αδίκημα επιταγής (διαφορετικό μεν, αλλά που σχετίζεται με επιταγές), η κατηγοριοποίηση ήταν κοινή. Κατά την ανάγνωση άλλης απόφασης που αφορούσε σε αδίκημα εναντίον της περιουσίας (π.χ. κλοπή), δημιουργούνταν κατηγορία με τίτλο «κλοπές», ωστόσο δημιουργούνταν και κεφάλαιο-ομπρέλα με τίτλο «αδικήματα εναντίον της περιουσίας» όπου εντάσσονταν πλέον και οι δύο κατηγορίες-κεφάλαια «επιταγές» «κλοπές». Και ούτω καθεξής.

Στις υποθέσεις όπου εντοπίζονταν η αναφορά σε λέξεις ή εκφράσεις δηλωτικές συγκεκριμένων τάσεων κατάχρησης, προχωρούσα σε πιο προσεκτική ανάγνωση, ώστε να εισέλθω στο περιεχόμενο με ποιοτική προσέγγιση, καταγράφοντας σχετικές σημειώσεις για τις τάσεις αυτές.

Στο τέλος του Σταδίου 1 υπήρχε μία λίστα 66 σελίδων με όλες τις αποφάσεις που αφορούσαν σε ιδιωτικές ποινικές διώξεις κάτω από τίτλους νομικών βάσεων που εντοπίστηκαν και πολλές καταγεγραμμένες σημειώσεις στο κάτω μέρος κάθε μίας κατηγορίας.

Τυχαία αποσπάσματα:

Στάδιο 2
Μετά την ολοκλήρωση της πρώτης λίστας (Taxonomy 1), και έχοντας πλέον υπόψη το σύνολο των αποφάσεων, δομήθηκαν οι κατηγορίες ανάλογα με τις νομικές βάσεις, όπως προέκυψαν μέσα από όλα τα δεδομένα (κεφάλαια και υπο-κεφάλαια). Επομένως, τυχόν «αδικήματα κατά της περιουσίας» που δεν κατατάχθηκαν από το Στάδιο 1 (π.χ. ψευδείς παραστάσεις) στο Στάδιο 2 μεταφέρθηκαν στην ευρύτερη κατηγορία.

Οι αποφάσεις κατατάχθηκαν στις κατηγορίες νομικών βάσεων στις οποίες αφορούν πλέον μόνον με τους αριθμούς καταχώρισης τους (χωρίς τα λοιπά στοιχεία παραπομπής, εφόσον δεν ήταν αναγκαία) και με τη χρονολογική σειρά που δίνουν οι αριθμοί τους. Η καταγραφή αυτή θα βοηθούσε στο να αφαιρεθούν τυχόν διπλές αναφορές. Φυσικά η διατήρηση της λίστας Taxonomy 1 βοηθούσε στην αναζήτηση πληροφοριών για την κάθε υπόθεση ανά πάσα στιγμή, για σκοπούς επιβεβαίωσης και ελέγχου. Μόνον ο αριθμός ήταν εξάλλου επαρκές στοιχείο και για αναδρομή και σε ολόκληρο το κείμενο της απόφασης από το Cylaw. Για την αναδρομή αυτή είτε στην Taxonomy 1 είτε στο Cylaw γίνονταν χρήση των διαθέσιμων μηχανών αναζήτησης.

Στο τέλος του Σταδίου 2 υπήρχε μία εξίσου πολυσέλιδη επεξεργασμένη λίστα με όλες τις νομικές βάσεις και τους αριθμούς των υποθέσεων κάτω από την κάθε μία κατηγορία (Taxonomy 2).

Οι σημειώσεις των διαφόρων τάσεων συγκεντρώθηκαν στο τέλος της λίστας αυτής και εντοπίστηκαν από τη συγκέντρωση και παράλληλη ανάγνωσή τους ορισμένες κατηγορίες που προέκυπταν από αυτές. Ανέτρεξα εκ νέου στις αποφάσεις για επιβεβαίωση του περιεχομένου των σημειώσεων, όπου επαναλήφθηκε η ανάγνωση πολλές φορές.

Τυχαία αποσπάσματα:

Στάδιο 3
Το Στάδιο 3 αφορούσε στην επεξεργασία της Taxonomy 2. Αφαιρέθηκαν τυχόν διπλές αναφορές, εφόσον υπήρχαν αποφάσεις που αφορούσαν προσωρινά μέτρα, αποφάσεις που αφορούσαν το εκ πρώτης όψεως, αποφάσεις που αφορούσαν την καταδίκη ή την αθώωση, αποφάσεις που αφορούσαν την επιβολή ποινής, ωστόσο η υπόθεση μία ήταν σε κάθε περίπτωση και μία φορά θα έπρεπε να προσμετρηθεί.
Οι διπλές αναφορές αριθμών ελέγχθηκαν από την αρχική λίστα του Σταδίου 1, για να μην αφορούν σε αριθμούς υποθέσεων που καταχωρίστηκαν σε διαφορετική επαρχία, εφόσον στην Κύπρο η ποινική υπόθεση που καταχωρείται σε κάθε επαρχία λαμβάνει αριθμό σύμφωνα με το σύστημα αρίθμησης κάθε επαρχίας, δηλαδή δεν υπάρχει ενιαίο σύστημα αρίθμησης.
Έγινε επανέλεγχος των κατηγοριών που προέκυψαν από τις σημειώσεις των παρατηρούμενων τάσεων.

Στάδιο 4
Στο Στάδιο 4 έγινε περαιτέρω επεξεργασία της Taxonomy 2 και ειδικότερα των κατηγοριών των υποθέσεων. Εντοπίστηκαν τυχόν περαιτέρω ομοιότητες μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών και ορισμένες ενοποιήθηκαν. Η διαδικασία αυτή προϋπέθετε επανειλημμένη θεώρηση των δεδομένων και συνεχείς αλλαγές και ελέγχους, μέχρι να υπάρξει ικανοποίηση ότι οι τελικές κατηγορίες περιλαμβάνουν όλες τις σχετικές υποκατηγορίες και όλα τα δεδομένα. Έγινε επανέλεγχος των κατηγοριών που προέκυψαν από τις σημειώσεις των παρατηρούμενων τάσεων.

Στάδιο 5
Στο Στάδιο 5, αφού έγινε έλεγχος των τελικών κατηγοριών, έγινε η καταμέτρηση των υποθέσεων που είχαν καταγραφεί κάτω από κάθε κατηγορία. Επειδή είχε χρησιμοποιηθεί εξ αρχής αρίθμηση των λιστών των υποθέσεων, η καταμέτρηση ήταν αυτόματη.
Σε μία νέα λίστα (Taxonomy 3), συνοπτική πλέον, μεταφέρθηκαν με σειρά όλες οι κατηγορίες (κεφάλαια και υπο-κεφάλαια) και δίπλα καταγράφηκε ο αριθμός των υποθέσεων. Έγινε επανειλημμένα έλεγχος από την Taxonomy 2 και την Taxonomy 1 και μεταξύ των λιστών αυτών.
Η Taxonomy 3 συνιστά τον καθρέφτη των αποτελεσμάτων της ποσοτικής προσέγγισης, τον πίνακα αναφοράς.
Οι κατηγορίες σε σχέση με τις παρατηρούμενες τάσεις τελειοποιήθηκαν.

Ευρήματα

Προέκυψαν οι κατηγορίες που φαίνονται στο συνοπτικό πίνακα αναφοράς, που βασικά είναι ο πίνακας Τaxonomy 3:

Σημειώνεται ότι η μετάφραση έγινε εκ των υστέρων, για τους σκοπούς της παρουσίασης στην προαναφερόμενη διοργάνωση.

Υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες αδικημάτων: (α) Τα αδικήματα που βασίζονται στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο Κεφ. 154, και (β) τα αδικήματα που σχετίζονται με τη μη συμμόρφωση σε νόμους που ποινικοποιούν τη μη συμμόρφωση σε αυτούς (regulatory non-compliance).

Οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις που αφορούν στη μη συμμόρφωση με νόμους είναι περισσότερες (N=587) σε σχέση με τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις που αφορούν σε αδικήματα που περιλαμβάνονται στον κοινό ποινικό κώδικα (Ν=479).

Όσον αφορά τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις που αφορούν σε αδικήματα που περιλαμβάνονται στον κοινό ποινικό κώδικα, υπάρχει μία ποικιλία αδικημάτων, ωστόσο η πλειοψηφία, αυτή που διαμορφώνει και το αποτέλεσμα σε σχέση με την κατηγορία αυτή, αφορά σε αδικήματα που σχετίζονται με τις επιταγές (N=350) και σε αδικήματα που σχετίζονται με ψευδείς παραστάσεις (Ν=63), ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είχε παρατηρηθεί η χρήση και των δύο νομικών βάσεων σε σχέση με τα ίδια γεγονότα.

Πιο εντυπωσιακό ίσως ήταν το αποτέλεσμα σε σχέση με τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις που αφορούν σε μη συμμόρφωση με νόμους που περιέχουν ποινικές διατάξεις. Δημιουργήθηκαν 9 υπο-κατηγορίες, οι οποίες κάλυπταν τουλάχιστον 63 νόμους. Η εικόνα αυτή, θύμισε ό,τι ο καθηγητής Richard Macrory είχε περιγράψει σε μία αναφορά του το 2006 (“Regulatory Justice: Making Sanctions Effective”):

“Offences relating to regulatory non-compliance come in many forms: some impose strict liability, some allow for defences like taking reasonable precautions or similar wording, some require proof of knowledge or intent. The rationale for the differences is not always clear… … there may be a case for decriminalising certain offences thereby reserving criminal sanctions for the most serious cases of regulatory non-compliance.”

Με δεδομένο ότι την πλειοψηφία των ιδιωτικών ποινικών διώξεων καταλαμβάνουν τα αδικήματα που σχετίζονται με τις επιταγές και η προσπάθεια επιβολής της νομιμότητας, διαφάνηκε ότι η χρήση τους για τη δίωξη άλλης φύσης αδικημάτων του κοινού ποινικού κώδικα δεν είναι τόσο συχνή. Κατ’ επέκταση και οι όποιες τάσεις κατάχρησης θα ήταν περιορισμένες στη μειοψηφία των τελευταίων αδικημάτων, μία μειοψηφία που διακινούμενη μέσα στο χρονικό διάστημα που κατέλαβε η έρευνα, αφήνει να εντυπωθεί ότι οι καταχρήσεις συνιστούν την εξαίρεση.

Τα ζητήματα που προκύπτουν από τον αριθμό των ιδιωτικών ποινικών διώξεων για λόγους μη συμμόρφωσης με νόμους είναι ακόμα περισσότερα και διεισδύουν στην ανάγκη διαχωρισμού της ποινικής ευθύνης από την απλά παράνομη συμπεριφορά. Ειδικότερα, έτυχε παρατήρησης η υπερβολική χρήση, από το νομοθέτη, του μέτρου της ποινικοποίησης για να εξαναγκάζει τη συμμόρφωση στους νόμους του, ενώ θα μπορούσαν να υπάρχουν και εναλλακτικοί τρόποι, τουλάχιστον σε ένα πρώτο στάδιο. Η νομοθετική αυτή τάση, όπως τουλάχιστον δείχνει και η αναφορά του Macrory (2006), είχε απασχολήσει και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Απασχολεί σε συνάρτηση με την ευκολία που πλέον δημιουργείται στο να καταστεί ένα πρόσωπο ποινικά υπεύθυνο και δη χωρίς υπαιτιότητα. Υπάρχουν βέβαια και νόμοι που ποινικοποιούν συμπεριφορές που πράγματι είναι σοβαρές, με την έννοια του αντίκτυπού τους στην κοινωνία ή τον άνθρωπο. Υπάρχουν όμως και νόμοι, κυρίως κάποιοι παλαιοί νόμοι, στους οποίους ίσως θα έπρεπε να αναθεωρηθεί το ποινικό σκέλος. Για παράδειγμα, ίσως να μη χρειάζεται για την παράνομη βόσκηση να ασχολείται η ποινική δικαιοσύνη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι τα αδικήματα που σχετίζονται με τις επιταγές είχαν αυξηθεί πριν από την οικονομική κρίση του 2013, σαν αυτή η αύξηση να είχε δώσει τα δικά της μηνύματα, να ήταν ένας προάγγελος μέσα από τη διασάλευση των συναλλαγών:

2008: N=12

2009: N=16

2010: N=26

2011: N=45

2012: N=58

2013: N=96

2014: N=19

2015: N=17

e.tc.

Μετά την οικονομική κρίση του 2013, είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι υπήρξε μία αύξηση των ιδιωτικών ποινικών διώξεων σε σχέση με την απασχόληση, κυρίως αυτών που βασίζονται στον περί Προστασίας των Μισθών Νόμο 35(Ι)/2007, όπου εκεί παρουσιάστηκαν αρκετές ιδιωτικές ποινικές διώξεις sensu stricto, δηλαδή όχι μόνο από τον Διευθυντή του Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων, αλλά και από τους απασχολούμενους. Οπότε εκεί παρουσιάστηκε το υποφαινόμενο οι ιδιώτες να ενεργούν σε σχέση με το Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων ό,τι και με τις αρμόδιες διωκτικές αρχές, να αναλαμβάνουν την κατάσταση στα χέρια τους και να μην ενεργούν μέσω οποιασδήποτε αρχής.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,