Το Ανώτατο απέρριψε αίτηση φυγόδικου που ζητείται στη Ρωσία για αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση φυγόδικου που ζητείται στη Ρωσία σε σχέση με αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών ο οποίος επιζητούσε να κηρυχθεί η κράτησή του με σκοπό την έκδοσή του, ως παράνομη.

Σύμφωνα με τα γεγονότα, όπως αυτά αποτυπώνονται στην πρωτόδικη απόφαση, ο αιτητής αφίχθηκε στο αεροδρόμιο Λάρνακας στις 7.11.2017, από το Ισραήλ. Την ίδια ημέρα συνελήφθηκε δυνάμει προσωρινού εντάλματος σύλληψης, στο πλαίσιο αιτήματος για έκδοσή του στη Ρωσική Ομοσπονδία.

Ζητείται από τη Ρωσική Ομοσπονδία για να δικαστεί σε σχέση με αδικήματα διακίνησης ναρκωτικών, τα οποία, κατ΄ ισχυρισμό, διέπραξε, μαζί με άλλα πρόσωπα, στην επικράτεια του Κρασνοντάρ. Φέρεται, ως μέλος οργανωμένης ομάδας, να προέβαινε, επανειλημμένα, σε εμπορία ναρκωτικών ουσιών.

Όπως παρατίθεται στην απόφαση του Ανωτάτου, η ακροαματική διαδικασία ήταν χρονοβόρα, λόγω εκτεταμένης μαρτυρίας, αλλά και αλλαγής τεσσάρων συνηγόρων εκπροσώπησης του αιτητή.

Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 21.5.2020, ήτοι 2½ περίπου χρόνια μετά την αρχική σύλληψη του εκζητούμενου. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι είχαν τεκμηριωθεί οι προϋποθέσεις έκδοσης και ενέκρινε το αίτημα.

Ο αιτητής επιζητεί την κήρυξη της κράτησής του με σκοπό την έκδοσή του, ως παράνομη. «Πιο συγκεκριμένα, θέτει ότι η έκδοσή του συνιστά άδικο και καταπιεστικό μέτρο, παραβιάζει το δικαίωμά του σε δίκαιη δίκη και προσβάλλει τα κατοχυρωμένα εκ του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) δικαιώματά του».

«Η περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νομοθεσία είναι υψίστης σπουδαιότητας και διαδραματίζει αποφασιστικό ρόλο στην καταπολέμηση του εγκλήματος σε διεθνή κλίμακα, με την παρεμπόδιση εγκληματιών να καταφύγουν σε άλλη χώρα προκειμένου να αποφύγουν τη δίκη και την τιμωρία», αναφέρεται.  «Οι αρχές της αβροφροσύνης και αμοιβαιότητας που καλύπτουν τις διακρατικές σχέσεις συνηγορούν όπως υποχρεώσεις των κρατών θα πρέπει – με σεβασμό στη διαφορετικότητα των νομικών συστημάτων και διαδικασιών – να τηρούνται και να μην εμποδίζεται η εκπλήρωσή τους για ασήμαντους λόγους», προστίθεται, μεταξύ άλλων.

Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ο αιτητής παρουσιάζεται να διέπραξε τα επίδικα αδικήματα το 2010. Λίγο αργότερα, εγκατέλειψε τη Ρωσική Ομοσπονδία και μετέβηκε στο Ισραήλ, όπου διαμένουν συγγενικά του πρόσωπα.

«Η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι και της σύλληψης του, στην Κύπρο, τον Νοέμβριο του 2017, αλλά και η εκτεταμένη πρωτόδικη διαδικασία, αποτέλεσε το βάθρο στήριξης ισχυρισμού περί παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης από τυχόν έκδοσή του και πρόκλησης αδικίας και καταπίεσης, λόγω διαφοροποίησης των δεδομένων της ζωής του και των εύλογων προσδοκιών του», αναφέρεται.

Σύμφωνα με το Ανώτατο, ο αιτητής είχε πλήρη γνώση, τόσο ως προς την ύπαρξη εις βάρος του αστυνομικής έρευνας, όσο και ως προς τη συνέχιση των εις βάρος του διαδικασιών. «Η ίδια η συμπεριφορά του ορθά αντικρίσθηκε ως ιδιαίτερης σημασίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Εγκαταλείποντας τη Ρωσική Ομοσπονδία, ουδέποτε επέστρεψε για να επισκεφθεί είτε την οικογένειά του, είτε τη νεαρή γυναίκα με την οποία διατηρούσε δεσμό. Αντιθέτως, η τελευταία μετέβαινε για κάθε φορά συνάντησής τους στο Ισραήλ», αναφέρεται.

Αυτά, προστίθεται, «επιμαρτυρούν ότι, η απόφασή του να εγκαταλείψει τη χώρα του, ήταν άμεσα συναρτημένη με τη γνώση του σε σχέση με την ύπαρξη των εναντίον του κατηγοριών. Υπό αυτά τα δεδομένα, η επιβολή ή μη περιοριστικών όρων, δεν ενείχε αποφασιστική σημασία. ΄Ο,τι επιδρούσε καταλυτικά, ήταν η εκκρεμότητα εις βάρος του, διαδικασιών ποινικής φύσης και η εγκατάλειψη της χώρας του, προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες των κατηγοριών».

Προσθέτω, συνεχίζει η απόφαση του Ανωτάτου, «ότι οι αρμόδιες αρχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας προχώρησαν χωρίς καθυστέρηση σε ένταλμα σύλληψης εναντίον του από τον Δεκέμβριο του 2010 και, ακολούθως, στη συμπερίληψη του ονόματός του στη σχετική λίστα της Ιντερπόλ και στην έκδοση διατάγματος προσωποκράτησής του.

Σε σχέση με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην εκδίκαση της υπόθεσης πρωτόδικα το Ανώτατο δεν την παραβλέπει, σημειώνοντας ωστόσο ότι «σε αυτή συνέτεινε και η ίδια η συμπεριφορά του αιτητή, αφού προέβαινε σε συνεχή αιτήματα προς αναβολή, προκειμένου να παρουσιάσει τη δική του μαρτυρία, αλλά και αντικαθιστώντας κατ΄ επανάληψη τους συνηγόρους που τον εκπροσωπούσαν».

Το ίδιο φαινόμενο, αναφέρεται, παρουσιάστηκε και κατά την εκδίκαση της παρούσας αίτησης, όπου τον εκπροσώπησε νέα συνήγορος και προέκυψε, αναπόφευκτα, η ανάγκη συχνών αναβολών, ούτως ώστε να προετοιμάσει την υπόθεσή της με τη λήψη και μελέτη των εκτεταμένων πρωτόδικων πρακτικών, αλλά και με την υποβολή άλλων αιτημάτων, όπως η προσκόμιση συμπληρωματικής μαρτυρίας.

«Υπό το φως των πιο πάνω, το ζήτημα της παρόδου μακρού χρόνου, δεν συνιστά παράγοντα παραβίασης του δικαιώματος δίκαιης δίκης, ούτε και καθιστά την έκδοση άδικη ή καταπιεστική, δεδομένης και της σοβαρότητας των κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο αιτητής, κατηγορίες που δεν εξαντλούνται στην διακίνηση σε μία περίπτωση και μόνο, στις 3.11.2010, μικρής ποσότητας ναρκωτικών, όπως προβάλλει η ευπαίδευτη συνήγορός του, αλλά εκτείνονται στην εμπλοκή του σε οργανωμένη ομάδα διακίνησης, επανειλημμένως, ναρκωτικών ουσιών», προστίθεται.

Σε σχέση με το κατά πόσο υπάρχει εύλογη πιθανότητα παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ το Ανώτατο αποφάνθηκε ότι «στην υπό κρίση υπόθεση, το όλο φάσμα των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ορθά κρίθηκε ότι δεν συνηγορούσε στην ικανοποίηση ύπαρξης εύλογης πιθανότητας παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Οι όποιες ανεπάρκειες του συστήματος δεν επιδρούσαν προς την κατεύθυνση αυτή».

«Ορθά συνυπολογίστηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο οι διαβεβαιώσεις, υπό τύπο εγγυήσεων (τεκμήριο 2), οι οποίες δόθηκαν από τη Ρωσική Ομοσπονδία και οι οποίες προέρχονται από το Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα», αναφέρεται. Σε αυτές, συμπληρώνεται, «συμπεριλαμβάνεται και το ότι ο αιτητής θα έχει δικαίωμα εκπροσώπησής του από δικηγόρο και ότι, προς διασφάλιση τήρησής τους, παρέχεται στην εκεί Κυπριακή Πρεσβεία η δυνατότητα επίσκεψης λειτουργού της στους χώρους όπου θα κρατείται ο αιτητής».

«Επιπρόσθετα, δεν προσφέρθηκαν οποιαδήποτε στοιχεία προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι σε περίπτωση έκδοσής του, ο αιτητής θα υποστεί βασανιστήρια, απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση», σημειώνεται.

Ούτε, προστίθεται, «και τέθηκε μαρτυρία περί δίωξής του για τα πολιτικά του φρονήματα ή τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ή για οποιοδήποτε άλλο αδίκημα».

Πηγή : ΚΥΠΕ

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,