Η νομοθεσία προστατεύει πλήρως τα θύματα εργασιακού εκφοβισμού, εφόσον υποβάλουν παράπονο, είπε στο ΚΥΠΕ, η Επίτροπος Διοικήσεως, Μαρία Στυλιανού-Λοττίδη, υπογραμμίζοντας, ωστόσο, ότι η υποβολή παραπόνου από τον άμεσα επηρεαζόμενο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση.
Η Επίτροπος κλήθηκε από το ΚΥΠΕ να σχολιάσει συγκεκριμένη καταγγελία που είδε το ΚΥΠΕ, αναφορικά με ισχυριζόμενη «δυσμενή» μεταχείριση υπαλλήλου στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Κύπρου στη Νέα Υόρκη (ΜΑΝΥ), σύμφωνα με την οποία η Επίτροπος υιοθέτησε τις θέσεις του Υπουργείου Εξωτερικών.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υπάλληλος, η οποία εργοδοτείται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου για εκτέλεση γραφειακών καθηκόντων από τη ΜΑΝΥ, επιστρέφοντας στα καθήκοντά της μετά από άδεια ασθενείας, της αφαιρέθηκε ο τίτλος της «προσωπικής βοηθού» της Αρχηγού της αποστολής.
Σύμφωνα με την Επίτροπο Διοικήσεως, η συγκεκριμένη ενέργεια κρίνεται πάντοτε από τις ανάγκες της υπηρεσίας και είναι στην απόλυτη κρίση του εκάστοτε προϊσταμένου. «Τα ζητήματα εσωτερικής ανάθεσης καθηκόντων είναι κατ’ εξοχήν εσωτερικό μέτρο διοίκησης, ακόμα και αν ήταν δημόσιος υπάλληλος», σημείωσε, αναφέροντας ότι δεν αποτελεί διοικητική πράξη και «η νομολογία είναι ξεκάθαρη, προκειμένου να μην προσβάλλονται στο Διοικητικό Δικαστήριο θέματα που αφορούν εσωτερικές διαδικασίες και ρυθμίσεις για την ομαλή λειτουργία μιας υπηρεσίας».
Υπογράμμισε ότι η θέση για την οποία προσλήφθηκε η συγκεκριμένη υπάλληλος είναι η εκτέλεση γραφειακών καθηκόντων. «Από νομικής πλευράς, υπάρχει πλήρης νομιμότητα και είναι στη διακριτική ευχέρεια του Αρχηγού αποστολής ποια πρόσωπα θα χρησιμοποιήσει σε τι καθήκοντα», είπε.
Καθώς στην καταγγελία που είδε το ΚΥΠΕ γίνεται λόγος για εκφοβιστική συμπεριφορά, ερωτηθείσα η Επίτροπος ανέφερε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ίδια η επηρεαζόμενη δεν υπέβαλε ποτέ παράπονο στο Υπουργείο Εξωτερικών, ώστε να τίθεται θέμα ότι δεν απαντήθηκε το αίτημά της. Αν και σε αυτή την περίπτωση, διευκρίνισε, ούτε το Υπουργείο Εξωτερικών θα μπορούσε να υποκαταστήσει την κρίση της διοίκησης για το ποιο πρόσωπο θα εκτελεί συγκεκριμένα καθήκοντα.
Σε ερώτηση τι γίνεται σε περίπτωση που το θύμα εκφοβισμού φοβάται ή δεν είναι σε θέση να υποβάλει παράπονο και κατά πόσο η καταγγελία μπορεί να γίνει από κάποιον τρίτο, η Επίτροπος είπε ότι το θύμα προστατεύεται όταν έρθει στον Επίτροπο Διοικήσεως, εφόσον δεν λάβει μέτρα ο προϊστάμενος.
«Δεν τίθεται θέμα αντεκδίκησης του θύματος. Ο νόμος τον προστατεύει από τυχόν εκδικητική εκφοβιστική συμπεριφορά. Δεν μπορούν να ληφθούν εκδικητικά μέτρα εναντίον παραπονούμενου, επειδή υπέβαλε παράπονο. Υπάρχει ρητή πρόνοια στον νόμο του Επιτρόπου Διοικήσεως, ότι είναι ποινικό αδίκημα τυχόν εκδικητική συμπεριφορά», είπε η Επίτροπος, σημειώνοντας ότι δεν πρέπει να υπάρχει κανένας φόβος, «είναι πλήρως προστατευμένα τα κατ’ ισχυρισμόν θύματα, και με τον νόμο περί εκφοβιστικής συμπεριφοράς και με τον νόμο περί Επιτρόπου Διοικήσεως».
Η Επίτροπος επανέλαβε, όμως, ότι δεν μπορεί να εξεταστεί υπόθεση χωρίς τη μαρτυρία του ίδιου του θύματος. Εξήγησε ότι ο νόμος περί εκφοβισμού λέει ότι σε περίπτωση παραπόνου για εκφοβισμό, η Επίτροπος πρέπει να εξετάσει κατά πόσο ο προϊστάμενος έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και καταγγελίες του παραπονούμενου, εξέτασε το θέμα και αποκατέστησε την ομαλότητα, εφόσον υπήρχε έδαφος για εκφοβιστική συμπεριφορά. Αν δεν το κάνει, είναι υπόλογος και αρχίζουν άλλες διαδικασίες.
«Ως εκ τούτου, η υποβολή παραπόνου από το επηρεαζόμενο πρόσωπο είναι απαραίτητη για την ενεργοποίηση των προνοιών της νομοθεσίας. Εν τη απουσία τέτοιας καταγγελίας, πώς μπορούν να ληφθούν μέτρα; Ο νόμος είναι ξεκάθαρος και καταλογίζει ευθύνη στον προϊστάμενο αν δεν λάβει μέτρα. Αλλά για να λάβει μέτρα πρέπει να έχει καταγγελία. Και για να έρθει στον Επίτροπο, πρέπει να εξεταστεί ότι ο προϊστάμενος έλαβε καταγγελία και δεν έκανε κάτι», ανέφερε, σημειώνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπήρξε καμία καταγγελία για εκφοβιστική συμπεριφορά.
πηγή: ΚΥΠΕ

