Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν

Η συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στον διάλογο και στις διαχρονικές εντάσεις. Η συνάντηση εντάσσεται στο πλαίσιο της προσπάθειας διατήρησης των λεγόμενων «ήρεμων νερών», μιας στρατηγικής που τα τελευταία χρόνια έχει συμβάλει στη μείωση των επεισοδίων και στη δημιουργία ενός πιο προβλέψιμου διπλωματικού περιβάλλοντος.

Βασικός στόχος της ελληνικής πλευράς είναι να παραμείνουν ανοιχτοί οι δίαυλοι επικοινωνίας χωρίς να υπάρξουν αποκλίσεις από τις πάγιες εθνικές θέσεις. Η Αθήνα εξακολουθεί να υποστηρίζει ότι η μοναδική διαφορά που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης είναι η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, δηλαδή της υφαλοκρηπίδας και της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Παράλληλα, επιδιώκει ο διάλογος να βασίζεται στο διεθνές δίκαιο και να αποφεύγονται ζητήματα που αγγίζουν θέματα κυριαρχίας.

Οι προσδοκίες, ωστόσο, παραμένουν συγκρατημένες. Δεν αναμένονται θεαματικές συμφωνίες ή άμεσες λύσεις στα δύσκολα ζητήματα που βαραίνουν τις σχέσεις των δύο χωρών εδώ και δεκαετίες. Αντίθετα, η αξία της συνάντησης εντοπίζεται κυρίως στη διατήρηση της σταθερότητας και στη σταδιακή οικοδόμηση εμπιστοσύνης. Σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από πολέμους, ενεργειακές ανακατατάξεις και αυξημένες μεταναστευτικές πιέσεις, η αποφυγή μιας ελληνοτουρκικής κρίσης θεωρείται στρατηγικό κέρδος τόσο για την Αθήνα όσο και για την ευρύτερη περιοχή.

Την ίδια στιγμή, δεν λείπουν οι προκλήσεις. Δηλώσεις και κινήσεις από την τουρκική πλευρά πριν από τη συνάντηση υπενθυμίζουν ότι οι διαφωνίες παραμένουν βαθιές. Θέματα όπως οι στρατιωτικές ισορροπίες στο Αιγαίο ή οι διαφορετικές ερμηνείες του διεθνούς δικαίου συνεχίζουν να δημιουργούν ένα υπόστρωμα καχυποψίας. Παρόλα αυτά, η ύπαρξη μιας «θετικής ατζέντας» συνεργασίας λειτουργεί ως αντίβαρο.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το οικονομικό σκέλος των σχέσεων. Οι δύο χώρες έχουν θέσει ως στόχο την αύξηση του διμερούς εμπορίου στα 10 δισεκατομμύρια δολάρια, ένα φιλόδοξο εγχείρημα που θα μπορούσε να δημιουργήσει αμοιβαία οφέλη και να λειτουργήσει ως παράγοντας σταθεροποίησης. Η ενίσχυση της συνεργασίας σε τομείς όπως ο τουρισμός, οι μεταφορές, η ενέργεια και η καινοτομία μπορεί να μετατρέψει την οικονομική αλληλεξάρτηση σε εργαλείο αποκλιμάκωσης.

Επισημαίνεται ότι παρατηρείται μια πιο σιωπηρή μετατόπιση στη διπλωματική προσέγγιση των δύο πλευρών. Χωρίς μεγάλες δηλώσεις ή εντυπωσιακές πρωτοβουλίες, φαίνεται να καλλιεργείται μια πιο ρεαλιστική αντίληψη, ότι, δηλαδή, η πλήρης επίλυση των διαφορών είναι δύσκολη στο άμεσο μέλλον, αλλά η διαχείρισή τους είναι απολύτως εφικτή. Αυτή η προσέγγιση δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα αντί της σύγκρουσης. Σε γεωστρατηγικό επίπεδο, η Ελλάδα επιδιώκει να παρουσιαστεί ως πυλώνας ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, διατηρώντας ισχυρές συμμαχίες και ταυτόχρονα προωθώντας τον διάλογο με την Τουρκία. Από την πλευρά της, η Άγκυρα φαίνεται να αναζητά τρόπους βελτίωσης των σχέσεων με τη Δύση, κάτι που καθιστά τις ήπιες σχέσεις με την Αθήνα ακόμη πιο σημαντικές.

Η ιστορία των ελληνοτουρκικών σχέσεων δείχνει ότι οι περίοδοι έντασης εναλλάσσονται με φάσεις προσέγγισης. Από τις κρίσεις του παρελθόντος μέχρι τις προσπάθειες διπλωματικής εξομάλυνσης, το βασικό δίδαγμα είναι ότι ο διάλογος, ακόμη και όταν δεν οδηγεί άμεσα σε λύσεις, μειώνει τον κίνδυνο απρόβλεπτων εξελίξεων. Η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν δεν αναμένεται να αλλάξει δραματικά το τοπίο. Μπορεί όμως να επιβεβαιώσει ότι και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν την αξία της συνεννόησης. Σε μια εποχή διεθνούς αστάθειας, η διατήρηση ενός σταθερού ελληνοτουρκικού διαλόγου ίσως αποτελεί από μόνη της μια σημαντική επιτυχία και ένα απαραίτητο θεμέλιο για το μέλλον.

Print Friendly, PDF & Email
Ετικέτες: