Η γυναικοκτονία στο κυπριακό ποινικό δίκαιο, η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης και η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων
Όταν μία γυναίκα χάνει τη ζωή της από εγκληματική πράξη, η πρώτη και αυτονόητη νομική ερώτηση είναι εάν έχει διαπραχθεί ανθρωποκτονία και ποιος φέρει την ποινική ευθύνη. Η σύγχρονη προσέγγιση, όμως, θέτει και ένα δεύτερο ερώτημα: εάν ο θάνατος αποτελεί την ακραία κατάληξη ενός κύκλου έμφυλης βίας, συντροφικής ή ενδοοικογενειακής βίας, καταναγκασμού, εκμετάλλευσης ή άλλης συμπεριφοράς που συνδέεται με το φύλο του θύματος.
Στην Κυπριακή Δημοκρατία το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί πλέον μόνο αντικείμενο κοινωνικής ή ακαδημαϊκής συζήτησης. Έχει εισέλθει ρητά στο πεδίο του ποινικού δικαίου.
Ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας και περί Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2021, Ν. 115(Ι)/2021, όπως τροποποιήθηκε το 2022, περιλαμβάνει πλέον ειδική διάταξη για τη γυναικοκτονία. Το άρθρο 10Α προβλέπει ότι πρόσωπο το οποίο επιφέρει τον θάνατο γυναίκας με παράνομη πράξη ή παράλειψη είναι ένοχο του αδικήματος της γυναικοκτονίας και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.
Η επιλογή αυτή του Κύπριου νομοθέτη δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον νομικό ζήτημα για το τι σημαίνει, στην πράξη και στη θεωρία του ποινικού δικαίου, η μετάβαση από την έννοια της ανθρωποκτονίας στην ειδική νομοθετική αναγνώριση της γυναικοκτονίας;
Το κυπριακό Ποινικό Δίκαιο προστατεύει την ανθρώπινη ζωή ανεξάρτητα από το φύλο του θύματος. Η ανθρωποκτονία αποτελεί, επομένως, μία από τις σοβαρότερες προσβολές του εννόμου αγαθού της ζωής.
Η θέσπιση της γυναικοκτονίας δεν σημαίνει ότι η ζωή μιας γυναίκας αποκτά μεγαλύτερη αξία από τη ζωή ενός άνδρα. Η ουσία της νέας ρύθμισης βρίσκεται αλλού.Βρίσκεται στην αναγνώριση ότι υπάρχουν θανατώσεις γυναικών οι οποίες, για να κατανοηθούν πλήρως, δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από το φαινόμενο της βίας κατά των γυναικών.
Η κυπριακή νομοθεσία είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό. Το άρθρο 10Α δεν περιορίζει τη γυναικοκτονία σε μία συγκεκριμένη σχέση δράστη και θύματος ούτε απαιτεί, στη βασική του διατύπωση, να αποδειχθεί ειδικό κίνητρο μισογυνισμού. Αντίθετα, ο νομοθέτης προσδιορίζει χωριστά συγκεκριμένες περιστάσεις τις οποίες το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη ως επιβαρυντικούς παράγοντες κατά την επιμέτρηση της ποινής.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η βία από ερωτικό σύντροφο, ο μισογυνισμός, η ενδοοικογενειακή βία, η βία για λόγους τιμής ή θρησκευτικών πεποιθήσεων, η βία λόγω σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου, η σεξουαλική εκμετάλλευση και εμπορία προσώπων, καθώς και άλλες ειδικές μορφές βίας.
Η διάκριση αυτή είναι νομικά σημαντική.!
Άλλο είναι το συστατικό στοιχείο του αδικήματος και άλλο μία περίσταση που επιβαρύνει την ποινική μεταχείριση.
Η διάκριση αυτή αναμένεται να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος όταν η κυπριακή νομολογία αρχίσει να διαμορφώνει συστηματικά την ερμηνεία του άρθρου 10Α.
Η σχέση της γυναικοκτονίας με την ανθρωποκτονία
Ένα από τα πρώτα ερωτήματα που ανακύπτουν είναι η σχέση του άρθρου 10Α με τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί ανθρωποκτονίας.
Σε επίπεδο προστατευόμενου εννόμου αγαθού, η απάντηση είναι απλήκαι στις δύο περιπτώσεις προστατεύεται η ανθρώπινη ζωή.
Σε επίπεδο νομικής τυποποίησης, όμως, ο νομοθέτης έχει επιλέξει να δημιουργήσει δύο διαφορετικές ονομασίες για δύο κατηγορίες θανατηφόρας εγκληματικής συμπεριφοράς.
Η γυναικοκτονία εντάσσεται ταυτόχρονα στον κατάλογο των «αδικημάτων βίας κατά γυναίκας» του Ν. 115(Ι)/2021. Ο ίδιος νόμος περιλαμβάνει στο προστατευτικό του πλαίσιο την ψυχολογική βία, τη σεξουαλική παρενόχληση, την οικονομική βία, τη διάδοση υλικού πορνογραφικού ή σεξουαλικού περιεχομένου και άλλα αδικήματα που σχετίζονται με τη βία κατά των γυναικών.
Η γυναικοκτονία, επομένως, δεν βρίσκεται νομοθετικά απομονωμένη. Αποτελεί το ακραίο σημείο ενός ευρύτερου νομοθετικού συστήματος.
Και αυτό έχει σημασία…
Διότι το ποινικό δίκαιο δεν αντιμετωπίζει πλέον μόνο το τελικό αποτέλεσμα. Αναγνωρίζει και συμπεριφορές που μπορεί να προηγούνται της θανατηφόρας βίας.
Η πιο σημαντική ίσως συμβολή της σύγχρονης νομικής προσέγγισης είναι η αναγνώριση ότι η βία κατά των γυναικών μπορεί να εξελίσσεται σταδιακά.
Μπορεί να αρχίσει με έλεγχο…
Να συνεχιστεί με απειλές.
Να εξελιχθεί σε παρακολούθηση, ψυχολογική πίεση, οικονομικό αποκλεισμό ή σωματική βία.
Και σε ορισμένες περιπτώσεις να καταλήξει στη θανάτωση.
Η γυναικοκτονία, υπό αυτή την έννοια, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως ένα μεμονωμένο γεγονός που αρχίζει και τελειώνει τη στιγμή του θανάτου.
Για τον νομικό, το ιστορικό της σχέσης μεταξύ δράστη και θύματος μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία. Προηγούμενες καταγγελίες, απειλές, περιστατικά βίας, παραβιάσεις περιοριστικών μέτρων και άλλες συμπεριφορές μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση και τους κανόνες απόδειξης, να συμβάλλουν στην κατανόηση του πραγματικού πλαισίου μέσα στο οποίο τελέστηκε το έγκλημα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε προηγούμενη σύγκρουση ή κάθε περιστατικό σε μία σχέση πρέπει αυτομάτως να μετατρέπεται σε απόδειξη έμφυλης βίας.
Σημαίνει ότι η ποινική δικαιοσύνη δεν πρέπει να εξετάζει μηχανικά μόνο την τελευταία πράξη, όταν το σύνολο των πραγματικών περιστατικών αποκαλύπτει ένα προγενέστερο μοτίβο.
Η κυπριακή νομοθετική εξέλιξη πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Πρόληψη και Καταπολέμηση της Βίας κατά των Γυναικών και της Ενδοοικογενειακής Βίας, γνωστής ως Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης.
Η Κυπριακή Δημοκρατία υπέγραψε τη Σύμβαση στις 16 Ιουνίου 2015, την κύρωσε στις 10 Νοεμβρίου 2017 και αυτή τέθηκε σε ισχύ για την Κύπρο την 1η Μαρτίου 2018.
Η Σύμβαση στηρίζεται σε μία ολοκληρωμένη προσέγγιση που περιλαμβάνει την πρόληψη, την προστασία των θυμάτων, τη δίωξη των δραστών και την ανάπτυξη συντονισμένων πολιτικών.
Η σημασία της για τη γυναικοκτονία είναι ιδιαίτερη, διότι το φαινόμενο δεν αντιμετωπίζεται ως ένα απομονωμένο ποινικό γεγονός, αλλά ως η πλέον ακραία μορφή βίας κατά των γυναικών.
Η ίδια η GREVIO έχει αναδείξει τα gender-related killings of women ως την πιο ακραία και βάναυση εκδήλωση βίας κατά των γυναικών και έχει αποφασίσει να αναπτύξει ειδική γενική σύσταση για την πρόληψη, προστασία και δίωξη των έμφυλων δολοφονιών γυναικών και κοριτσιών.
Η συζήτηση για τη γυναικοκτονία δεν αφορά μόνο το πώς θα τιμωρηθεί ο δράστης.Αφορά και το πώς μπορεί να προληφθεί ο επόμενος θάνατος.
Εδώ η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Η προστασία της ζωής κατά το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δεν περιορίζεται στην υποχρέωση του κράτους να μην αφαιρεί το ίδιο αυθαίρετα τη ζωή.
Υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δημιουργεί και θετικές υποχρεώσεις προστασίας.
Η νομολογία του ΕΔΔΑ σε υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας έχει αναπτύξει την αρχή ότι, όταν οι αρμόδιες αρχές γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν την ύπαρξη πραγματικού και άμεσου κινδύνου για τη ζωή συγκεκριμένου προσώπου, οφείλουν να λαμβάνουν τα μέτρα που μπορούν εύλογα να αναμένονται από αυτές για την αποτροπή του κινδύνου.
Η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη γυναικοκτονία.
Στην υπόθεση Opuz v. Turkey,2009 European Court of Human Rights (ECHR) το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2, κρίνοντας ότι οι τουρκικές αρχές, παρότι είχαν ενημερωθεί για σοβαρές απειλές και περιστατικά βίας, δεν έλαβαν τα μέτρα που ήταν ευλόγως διαθέσιμα για να αποτρέψουν τη δολοφονία της μητέρας της προσφεύγουσας.
Η υπόθεση είχε ακόμη μεγαλύτερη σημασία διότι το Δικαστήριο αναγνώρισε τη σύνδεση της ενδοοικογενειακής βίας με την έμφυλη διάκριση.
Με άλλα λόγια, η κρατική αντίδραση στη βία κατά των γυναικών μπορεί, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, να αποκτήσει διάσταση όχι μόνο προστασίας της ζωής και απαγόρευσης απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, αλλά και απαγόρευσης διακρίσεων.
Η νομολογιακή γραμμή συνεχίστηκε και εξελίχθηκε.
Στην Talpis v. Italy, (2017), the European Court of Human Rights (ECtHR) το ΕΔΔΑ εξέτασε υπόθεση συζυγικής βίας η οποία οδήγησε στη δολοφονία του γιου της προσφεύγουσας και στην απόπειρα δολοφονίας της ίδιας.
Το Δικαστήριο διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 2, κρίνοντας ότι η καθυστερημένη και ανεπαρκής αντίδραση των αρχών στην καταγγελία της προσφεύγουσας συνέβαλε στη δημιουργία μιας κατάστασης ατιμωρησίας που επέτρεψε την επανάληψη της βίας.
Η σημασία της νομολογίας αυτής είναι καθοριστική.
Το ερώτημα για το κράτος δεν αρχίζει όταν βρίσκεται ενώπιόν του ένα πτώμα.
Μπορεί να αρχίζει πολύ νωρίτερα.
Όταν υπάρχει καταγγελία.
Όταν υπάρχει απειλή.
Όταν υπάρχει ιστορικό βίας.
Όταν υπάρχει ένδειξη κλιμάκωσης.
Τότε η υποχρέωση του κράτους μπορεί να είναι προληπτική και όχι μόνο κατασταλτική.
Στην Κύπρο, η υπόθεση που σημάδεψε βαθιά τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις δολοφονίες γυναικών είναι η υπόθεση του Νίκου Μεταξά.
Το 2019, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε τη διάπραξη επτά ανθρωποκτονιών, με θύματα πέντε γυναίκες και δύο παιδιά, και καταδικάστηκε σε επτά ποινές διά βίου φυλάκισης.
Η υπόθεση έχει ιδιαίτερη νομική σημασία για έναν λόγο που συχνά παραβλέπεται: το άρθρο 10Α δεν υπήρχε ακόμη.
Η καταδίκη προηγήθηκε της εισαγωγής της γυναικοκτονίας ως αυτοτελούς αδικήματος.
Η υπόθεση Μεταξά, συνεπώς, δεν αποτελεί νομολογία επί του άρθρου 10Α. Αποτελεί, όμως, σημαντικό σημείο αναφοράς για να κατανοήσουμε την εξέλιξη της κυπριακής ποινικής και κοινωνικής αντίληψης γύρω από τη θανάτωση γυναικών.
Εάν μία αντίστοιχη υπόθεση εξεταζόταν σήμερα, το νομικό πλαίσιο θα ήταν διαφορετικό.
Όχι κατ’ ανάγκην ως προς το αν η ζωή προστατεύεται ή ως προς τη δυνατότητα επιβολής ισόβιας κάθειρξης. Η ανθρωποκτονία ήδη τιμωρείται εξαιρετικά αυστηρά.
Η διαφορά βρίσκεται στην ονοματοδότηση, στη νομική τυποποίηση και στην ειδική αναγνώριση της έμφυλης διάστασης της θανατηφόρας βίας.
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα ζητήματα που θα ανακύψουν στη μελλοντική εφαρμογή του άρθρου 10Α αφορά την απόδειξη.
Πώς αποδεικνύεται ότι μία υπόθεση εμπίπτει στο πλαίσιο της γυναικοκτονίας;
Η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί καταρχάς στη συγκεκριμένη νομοθετική διατύπωση και στις γενικές αρχές του ποινικού δικαίου.
Παράλληλα, όμως, η πρακτική εφαρμογή της διάταξης θα αναγκάσει τα Δικαστήρια να αντιμετωπίσουν πραγματικά ζητήματα: το ιστορικό της σχέσης, προηγούμενες καταγγελίες, απειλές, πράξεις ελέγχου, περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, παραβιάσεις διαταγμάτων ή άλλα στοιχεία που ενδέχεται να φωτίζουν το πλαίσιο της εγκληματικής συμπεριφοράς.
Η αξιολόγηση τέτοιων στοιχείων θα πρέπει ασφαλώς να γίνεται σύμφωνα με τους κανόνες της ποινικής απόδειξης και την αρχή του τεκμηρίου αθωότητας.
Η αναγνώριση της έμφυλης διάστασης δεν μπορεί να λειτουργήσει ως υποκατάστατο της απόδειξης.
Μπορεί, όμως, να αποτελέσει σημαντικό μέρος της νομικής κατανόησης της υπόθεσης όταν αυτή αποδεικνύεται από τα πραγματικά περιστατικά.
Η πρόληψη πριν από την ποινική δίκη
Εάν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο το Δίκαιο οφείλει να υπερβεί την παραδοσιακή ποινική λογική, αυτό είναι η πρόληψη.
Μία ποινική καταδίκη έρχεται αφού έχει ήδη συντελεστεί η ανεπανόρθωτη προσβολή.
Η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, αντίθετα, επιβάλλει ένα σύστημα που ξεκινά πριν από το έγκλημα: εκπαίδευση, ενημέρωση, πρόληψη, προστασία, αξιολόγηση κινδύνου, υποστήριξη θυμάτων και αποτελεσματική συνεργασία των αρμόδιων φορέων.
Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει δημιουργήσει σχετικό θεσμικό πλαίσιο και έχει αναπτύξει εθνική στρατηγική και σχέδιο δράσης για την πρόληψη και καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών.
Η εφαρμογή της Σύμβασης εξακολουθεί, παράλληλα, να βρίσκεται υπό διεθνή παρακολούθηση. Το Συμβούλιο της Ευρώπης καταγράφει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε το 2026 την κρατική της έκθεση στο πλαίσιο του πρώτου θεματικού κύκλου αξιολόγησης, ενώ στις 2 Ιουνίου 2026 υιοθετήθηκαν συμπεράσματα σχετικά με την εφαρμογή των συστάσεων της GREVIO από την Κύπρο.
Το γεγονός αυτό υπενθυμίζει ότι η νομοθετική μεταρρύθμιση δεν αποτελεί το τέλος της διαδικασίας.
Αποτελεί την αρχή.
Το επόμενο κεφάλαιο θα γραφτεί από τη νομολογία
Το άρθρο 10Α είναι μία σχετικά νέα διάταξη του κυπριακού δικαίου.
Η πλήρης σημασία του θα διαμορφωθεί μέσα από τη νομολογία.
Τα Δικαστήρια θα κληθούν να προσδιορίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τη σχέση της γυναικοκτονίας με την ανθρωποκτονία, να αποσαφηνίσουν τα στοιχεία του αδικήματος, να ερμηνεύσουν τη λειτουργία των επιβαρυντικών περιστάσεων και να καθορίσουν τον τρόπο με τον οποίο το ιστορικό έμφυλης ή ενδοοικογενειακής βίας μπορεί να εντάσσεται στη συνολική αξιολόγηση μιας υπόθεσης.
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση.
Ο νομοθέτης έχει ήδη δώσει ένα όνομα.
Τώρα η νομολογία πρέπει να δώσει στο όνομα αυτό περιεχόμενο.
Και αυτό το περιεχόμενο πρέπει να διαμορφωθεί με τρόπο συμβατό τόσο με τον σκοπό προστασίας των γυναικών από την έμφυλη βία όσο και με τις θεμελιώδεις αρχές του ποινικού δικαίου: τη νομιμότητα, τη σαφήνεια των ποινικών διατάξεων, το τεκμήριο αθωότητας και την απόδειξη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Το πραγματικό ερώτημα όμως είναι…
Η συζήτηση για τη γυναικοκτονία συχνά περιορίζεται στο εάν χρειαζόταν ή όχι ένας ξεχωριστός νομικός όρος.
Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο.
Μπορεί το Δίκαιο να αναγνωρίσει τη βία πριν αυτή φτάσει στο τελευταίο της στάδιο;
Μπορεί το κράτος να αξιολογήσει μία απειλή όχι ως «οικογενειακή διαφορά», αλλά ως πιθανό δείκτη σοβαρού κινδύνου;
Μπορεί μία καταγγελία να ενεργοποιήσει έγκαιρα τους διαθέσιμους μηχανισμούς προστασίας;
Μπορεί η Αστυνομία, η Δικαιοσύνη, οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, οι υπηρεσίες υγείας και οι υπόλοιποι αρμόδιοι φορείς να λειτουργήσουν ως ένα συνεκτικό σύστημα προστασίας;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που βρίσκονται πίσω από κάθε συζήτηση για τη γυναικοκτονία.
Διότι, όταν η γυναίκα είναι ήδη νεκρή, το ποινικό δίκαιο καλείται να αποδώσει ευθύνη.
Όταν όμως είχε προηγηθεί μία καταγγελία, μία απειλή ή ένα ιστορικό βίας, το κράτος δικαίου καλείται να απαντήσει σε ένα διαφορετικό ερώτημα:
Τι έκανε όταν εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή;
Η εισαγωγή της γυναικοκτονίας στο κυπριακό ποινικό δίκαιο αποτελεί μία σημαντική νομοθετική εξέλιξη. Δεν αναιρεί την προστασία που ήδη παρείχε το ποινικό δίκαιο στην ανθρώπινη ζωή, αλλά προσθέτει ένα ειδικό νομικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση της θανατηφόρας βίας κατά των γυναικών.
Η σημασία της διάταξης, ωστόσο, δεν θα κριθεί μόνο από τον αριθμό των καταδικαστικών αποφάσεων που θα εκδοθούν.
Θα κριθεί από το κατά πόσον το ευρύτερο νομικό και θεσμικό σύστημα θα καταφέρει να μετατρέψει την αναγνώριση της γυναικοκτονίας σε αποτελεσματική πρόληψη της βίας.
Γιατί η δικαιοσύνη μετά τον θάνατο είναι αναγκαία.
Η προστασία πριν από τον θάνατο είναι ακόμη σημαντικότερη.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο νομικό ερώτημα που θέτει η γυναικοκτονία:
Όχι μόνο ποιος ευθύνεται για μία γυναίκα που πέθανε, αλλά εάν το κράτος έκανε ό,τι μπορούσε για να μην πεθάνει.

