Το άρθρο 23Α του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου του 1972 (Ν. 86/1972) ρυθμίζει την ακύρωση της εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος. Ειδικότερα, το εδάφιο (1) προβλέπει τις περιπτώσεις στις οποίες ο Έφορος Μηχανοκινήτων Οχημάτων (εφεξής ο «Έφορος») προβαίνει σε ακύρωση της εγγραφής[1].
Η παράγραφος (α) του άρθρου 23Α(1) αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο ιδιοκτήτης υποβάλλει γραπτό αίτημα[2] για ακύρωση της εγγραφής, ενώ η παράγραφος (β) του άρθρου 23Α(1) προβλέπει τις περιπτώσεις στις οποίες ο Έφορος, εφόσον πεισθεί ότι συντρέχει οποιαδήποτε[3] από τις προβλεπόμενες σε αυτήν περιστάσεις, προβαίνει σε ακύρωση της εγγραφής χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα του ιδιοκτήτη. Στις προβλεπόμενες περιπτώσεις της παραγράφου (β) περιλαμβάνεται και η περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος πεισθεί ότι το όχημα «(iv) εξήχθη μόνιμα από τη Δημοκρατία».
Στην περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος προχώρησε σε ακύρωση της εγγραφής επειδή θεώρησε ότι το μηχανοκίνητο όχημα εξήχθη μόνιμα από τη Δημοκρατία, ήτοι σε ακύρωση βάσει του άρθρου 23Α(1)(β)(iv), και το όχημα στη συνέχεια επανεισάγεται ή μεταφέρεται πίσω στη Δημοκρατία, η αρμόδια διοικητική αρχή θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο εφαρμόζεται η ειδική επιφύλαξη της παραγράφου (β) που προνοεί ως ακολούθως:
«Νοείται ότι, όταν μηχανοκίνητο όχημα του οποίου η εγγραφή ακυρώθηκε δυνάμει της υποπαραγράφου (iv) της παρούσας παραγράφου επανεισάγεται ή μεταφέρεται πίσω στη Δημοκρατία μέσα σε χρονικό διάστημα τριών ετών, από την εξαγωγή του ή τη μεταφορά του εκτός της Δημοκρατίας ο Έφορος, προβαίνει στην επανεγγραφή του και παραχωρεί σε αυτό τα ίδια διακριτικά σημεία ταυτότητας, τα οποία είχε και πριν από την ακύρωση της προηγούμενης εγγραφής, χωρίς την καταβολή του τέλους εγγραφής που προβλέπεται στο Μέρος Ι του Παραρτήματος ».
Συνεπώς, εφόσον διαπιστωθεί ότι η επανεισαγωγή ή η μεταφορά του οχήματος πίσω στη Δημοκρατία πραγματοποιήθηκε εντός τριών ετών από την εξαγωγή του ή τη μεταφορά του εκτός της Δημοκρατίας, η διάταξη δεν φαίνεται να καταλείπει διακριτική ευχέρεια στον Έφορο ως προς το κατά πόσο θα προβεί στην επανεγγραφή. Ο Νόμος ορίζει ότι ο Έφορος «προβαίνει στην επανεγγραφή» του οχήματος. Πρόκειται, συνεπώς, για εκ του Νόμου υποχρέωση. Η επανεγγραφή πραγματοποιείται με τα ίδια διακριτικά σημεία ταυτότητας (πινακίδες) που είχε το όχημα πριν από την ακύρωση της προηγούμενης εγγραφής και χωρίς την καταβολή του τέλους εγγραφής του Μέρους Ι του Παραρτήματος, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε €150.
Με απλά λόγια, εφόσον ο ιδιοκτήτης προσκομίσει τα αναγκαία στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της συγκεκριμένης διάταξης — ιδίως ότι πρόκειται για το όχημα του οποίου η εγγραφή ακυρώθηκε δυνάμει του άρθρου 23Α(1)(β)(iv), ότι αυτό επανεισήχθη ή μεταφέρθηκε πίσω στη Δημοκρατία και ότι η επιστροφή πραγματοποιήθηκε εντός της προβλεπόμενης τριετίας — η Διοίκηση οφείλει να εφαρμόσει την ειδική διαδικασία επανεγγραφής που προβλέπει η εν λόγω διάταξη.
Η συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να διακρίνεται από άλλες περιπτώσεις επανεγγραφής που προβλέπει ο Νόμος. Ενδεικτικά, το άρθρο 5Γ αφορά ειδικά οχήματα των οποίων η εγγραφή ακυρώθηκε λόγω μη έκδοσης άδειας κυκλοφορίας και προβλέπει διαφορετικές προϋποθέσεις για την επανεγγραφή τους.
Η ύπαρξη διαφορετικών νομοθετικών βάσεων και διαφορετικών προϋποθέσεων επανεγγραφής καταδεικνύει ότι ο όρος «επανεγγραφή» δεν αποτελεί από μόνος του μία ενιαία διοικητική διαδικασία, ανεξάρτητα από τον λόγο για τον οποίο ακυρώθηκε προηγουμένως η εγγραφή του οχήματος. Η εφαρμοστέα διαδικασία πρέπει να προσδιορίζεται με βάση τη νομική βάση της προηγούμενης ακύρωσης και τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης.
Σημειώνεται επίσης η ορολογία που επέλεξε ο νομοθέτης στην επιφύλαξη του άρθρου 23Α(1)(β), ήτοι οι αναφορές σε «εξαγωγή/επανεισαγωγή» και «μεταφορά εκτός/μεταφορά πίσω». Στο παρόν σημείο δεν επιχειρείται ανάλυση της σημασιολογικής ή τυχόν νομικής διάκρισης μεταξύ των όρων αυτών, ούτε εξετάζεται κατά πόσο πρόκειται για ταυτόσημες ή διαφορετικές έννοιες ή κατά πόσο συνδέονται με τις ίδιες ή διαφορετικές νομικές προϋποθέσεις και συνέπειες.
Η αναφορά στην ορολογία αυτή γίνεται, στο παρόν πλαίσιο, προκειμένου να αναδειχθεί ένα πρακτικό ζήτημα ως προς την ακολουθούμενη διοικητική διαδικασία. Ενδεικτικά, στην περίπτωση κατά την οποία ο διοικούμενος αναφέρει ότι πρόκειται για όχημα που «μεταφέρεται πίσω» στη Δημοκρατία από άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το γεγονός αυτό δεν θα πρέπει, αφ’ εαυτού, να συνεπάγεται την αυτόματη παραπομπή του στη διαδικασία και στα δικαιολογητικά που προβλέπονται για «Εγγραφή Μεταχειρισμένου οχήματος που εισάγεται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης», χωρίς να έχει προηγουμένως εξακριβωθεί η νομική και πραγματική περίπτωση στην οποία εμπίπτει το συγκεκριμένο όχημα.
Το ζήτημα αποκτά περαιτέρω πρακτική σημασία ενόψει του ότι δεν φαίνεται να παρέχεται από τη Διοίκηση διακριτό έντυπο για τις διαφορετικές περιπτώσεις επανεγγραφής ή μεταφοράς οχήματος πίσω στη Δημοκρατία. Ως αποτέλεσμα, οι διοικούμενοι φαίνεται να παραπέμπονται, σε πρώτο στάδιο, στη συμπλήρωση του Εντύπου ΤΟΜ 6Α, το οποίο τιτλοφορείται «ΑΙΤΗΣΗ ΕΓΓΡΑΦΗΣ ΟΧΗΜΑΤΟΣ», ή/και παραπέμπονται περαιτέρω στη διαδικασία και στα δικαιολογητικά που προβλέπονται για «Εγγραφή Μεταχειρισμένου οχήματος που εισάγεται από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης», χωρίς να έχει προηγουμένως εξακριβωθεί ο λόγος για τον οποίο ακυρώθηκε τυχόν προηγούμενη εγγραφή του οχήματος ή τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τη μεταφορά του στη Δημοκρατία.
Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι κατ’ ανάγκην η χρήση του Εντύπου Τ.Ο.Μ. 6Α αυτή καθ’ εαυτήν, αλλά το κατά πόσο η αρχική υπαγωγή της υπόθεσης σε μια γενική διαδικασία «εγγραφής οχήματος», χωρίς να έχει προηγουμένως εξακριβωθεί ο λόγος και η νομική βάση της ακύρωσης της προηγούμενης εγγραφής και, συνακόλουθα, η εφαρμοστέα νομική βάση για την επανεγγραφή, μπορεί στην πράξη να οδηγήσει στην απαίτηση δικαιολογητικών ή στην εφαρμογή διαδικασιών που αφορούν διαφορετική περίπτωση εγγραφής ή επανεγγραφής.
Εν περιλήψει, η «επανεγγραφή» μηχανοκίνητου οχήματος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μία και μοναδική νομική περίπτωση, ούτε προκύπτει ότι είναι ορθό να απαιτούνται αδιακρίτως τα ίδια έγγραφα και η ίδια διαδικασία για κάθε περίπτωση επανεγγραφής, όταν ο ίδιος ο Νόμος προβλέπει διαφορετικές περιπτώσεις και διαφορετικές προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, στην περίπτωση κατά την οποία η εγγραφή μηχανοκίνητου οχήματος ακυρώθηκε από τον Έφορο δυνάμει του άρθρου 23Α(1)(β)(iv), λόγω του ότι ο Έφορος πείσθηκε ότι το όχημα είχε εξαχθεί μόνιμα από τη Δημοκρατία, και το ίδιο όχημα επανεισάγεται ή μεταφέρεται πίσω στη Δημοκρατία εντός τριών ετών από την εξαγωγή του ή τη μεταφορά του εκτός της Δημοκρατίας, εφαρμόζεται η ειδική επιφύλαξη της παραγράφου (β).
Εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις της επιφύλαξης, ο Έφορος προβαίνει στην επανεγγραφή του οχήματος, παραχωρώντας σε αυτό τα ίδια διακριτικά σημεία ταυτότητας που είχε πριν από την ακύρωση της προηγούμενης εγγραφής, χωρίς την καταβολή του τέλους εγγραφής του Μέρους Ι του Παραρτήματος, το οποίο ανέρχεται σήμερα σε €150.
Εισήγηση ως προς τη διοικητική πρακτική
Καταληκτικά, θα μπορούσε να εξεταστεί το ενδεχόμενο τροποποίησης της υφιστάμενης πρακτικής στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Ειδικότερα, αντί ο λειτουργός στον χώρο υποδοχής, με μόνη την αναφορά του διοικούμενου σε «επανεγγραφή» ή «μεταφορά πίσω», να παραπέμπει αδιακρίτως όλους τους ιδιοκτήτες στη συμπλήρωση των ίδιων εντύπων και αιτήσεων, καθώς και στην περαιτέρω επιθεώρηση του οχήματος από λειτουργούς του Τμήματος (επιθεώρηση πέραν του ΜΟΤ),[4] θα μπορούσε, σε πρώτο στάδιο, να δίδεται στον διοικούμενο ένα σύντομο ερωτηματολόγιο.
Μέσω στοχευμένων ερωτήσεων θα μπορούσε, ανάλογα με τις απαντήσεις, να προσδιορίζεται εξαρχής η νομική και πραγματική περίπτωση στην οποία εμπίπτει το συγκεκριμένο όχημα. Ενδεικτικά, θα μπορούσε να εξακριβώνεται με ποια νομική βάση ακυρώθηκε η προηγούμενη εγγραφή, εάν η ακύρωση έγινε κατόπιν αιτήματος του ιδιοκτήτη ή από τον Έφορο, εάν το όχημα εξήχθη ή μεταφέρθηκε εκτός της Δημοκρατίας, πότε αυτό συνέβη και πότε επανεισήχθη ή μεταφέρθηκε πίσω στη Δημοκρατία.
Με βάση τις απαντήσεις αυτές, θα μπορεί να προσδιορίζεται η εφαρμοστέα διάταξη και, κατ’ επέκταση, η δέουσα διαδικασία, τα αναγκαία δικαιολογητικά και κατά πόσο απαιτείται περαιτέρω επιθεώρηση του οχήματος (πέραν του ΜΟΤ). Με τον τρόπο αυτό, τόσο ο διοικούμενος όσο και η Διοίκηση[5] θα καθοδηγούνται εξαρχής προς τη δέουσα, κατά Νόμο, διαδικασία επανεγγραφής του συγκεκριμένου μηχανοκίνητου οχήματος, αποφεύγοντας την εφαρμογή ενιαίας διαδικασίας σε περιπτώσεις τις οποίες ο ίδιος ο Νόμος ρυθμίζει διαφορετικά.
Μια τέτοια πρακτική θα μπορούσε, αφενός, να συμβάλει στην εξοικονόμηση χρόνου τόσο για τους λειτουργούς όσο και για τους διοικούμενους και, αφετέρου —και κυριότερα— να ενισχύσει την ορθή και συνεπή εφαρμογή των σχετικών διατάξεων του Νόμου.
[1] Η απόφαση του Εφόρου για ακύρωση της εγγραφής πρέπει, σύμφωνα με τον Νόμο, να κοινοποιείται στον ιδιοκτήτη του οχήματος [άρθρο 23Α(2)].
[2] Σημειώνεται ότι στο σχετικό έντυπο Τ.Ο.Μ. 98Α – αίτημα για ακύρωση της εγγραφής, περιλαμβάνονται ως λόγοι ακύρωσης οι περιπτώσεις όπου το όχημα «καταστράφηκε ολοσχερώς», «κατέστη μόνιμα ακατάλληλο για οδική χρήση», «πρόκειται για απόβλητο όχημα», «εξήχθη μόνιμα από τη Δημοκρατία» ή «πρόκειται για όχημα εγγεγραμμένο ως μηχανοκίνητο όχημα δημόσιας χρήσης αλλά έπαυσε να χρησιμοποιείται ως τέτοιο». Η αναφορά των λόγων αυτών – περιλαμβανομένων και περιπτώσεων που και εμπίπτουν στην (β) παράγραφο του άρθρου 23Α(1) – στο Έντυπο Τ.Ο.Μ. 98Α δεν θα πρέπει, ωστόσο, να οδηγεί σε σύγχυση μεταξύ των δύο διακριτών περιπτώσεων που προβλέπονται στο άρθρο 23Α(1) του Νόμου. Ειδικότερα, η παράγραφος (α) αφορά την περίπτωση κατά την οποία η διαδικασία ακύρωσης κινείται κατόπιν γραπτής αίτησης του ίδιου του ιδιοκτήτη. Αντιθέτως, η παράγραφος (β) αφορά την περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος, εφόσον πεισθεί βάσει των ενώπιόν του στοιχείων ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες περιστάσεις, προβαίνει σε ακύρωση της εγγραφής χωρίς να απαιτείται να έχει προηγηθεί σχετικό αίτημα του ιδιοκτήτη. Το γεγονός ότι ορισμένες από τις πραγματικές περιστάσεις που αναφέρονται στο Έντυπο Τ.Ο.Μ. 98Α συμπίπτουν με περιστάσεις που απαριθμούνται στην παράγραφο (β) δεν αναιρεί τη διάκριση μεταξύ των δύο νομοθετικών βάσεων ακύρωσης. Το ίδιο πραγματικό γεγονός δύναται, αναλόγως της περίπτωσης, να τεθεί ενώπιον του Εφόρου μέσω αίτησης του ιδιοκτήτη δυνάμει της παραγράφου (α) ή να αποτελέσει τη βάση επί της οποίας ο Έφορος ενεργεί δυνάμει της παραγράφου (β). Η διάκριση αυτή έχει σημασία και από πλευράς διοικητικού δικαίου, ιδίως ως προς τον προσδιορισμό της νομικής βάσης και της φύσης της απόφασης που έλαβε ο Έφορος, καθώς και των συνακόλουθων δικαιωμάτων του επηρεαζόμενου ιδιοκτήτη. Η διάκριση είναι σημαντική για σκοπούς καταχώρησης διοικητικής προσφυγής. Σημείωση: για σκοπούς του παρόντος Άρθρου, λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η νομική βάση ή και ο τύπος του Εντύπου Τ.Ο.Μ. 98Α είναι ορθά.
[3] Ο νομοθέτης χρησιμοποιεί μεταξύ των επιμέρους περιπτώσεων το διαζευκτικό «ή», με αποτέλεσμα καθεμία από αυτές να συνιστά αυτοτελή βάση ακύρωσης της εγγραφής, χωρίς να απαιτείται η σωρευτική συνδρομή περισσότερων περιπτώσεων. Η χρήση, ωστόσο, του διαζευκτικού «ή» δεν συνεπάγεται αφ’ εαυτής ότι οι επιμέρους περιπτώσεις είναι και πραγματολογικά αμοιβαίως αποκλειόμενες. Αναλόγως των πραγματικών περιστατικών συγκεκριμένης υπόθεσης, ενδέχεται να συντρέχουν ταυτόχρονα περισσότερες από μία περιπτώσεις, οπότε θα πρέπει να εξετάζονται οι ειδικές πρόνοιες και οι έννομες συνέπειες που ο Νόμος συνδέει με καθεμία από αυτές.
[4] Σύμφωνα με την υφιστάμενη πρακτική, η συμπλήρωση των εν λόγω εντύπων και αιτήσεων και η περαιτέρω επιθεώρηση του οχήματος αποτελούν προαπαιτούμενα προκειμένου ο διοικούμενος να παραπεμφθεί σε αρμόδιο λειτουργό πέραν του χώρου υποδοχής για την περαιτέρω εξέταση της περίπτωσής του, παρότι οι εν λόγω ενέργειες ενδέχεται να μην απαιτούνται σε όλες τις περιπτώσεις επανεγγραφής.
[5] Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνεται ότι ο μεγάλος φόρτος εργασίας της Διοίκησης και, παρά ταύτα, η ευγένεια των λειτουργών έχουν διαπιστωθεί ιδίοις όμμασι από την αρθρογράφο και δεν αμφισβητούνται.

