Διαφοροποίηση απόφασης Ανωτάτου από άλλες υποθέσεις λόγω απαγωγής των αγνοουμένων του Στρογγυλού από πολίτες της ΚΔ, λέει η ΝΥ

Διαφοροποίηση σε σχέση με άλλες υποθέσεις που αφορούν τη διερεύνηση και εξακρίβωση της τύχης αγνοουμένων της τουρκικής εισβολής του 1974 παρουσιάζει η ομόφωνη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 4 Σεπτεμβρίου 2026, για την υπόθεση απαγωγής και εξαφάνισης των Λοΐζου Χατζηγεωργίου και του γιου του, Γιώργου Χατζηγεωργίου στις 15 Αυγούστου 1974, κατοίκων του χωριού Στρογγυλός της επαρχίας Αμμοχώστου, σύμφωνα με τη Νομική Υπηρεσία.

Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας, η διαφοροποίηση εδράζεται στο ότι το Ανώτατο Δικαστήριο, με βάση τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης, κατέληξε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία απέτυχε να διερευνήσει αποτελεσματικά τις συνθήκες εξαφάνισης και να διώξει ποινικά τους υπόπτους για την απαγωγή/εξαφάνιση των Λοΐζο Χατζηγεωργίου και του γιου του Γιώργου Χατζηγεωργίου, των οποίων η τύχη αγνοείται από τις 15 Αυγούστου 1974, αφού, στην προκείμενη υπόθεση σύμφωνα με το Δικαστήριο, οι δύο αγνοούμενοι «φέρονται να απήχθησαν από άλλα πρόσωπα -συγχωριανούς τους, επίσης πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας- κι όχι από μέλη στρατιωτικής δύναμης ή του τουρκικού στρατού.

Προστίθεται πως το στοιχείο αυτό «διαφοροποιεί ουσιωδώς και ποιοτικώς την παρούσα υπόθεση από τις υποθέσεις αγνοουμένων που ανάγονται στα γεγονότα της τουρκικής εισβολής του 1974 και θεμελιώνει αυξημένη υποχρέωση των αρμοδίων Αρχών για τη διεξαγωγή στοχευμένης, εξειδικευμένης και εντατικής διερεύνησης, περιλαμβανομένης της αναζήτησης τυχόν ποινικών ευθυνών σε εσωτερικό επίπεδο προς διασφάλιση της αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης σε ένα κράτος δικαίου».

Σύμφωνα με τα γεγονότα της αγωγής που καταχωρίστηκε από συγγενείς τους το 2009, οι Λοΐζος και Γιώργος Χατζηγεωργίου απήχθησαν και εξαφανίστηκαν βίαια από ομάδα ενόπλων Τουρκοκύπριων συγχωριανών τους, πολιτών της Δημοκρατίας, στο χωρίο Στρογγυλός, κατά τη διάρκεια της δεύτερης φάσης της τουρκικής εισβολής όταν και το χωριό καταλήφθηκε και τέθηκε υπό τον έλεγχο ενόπλων Τουρκοκυπρίων κατοίκων του.

Όπως σημειώνεται, κύριο παράπονο των εφεσειόντων ήταν ότι παρά τις καταθέσεις που οι εφεσείοντες και οι συγγενείς τους έδωσαν στις αρμόδιες Αρχές και τις κατά καιρούς ενυπόγραφες επιστολές με τις οποίες ζητούσαν τη σύλληψη των υπόπτων και την προσαγωγή τους ενώπιον της Δικαιοσύνης -τους οποίους οι συγγενείς των αγνοουμένων είχαν εξ αρχής αναγνωρίσει και κατονομάσει- η Κυπριακή Δημοκρατία «ήταν αμελής έναντί τους, λόγω της παράλειψής της να διερευνήσει πληροφορίες ή μαρτυρία που βρισκόταν στη διάθεσή της για το ποιοι ακριβώς Τουρκοκύπριοι ενέχονταν στην απαγωγή των συγγενών τους και της παράλειψής της να τους συλλάβει, να τους ανακρίνει και να τους διώξει ποινικά».

Στην ανακοίνωση επισημαίνεται ότι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενέχει ιδιαίτερο νομικό και γενικό ενδιαφέρον, αφού σε αυτήν οι Δικαστές προβαίνουν σε εκτενή αναφορά στην πλούσια νομολογία που διέπει το Άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (δικαίωμα εκάστου προσώπου εις τη ζωή) και δη τη διαδικαστική πτυχή του, η οποία επιβάλλει την αυτεπάγγελτη υποχρέωση του κράτους σε διεξαγωγή επίσημης και αποτελεσματικής έρευνας προς διακρίβωση των συνθηκών θανάτου ή εξαφάνισης προσώπου, κάτι που θεωρείται υποχρέωση συμπεριφοράς κι όχι αποτελέσματος, δεδομένου ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η έρευνα ενδέχεται να μην καταλήξει σε οριστικά συμπεράσματα.

Η Νομική Υπηρεσία τονίζει πως «υπό το πρίσμα τούτο είναι που το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ως λανθασμένη την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του Άρθρου 2 της Σύμβασης».

Σύμφωνα με τους Δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, «στην υπό εξέταση περίπτωση, τα αδιαμφισβήτητα περιστατικά αναδεικνύουν ξεκάθαρα την εξαφάνιση/απαγωγή, από τα σπίτια τους, αόπλων πολιτών της Κυπριακής Δημοκρατίας, κι όχι στρατιωτικών ή εθνοφρουρών, οι οποίοι αποσπάστηκαν βιαίως, από άλλους πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, συγχωριανούς τους, μη μέλη οποιασδήποτε στρατιωτικής παράταξής ή του τουρκικού στρατού, οι οποίοι έδρασαν εν μέσω μίας έκρυθμης κατάστασης, ήτοι κατά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής του 1974, κι όχι στο πλαίσιο του πεδίου της μάχης ή πολεμικών επιχειρήσεων ως στρατιώτες. Οι απαχθέντες/ εξαφανισθέντες αποτελούσαν άμαχο πληθυσμό, υπαγόμενο πλήρως στην προστασία του κράτους».

«Ως εκ των ανωτέρω, είναι πρόδηλο πως δεν επρόκειτο για συμβάν εν μέσω εχθροπραξιών κατά το δίκαιο του πολέμου, ούτε επρόκειτο για απώλειες εντός στρατιωτικής σύγκρουσης ή για πράξεις που συνάδουν με το in bello, αλλά για βίαιη εξαφάνιση αμάχων πολιτών από ένοπλους πολίτες, συγχωριανούς τους. Οι εμπλεκόμενοι στο σύνολό ήταν  πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας, όχι Τούρκοι στρατιώτες ή όργανα ξένου κράτους», πρόσθεσαν οι Δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανατρέπει την πρωτόδική απόφαση που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας το 2017, με την οποία «διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε παραβίαση διάταξης νόμου ή παράλειψης εκπλήρωσης καθήκοντος εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας» και επιδικάζει αποζημιώσεις στους εφεσείοντες συγγενείς των δύο αγνοουμένων, καταλήγει η ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας.

πηγή: ΚΥΠΕ

Print Friendly, PDF & Email