Η υπογραφή της Κοινής Αμυντικής Συμφωνίας της Μέκκας μεταξύ Σαουδικής Αραβίας, Τουρκίας και Πακιστάν αποτελεί μια εξέλιξη με ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Η πρόβλεψη ότι ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θα θεωρείται επίθεση εναντίον όλων παραπέμπει αναπόφευκτα, σε επίπεδο διατύπωσης, στη λογική συλλογικής άμυνας του ΝΑΤΟ. Δεν πρόκειται, βεβαίως, για τη δημιουργία ενός νέου συμφώνου τύπου ΝΑΤΟ στη Μέση Ανατολή. Πρόκειται όμως για ακόμη μία ένδειξη ότι η περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας μεταβάλλεται με ταχύτητα.
Η συμφωνία δεν προέκυψε σε γεωπολιτικό κενό. Υπογράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρύτερη Μέση Ανατολή βρίσκεται αντιμέτωπη με πολεμικές συγκρούσεις, επιθέσεις κατά κρατών του Κόλπου, προβλήματα στην ασφάλεια των ενεργειακών και θαλάσσιων οδών και, κυρίως, αυξανόμενα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των παραδοσιακών εγγυήσεων ασφάλειας. Αυτό ακριβώς αποτελεί ίσως το σημαντικότερο στοιχείο της συμφωνίας. Για δεκαετίες, η ασφάλεια της περιοχής βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ. Σήμερα, περιφερειακές δυνάμεις φαίνεται να επιδιώκουν μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκην απομάκρυνση από την Ουάσιγκτον. Η Σαουδική Αραβία, ειδικότερα, επιχειρεί να δημιουργήσει ένα πυκνότερο δίκτυο συνεργασιών, μειώνοντας την εξάρτησή της από έναν και μόνο πάροχο ασφάλειας.
Οι τρεις συμβαλλόμενοι, άλλωστε, εισφέρουν διαφορετικά και συμπληρωματικά στοιχεία ισχύος. Η Σαουδική Αραβία διαθέτει οικονομική δύναμη, ενεργειακή επιρροή και σημαντικό διπλωματικό βάρος. Η Τουρκία διαθέτει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ και μια συνεχώς αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, ιδιαίτερα στους τομείς των μη επανδρωμένων συστημάτων και του ηλεκτρονικού πολέμου. Το Πακιστάν, από την άλλη, διαθέτει έναν μεγάλο και έμπειρο στρατό και, κυρίως, αποτελεί τη μοναδική μουσουλμανική χώρα με πυρηνικό οπλοστάσιο.
Η τελευταία παράμετρος απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Η συμμετοχή του Πακιστάν δεν σημαίνει αυτομάτως επέκταση μιας πυρηνικής ομπρέλας προστασίας προς τους εταίρους του. Αντίθετα, τέτοιες ερμηνείες έχουν μέχρι σήμερα απορριφθεί. Η πυρηνική του ιδιότητα, ωστόσο, επηρεάζει αναπόφευκτα τους στρατηγικούς υπολογισμούς τρίτων κρατών και ενισχύει τη συμβολική αποτρεπτική ισχύ του νέου σχήματος.
Παράλληλα, η συμφωνία έχει ευρύτερες προεκτάσεις. Για την Τουρκία ενισχύει τον περιφερειακό της ρόλο και δημιουργεί νέες δυνατότητες για την αμυντική της βιομηχανία. Για το Πακιστάν ενισχύει τη θέση του στη Μέση Ανατολή, αλλά δημιουργεί και τον κίνδυνο βαθύτερης εμπλοκής σε αντιπαραθέσεις που υπερβαίνουν τα άμεσα εθνικά του συμφέροντα. Για τη Σαουδική Αραβία αποτελεί ένα ακόμη εργαλείο διαφοροποίησης των στρατηγικών της σχέσεων.
Το ουσιαστικότερο συμπέρασμα, επομένως, δεν είναι ότι δημιουργήθηκε μια νέα στρατιωτική συμμαχία αντίστοιχη του ΝΑΤΟ. Είναι ότι τα κράτη της περιοχής προετοιμάζονται για έναν κόσμο στον οποίο καμία εξωτερική δύναμη δεν θεωρείται πλέον από μόνη της επαρκής εγγυητής της ασφάλειάς τους. Η Μέση Ανατολή δεν εισέρχεται απλώς σε μια περίοδο νέων συμμαχιών. Εισέρχεται σε μια περίοδο ανακατανομής της ισχύος, όπου η ασφάλεια, η οικονομία, η ενέργεια και η στρατηγική αυτονομία συνδέονται περισσότερο από ποτέ.

