Η Συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν και το τέλος της ψευδαίσθησης της απόλυτης νίκης

Στη διεθνή πολιτική, οι πόλεμοι συνήθως αρχίζουν με μεγάλους στόχους και τελειώνουν με συμβιβασμούς. Η συμφωνία που υπέγραψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ιράν δεν αποτελεί εξαίρεση. Αντίθετα, ίσως αποτελέσει ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα του 21ου αιώνα για το πώς η πραγματικότητα αναγκάζει ακόμη και τις ισχυρότερες δυνάμεις να αναθεωρήσουν τις επιδιώξεις τους.

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, το αφήγημα ήταν ξεκάθαρο. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ παρουσίαζαν την αναμέτρηση ως ευκαιρία για μια ριζική αναδιαμόρφωση της Μέσης Ανατολής. Η αποδυνάμωση του Ιράν, η εξουδετέρωση του πυρηνικού του προγράμματος και ο περιορισμός της περιφερειακής του επιρροής θεωρούνταν στόχοι εφικτοί. Μερικούς μήνες αργότερα, η εικόνα είναι διαφορετική. Το Ιράν δεν κατέρρευσε. Το καθεστώς δεν ανατράπηκε. Οι κρατικοί μηχανισμοί παρέμειναν λειτουργικοί και η χώρα διατήρησε την ικανότητα να επηρεάζει τις παγκόσμιες εξελίξεις μέσω του σημαντικότερου ίσως γεωοικονομικού μοχλού που διαθέτει, του Στενού του Ορμούζ.

Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα της συμφωνίας. Η στρατιωτική ισχύς εξακολουθεί να είναι καθοριστική, αλλά από μόνη της δεν αρκεί για να επιβάλει πολιτικά αποτελέσματα. Παρά την τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή των Ηνωμένων Πολιτειών, η παγκόσμια οικονομία αποδείχθηκε εξίσου σημαντικός παράγοντας με τα πεδία των μαχών.

Η επαναλειτουργία του Στενού του Ορμούζ δεν αποτελεί απλώς τεχνική πρόνοια μιας συμφωνίας. Αποτελεί παραδοχή ότι η παγκόσμια οικονομία δεν μπορεί να αντέξει παρατεταμένη αστάθεια σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαδρόμους του πλανήτη. Όταν οι τιμές της ενέργειας άρχισαν να αυξάνονται και οι αγορές να αντιδρούν, το κόστος της συνέχισης του πολέμου άρχισε να υπερβαίνει το πολιτικό όφελος. Παράλληλα, η συμφωνία φέρνει στην επιφάνεια μια πραγματικότητα που συχνά παραβλέπεται, ότι δηλαδή τα συμφέροντα συμμάχων δεν ταυτίζονται πάντοτε. Η Ουάσιγκτον επιδιώκει πρωτίστως σταθερότητα και διαχείριση κινδύνων. Το Ισραήλ επιδιώκει στρατηγική εξουδετέρωση των απειλών που θεωρεί υπαρξιακές. Όσο ο πόλεμος εξελισσόταν, οι δύο αυτές προσεγγίσεις άρχισαν να αποκλίνουν.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Η συμφωνία δεν λύνει τα βασικά προβλήματα. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το βαλλιστικό του οπλοστάσιο, οι περιφερειακές συμμαχίες και η αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής παραμένουν ανοικτά ζητήματα. Με άλλα λόγια, η σύγκρουση δεν τερματίστηκε· μεταφέρθηκε από το πεδίο των μαχών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Ίσως, λοιπόν, η πραγματική σημασία της συμφωνίας να μην είναι ότι έφερε την ειρήνη. Ίσως να είναι ότι κατέδειξε τα όρια της ισχύος σε έναν πολυκεντρικό κόσμο. Σε μια εποχή όπου οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να επιβάλουν τη θέλησή τους μονομερώς, η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν υπενθυμίζει μια διαχρονική αλήθεια της ιστορίας, ήτοι οι πόλεμοι μπορεί να αλλάζουν σύνορα, αλλά σπάνια λύνουν τα προβλήματα που τους γέννησαν.

Print Friendly, PDF & Email
Ετικέτες: