Η ενεργειακή κρίση των τελευταίων ετών και η γεωπολιτική αστάθεια κατέδειξαν μια σκληρή πραγματικότητα που επιτείνει την εξάρτηση της Ευρώπης και ειδικότερα της Κύπρου από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, η οποία δημιουργεί οικονομικές και στρατηγικές ευαλωτότητες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί πλέον να απαντήσει σε αυτή την πρόκληση με ένα ολοκληρωμένο πακέτο πολιτικών που στοχεύει σε τρεις βασικούς στόχους, ήτοι φθηνότερη ενέργεια για τους πολίτες, ενίσχυση της ενεργειακής ασφάλειας και επιτάχυνση της μετάβασης στην καθαρή ενέργεια. Στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής βρίσκεται η επένδυση σε εγχώριες καθαρές ενεργειακές λύσεις. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων αναμένεται να διαθέσει πάνω από €75 δισεκατομμύρια μέσα στα επόμενα τρία χρόνια για έργα που αφορούν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ενεργειακή απόδοση και σύγχρονες υποδομές δικτύων. Παράλληλα, η Ε.Ε. επιδιώκει να κινητοποιήσει ιδιωτικά κεφάλαια για να καλύψει επενδύσεις που ξεπερνούν τα €660 δισεκατομμύρια ετησίως έως το 2030.
Η λογική είναι απλή αλλά στρατηγικά κρίσιμη και περιστρέφεται γύρω από την αναντίλεκτη επισήμανση ότι η ενεργειακή ανεξαρτησία αποτελεί προϋπόθεση οικονομικής ανθεκτικότητας και πολιτικής κυριαρχίας. Για τους πολίτες, το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο στοχεύει στη μείωση των λογαριασμών ενέργειας και στην ενίσχυση της ενεργειακής δημοκρατίας. Τα νοικοκυριά θα μπορούν να παράγουν και να καταναλώνουν τη δική τους ηλιακή ενέργεια, εξοικονομώντας έως και €260 – 550 ετησίως. Παράλληλα προωθούνται πολιτικές για μεγαλύτερη διαφάνεια στους λογαριασμούς, ταχύτερη αλλαγή παρόχου και μείωση φόρων και επιβαρύνσεων στην ηλεκτρική ενέργεια.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση επενδύει επίσης σε τεχνολογίες αιχμής, όπως οι μικροί αρθρωτοί πυρηνικοί αντιδραστήρες (SMRs), που μπορούν να αποτελέσουν μια νέα βιομηχανική βάση για την Ευρώπη και να μειώσουν δραστικά την εξάρτηση από φυσικό αέριο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η ανάπτυξη αυτών των τεχνολογιών μπορεί να εξοικονομήσει έως και 60 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου μέχρι το 2050. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα για χώρες όπως η Κύπρος είναι πώς αυτές οι ευρωπαϊκές στρατηγικές θα μετατραπούν σε συγκεκριμένες εθνικές πολιτικές. Η Κύπρος οφείλει να κινηθεί γρήγορα σε τέσσερις βασικές κατευθύνσεις πολιτικής, ως ακολούθως:
Πρώτον, επιτάχυνση των επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στα συστήματα αποθήκευσης, ώστε να μειωθεί δραστικά το κόστος ηλεκτρισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Δεύτερον, ενίσχυση της ενεργειακής αυτοπαραγωγής από πολίτες και μικρές επιχειρήσεις μέσω γενναίων κινήτρων για φωτοβολταϊκά και ενεργειακές κοινότητες. Τρίτον, εκσυγχρονισμός των ηλεκτρικών δικτύων και ανάπτυξη έξυπνων υποδομών που θα επιτρέπουν μεγαλύτερη διείσδυση της καθαρής ενέργειας. Τέταρτον, αξιοποίηση ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και ιδιωτικών επενδύσεων για μεγάλα ενεργειακά έργα που θα ενισχύσουν τη στρατηγική αυτονομία της χώρας.
Η ενεργειακή πολιτική, πέραν του γεγονότος ότι είναι εξ ορισμού ένα τεχνικό ζήτημα, είναι, ταυτόχρονα, ζήτημα οικονομικής ευημερίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και εθνικής ασφάλειας. Η Ευρώπη δείχνει πλέον τον δρόμο. Το ζητούμενο είναι αν τα Κράτη – Μέλη θα κινηθούν με την ίδια αποφασιστικότητα. Για την Κύπρο, η μετάβαση σε φθηνή και καθαρή ενέργεια δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή. Είναι στρατηγική ανάγκη για το μέλλον της οικονομίας και της κοινωνίας μας.

