Ο πόλεμος στο Ιράν και οι γεωοικονομικές επιπτώσεις

Καθώς ο πόλεμος με το Ιράν εισέρχεται στη δεύτερη εβδομάδα του, η διεθνής προσοχή στρέφεται πρωτίστως στο ανθρώπινο κόστος της σύγκρουσης. Πίσω όμως από τις τραγικές απώλειες ζωών, αναδύεται μια ακόμη κρίσιμη διάσταση, αυτή των οικονομικών επιπτώσεων του πολέμου. Αν και οι συνέπειες αυτές ενδέχεται να είναι σημαντικές, δεν θα κατανεμηθούν ισότιμα σε όλο το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. Ορισμένες οικονομίες θα υποστούν σοβαρό πλήγμα, ενώ άλλες ίσως επηρεαστούν λιγότερο από όσο αρχικά αναμένεται.

Το μεγαλύτερο βάρος θα το επωμιστεί αναπόφευκτα η ίδια η Μέση Ανατολή. Η εμπειρία προηγούμενων συγκρούσεων δείχνει ότι ακόμη και ένας σύντομος πόλεμος μπορεί να επιφέρει σημαντική επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης σύγκρουσης διάρκειας μόλις 12 ημερών τον Ιούνιο του 2025, η οικονομία του Ισραήλ συρρικνώθηκε περίπου κατά 1% σε ένα μόνο τρίμηνο. Αν η σημερινή σύγκρουση παραμείνει περιορισμένη χρονικά, μια παρόμοια μείωση της οικονομικής δραστηριότητας θα μπορούσε να καταγραφεί τόσο στο Ισραήλ όσο και στις οικονομίες του Κόλπου. Αν όμως η σύγκρουση παραταθεί, οι επιπτώσεις θα είναι βαθύτερες. Η παραγωγή θα διαταραχθεί, επενδύσεις θα αναβληθούν, ενώ ο τουρισμός, που αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες πολλών οικονομιών της περιοχής, θα δεχθεί σοβαρό πλήγμα. Η οικονομία του ίδιου του Ιράν αναμένεται να υποστεί ακόμη μεγαλύτερη ζημιά. Με βάση ιστορικά δεδομένα από παρόμοιες συγκρούσεις, το ΑΕΠ της χώρας ενδέχεται να μειωθεί κατά περισσότερο από 10%.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, ωστόσο, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Η Μέση Ανατολή, παρά τη γεωπολιτική της σημασία, αντιπροσωπεύει μόλις το 2-3% της παγκόσμιας οικονομικής παραγωγής. Επομένως, ακόμη και μια σοβαρή περιφερειακή ύφεση δεν θα οδηγούσε από μόνη της σε βαθιά παγκόσμια οικονομική κρίση.

Ο πραγματικός κίνδυνος εντοπίζεται αλλού, ήτοι στις ενεργειακές ροές και στις κρίσιμες αλυσίδες εφοδιασμού. Περίπου το ένα τέταρτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ, ενώ από το ίδιο πέρασμα μεταφέρεται περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου. Οποιαδήποτε διακοπή της ναυσιπλοΐας σε αυτό το στρατηγικό σημείο μπορεί να προκαλέσει άμεσες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.

Ήδη οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου παρουσιάζουν έντονες διακυμάνσεις. Η αύξηση των ενεργειακών τιμών μεταφέρει εισόδημα από τις χώρες που εισάγουν ενέργεια προς τις χώρες που την εξάγουν. Μεγάλοι κερδισμένοι μπορεί να είναι ενεργειακοί εξαγωγείς εκτός της Μέσης Ανατολής, όπως η Νορβηγία, ο Καναδάς ή η Ρωσία. Αντίθετα, οικονομίες που εξαρτώνται έντονα από ενεργειακές εισαγωγές, όπως η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, η Ινδία, η Κίνα και πολλές ευρωπαϊκές χώρες, είναι πιο ευάλωτες. Για αυτές, το βασικό κανάλι μετάδοσης της κρίσης θα είναι ο πληθωρισμός, καθώς η αύξηση του ενεργειακού κόστους μειώνει την αγοραστική δύναμη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Ωστόσο, ακόμη και σε ένα δυσμενές σενάριο όπου οι τιμές πετρελαίου φθάσουν τα 100 δολάρια το βαρέλι, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία εκτιμάται ότι θα είναι περιορισμένες σε σύγκριση με την ενεργειακή κρίση που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Εν τέλει, ο πόλεμος στο Ιράν υπενθυμίζει πόσο στενά συνδεδεμένες είναι η γεωπολιτική και η οικονομία. Αν και το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει αποδειχθεί αξιοσημείωτα ανθεκτικό τα τελευταία χρόνια, η εξέλιξη της σύγκρουσης θα καθορίσει εάν πρόκειται για μια ακόμη διαχειρίσιμη κρίση ή για την απαρχή ενός νέου κύκλου οικονομικής αβεβαιότητας.

Print Friendly, PDF & Email
Ετικέτες: