Η σχέση μεταξύ εθνικής και διεθνούς δικαιοσύνης αποτελεί έναν από τους πλέον δυναμικούς άξονες εξέλιξης του σύγχρονου διεθνούς δικαίου. Στο πλαίσιο αυτό, η νομολογία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) προσφέρει ένα εξαιρετικά γόνιμο πεδίο ανάλυσης, καθώς αναδεικνύει τον πολυδιάστατο ρόλο που μπορούν να διαδραματίσουν οι αποφάσεις των εθνικών δικαστηρίων στη διαμόρφωση, ερμηνεία και εφαρμογή των διεθνών κανόνων.
Ένας από τους βασικούς τρόπους αξιοποίησης της εθνικής νομολογίας από το ICTY αφορά την ερμηνεία διεθνών συνθηκών. Εφαρμόζοντας τους κανόνες των άρθρων 31 και 32 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών, το Δικαστήριο δεν περιορίστηκε στο γράμμα των διατάξεων, αλλά εξέτασε και τη μεταγενέστερη πρακτική των κρατών. Σε υποθέσεις όπως οι Jelisić και Krstić, οι αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων λειτούργησαν ως ενδείξεις του τρόπου με τον οποίο τα κράτη κατανοούν και εφαρμόζουν τη Σύμβαση για τη Γενοκτονία. Ωστόσο, η πρακτική αυτή ανέδειξε και σημαντικές προκλήσεις, όπως η αποσπασματικότητα και η ανομοιομορφία της εθνικής νομολογίας που δυσχεραίνουν τη θεμελίωση μιας πραγματικής συμφωνίας των μερών, όπως απαιτεί το διεθνές δίκαιο.
Εξίσου σημαντική υπήρξε η συμβολή της εθνικής νομολογίας στη διαμόρφωση του εθιμικού διεθνούς δικαίου. Προκειμένου να διασφαλίσει την αρχή nullum crimen sine lege, το ICTY στράφηκε συχνά σε κανόνες που απορρέουν από την κρατική πρακτική και την opinio juris. Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση Erdemović, όπου το Εφετείο εξέτασε εκτενώς εθνικές αποφάσεις σχετικά με το κατά πόσο ο καταναγκασμός μπορεί να λειτουργήσει ως λόγος άρσης του αδίκου σε περιπτώσεις ανθρωποκτονίας. Η έλλειψη συνέπειας μεταξύ των εθνικών συστημάτων οδήγησε τελικά στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται σαφής εθιμικός κανόνας, υπογραμμίζοντας τα όρια της εθνικής πρακτικής ως αποδεικτικού μέσου.
Πέρα όμως από τις συνθήκες και το έθιμο, το ICTY αξιοποίησε την εθνική νομολογία και για την ανίχνευση γενικών αρχών δικαίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 38(1)(γ) του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Οι αρχές αυτές, αντλούμενες από τις κοινές παραδόσεις των κυριότερων νομικών συστημάτων, λειτουργούν συμπληρωματικά όταν απουσιάζουν σαφείς κανόνες. Στην υπόθεση Furundžija, για παράδειγμα, το Δικαστήριο κατέφυγε σε συγκριτική ανάλυση εθνικών ποινικών δικαίων προκειμένου να διαμορφώσει έναν ακριβή ορισμό του εγκλήματος του βιασμού, επιδιώκοντας να προστατεύσει την αρχή της νομιμότητας. Αντίστοιχα, στην υπόθεση Kupreškić, η εθνική νομολογία συνέβαλε στη διαμόρφωση αρχών σχετικών με την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων.
Το ICTY, ωστόσο, υιοθέτησε αυστηρά κριτήρια, όπως το ότι μια γενική αρχή αναγνωρίζεται μόνο όταν αποδεικνύεται η παρουσία της στα περισσότερα μεγάλα νομικά συστήματα. Όπου διαπιστώνονταν ουσιώδεις αποκλίσεις, το Δικαστήριο δίσταζε να αναγνωρίσει την ύπαρξή της, επιδεικνύοντας έτσι μια μεθοδολογικά προσεκτική προσέγγιση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η χρήση της εθνικής νομολογίας ως αυθύπαρκτης πειστικής αυθεντίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως σε μειοψηφούσες γνώμες, οι εθνικές αποφάσεις δεν λειτουργούν απλώς ως αποδείξεις εθίμου ή γενικής αρχής, αλλά ως ερμηνευτικά πρότυπα που ενισχύουν το δικανικό συλλογισμό. Η πρακτική αυτή αντανακλά έναν διαρκή διάλογο μεταξύ εθνικών και διεθνών δικαστηρίων, ο οποίος συμβάλλει στη σταδιακή ενοποίηση της διεθνούς έννομης τάξης.
Συνολικά, η εμπειρία του ICTY καταδεικνύει ότι η εθνική νομολογία αποτελεί αναπόσπαστο εργαλείο για την εξέλιξη του διεθνούς ποινικού δικαίου. Παρά τους κινδύνους επιλεκτικής χρήσης και τις μεθοδολογικές δυσκολίες, η συμβολή της παραμένει καθοριστική, επιβεβαιώνοντας ότι το διεθνές δίκαιο δεν διαμορφώνεται σε θεσμικό κενό, αλλά μέσα από μια συνεχή αλληλεπίδραση με τα εθνικά νομικά συστήματα.

