Η ψυχική υγεία αποτελεί ένα από τα πιο υποτιμημένα, αλλά ταυτόχρονα πιο καθοριστικά ζητήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Παρότι επηρεάζει άμεσα την ποιότητα ζωής, την παραγωγικότητα, τις κοινωνικές σχέσεις και τη δημοκρατική συμμετοχή, εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά και συχνά ως ατομική υπόθεση. Η πραγματικότητα, ωστόσο, δείχνει ότι το άγχος, η κατάθλιψη, η επαγγελματική εξουθένωση και η μοναξιά δεν είναι προσωπικές αποτυχίες, αλλά κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα που απαιτούν συλλογικές απαντήσεις.
Οι κρίσεις των τελευταίων ετών, με την οικονομική ανασφάλεια, την πανδημία, την ενεργειακή πίεση, τις συνεχείς μεταβολές στην εργασία, το στεγαστικό, το κόστος ζωής και άλλα, έχουν επιβαρύνει σημαντικά την ψυχική ευεξία μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού. Νέοι άνθρωποι βιώνουν αβεβαιότητα για το μέλλον, εργαζόμενοι πιέζονται από επισφαλείς συνθήκες και αυξημένες απαιτήσεις, ενώ ηλικιωμένοι συχνά αντιμετωπίζουν κοινωνική απομόνωση. Παράλληλα, το στίγμα γύρω από τα ζητήματα ψυχικής υγείας εξακολουθεί να λειτουργεί αποτρεπτικά, εμποδίζοντας πολλούς να ζητήσουν βοήθεια έγκαιρα.
Η αντιμετώπιση της ψυχικής υγείας ως πολιτικής προτεραιότητας προϋποθέτει μια θεμελιώδη αλλαγή οπτικής. Πρώτον, απαιτείται η πλήρης ενσωμάτωσή της στις δημόσιες πολιτικές υγείας, με ισότιμη αντιμετώπιση σε σχέση με τη σωματική υγεία. Αυτό σημαίνει καθολική και έγκαιρη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας, χωρίς οικονομικά ή γεωγραφικά εμπόδια. Οι δημόσιες δομές πρέπει να ενισχυθούν με επαρκές προσωπικό, σύγχρονες μεθόδους και διασύνδεση με την πρωτοβάθμια φροντίδα, ώστε η στήριξη να είναι συνεχής και όχι αποσπασματική.
Δεύτερον, η πολιτική για την ψυχική υγεία οφείλει να δίνει έμφαση στην πρόληψη. Το σχολείο, ο χώρος εργασίας και η κοινότητα αποτελούν κρίσιμα πεδία παρέμβασης. Η ενίσχυση της ψυχοκοινωνικής υποστήριξης στα σχολεία, η καλλιέργεια δεξιοτήτων ζωής και η αντιμετώπιση του σχολικού άγχους και εκφοβισμού μπορούν να δημιουργήσουν πιο ανθεκτικές γενιές. Στην εργασία, πολιτικές που προάγουν την ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, περιορίζουν την εξουθένωση και ενισχύουν την ασφάλεια και τη σταθερότητα συμβάλλουν άμεσα στην ψυχική ευεξία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αντιμετώπιση των κοινωνικών παραγόντων που επιβαρύνουν την ψυχική υγεία. Η φτώχεια, η στεγαστική ανασφάλεια, η ανεργία και οι ανισότητες λειτουργούν σωρευτικά, αυξάνοντας τον ψυχικό φόρτο. Μια ουσιαστική πολιτική για την ψυχική υγεία δεν μπορεί να αγνοεί αυτές τις παραμέτρους, αλλά πρέπει να συνδέεται με ευρύτερες πολιτικές κοινωνικής προστασίας και συνοχής.
Τέλος, απαιτείται μια συντονισμένη προσπάθεια αποστιγματοποίησης. Η ανοιχτή δημόσια συζήτηση, η ενημέρωση και η εκπαίδευση μπορούν να μετατρέψουν την ψυχική υγεία από ταμπού σε κοινή υπόθεση. Όταν η κοινωνία αναγνωρίζει ότι η ψυχική ευεξία είναι συλλογικό αγαθό, τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για πολιτικές που σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ενισχύουν την ανθεκτικότητα όλων. Η επένδυση στην ψυχική υγεία δεν είναι δευτερεύουσα επιλογή, αλλά βασική προϋπόθεση για μια δίκαιη, παραγωγική και δημοκρατική κοινωνία. Χωρίς ψυχική ευεξία, καμία αναπτυξιακή ή κοινωνική στρατηγική δεν μπορεί να είναι πραγματικά βιώσιμη.

