Η ενδυνάμωση των γυναικών ώστε να αναπτύξουν και να αξιοποιήσουν πλήρως το δυναμικό τους στους τομείς της Επιστήμης, της Τεχνολογίας, της Μηχανικής και των Μαθηματικών (STEM) αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για μια σύγχρονη, ανταγωνιστική και κοινωνικά δίκαιη αναπτυξιακή πολιτική. Παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί διεθνώς, τα κορίτσια και οι γυναίκες εξακολουθούν να υποεκπροσωπούνται σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, οι οποίοι διαμορφώνουν την καινοτομία, την ψηφιακή μετάβαση και την οικονομία της γνώσης. Η ανισότητα αυτή δεν συνιστά μόνο ζήτημα κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά και σοβαρό περιορισμό της αναπτυξιακής δυναμικής των σύγχρονων οικονομιών.
Η διεθνής βιβλιογραφία και οι συγκριτικές μελέτες οργανισμών όπως η UNESCO και ο ΟΟΣΑ καταδεικνύουν ότι το έμφυλο χάσμα στους τομείς STEM δεν σχετίζεται με διαφορές γνωστικών ικανοτήτων, αλλά με κοινωνικούς, πολιτισμικούς και θεσμικούς παράγοντες. Τα έμφυλα στερεότυπα, οι χαμηλότερες προσδοκίες, η έλλειψη γυναικείων προτύπων και η περιορισμένη έκθεση σε εφαρμοσμένες δραστηριότητες STEM επηρεάζουν αρνητικά την αυτοπεποίθηση και τις εκπαιδευτικές επιλογές των κοριτσιών ήδη από την παιδική ηλικία. Η αντιμετώπιση του φαινομένου απαιτεί συνεκτικές, τεκμηριωμένες και μακροπρόθεσμες πολιτικές παρεμβάσεις.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη στρατηγική κατέχει η πρώιμη εκπαιδευτική παρέμβαση. Η συστηματική εισαγωγή βιωματικών δραστηριοτήτων STEM από το νηπιαγωγείο και το δημοτικό σχολείο, με έμφαση στη διερευνητική μάθηση, το παιχνίδι, τη συνεργασία και την επίλυση προβλημάτων, συμβάλλει στη διαμόρφωση θετικής στάσης των κοριτσιών απέναντι στην επιστήμη και την τεχνολογία. Παράλληλα, η αναθεώρηση των αναλυτικών προγραμμάτων και των σχολικών εγχειριδίων, ώστε να ενσωματώνουν έμφυλη οπτική και να αποδομούν στερεοτυπικές αναπαραστάσεις, αποτελεί βασικό εργαλείο θεσμικού εκσυγχρονισμού.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ο ρόλος των εκπαιδευτικών. Η συνεχής επιμόρφωσή τους σε ζητήματα συμπερίληψης, αναγνώρισης ασυνείδητων προκαταλήψεων και σύγχρονων παιδαγωγικών προσεγγίσεων STEM μπορεί να μετασχηματίσει ουσιαστικά τη σχολική πρακτική. Ένα υποστηρικτικό μαθησιακό περιβάλλον, που ενθαρρύνει τον πειραματισμό, αποδέχεται το λάθος ως μέρος της μαθησιακής διαδικασίας και προάγει την ισότιμη συμμετοχή, λειτουργεί ως καταλύτης ενδυνάμωσης και κοινωνικής κινητικότητας.
Ωστόσο, η εκπαιδευτική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένα από την αγορά εργασίας και την κοινωνία. Η ανάπτυξη δικτύων γυναικών προτύπων στους τομείς STEM, προγραμμάτων mentoring, πρακτικής άσκησης και στοχευμένων υποτροφιών, σε συνεργασία με πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και επιχειρήσεις, καθιστά ορατές τις επαγγελματικές διαδρομές και μειώνει τη διαρροή ταλέντου. Παράλληλα, η συστηματική συλλογή δεδομένων, η αξιολόγηση των παρεμβάσεων και ο οριζόντιος συντονισμός πολιτικών διασφαλίζουν αποτελεσματικότητα. Η ενδυνάμωση των κοριτσιών στα STEM αποτελεί στρατηγική επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο, την καινοτομία και τη βιώσιμη κοινωνική και οικονομική πρόοδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ένταξη της ισότητας φύλων στις εθνικές στρατηγικές για την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι δεξιότητες STEM συνδέονται άμεσα με τις τεχνολογίες καθαρής ενέργειας, την τεχνητή νοημοσύνη και τη βιώσιμη καινοτομία. Η συστηματική επένδυση στα κορίτσια ενισχύει την ανθεκτικότητα των κοινωνιών, διευρύνει τη δεξαμενή ταλέντου και διασφαλίζει ότι η μελλοντική ανάπτυξη θα είναι χωρίς αποκλεισμούς, ανταγωνιστική και κοινωνικά υπεύθυνη, μέσα από πολιτικές που συνδυάζουν εκπαίδευση, καινοτομία, κοινωνική συνοχή και τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, με σαφείς στόχους, δείκτες παρακολούθησης και διαρκή κοινωνικό διάλογο που στηρίζει ισότιμη συμμετοχή όλων των φύλων στον σχεδιασμό του κοινού μέλλοντος της γνώσης και της τεχνολογίας παγκοσμίως σήμερα συλλογικά.

