Περιορισμοί και νομιμοποίηση στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου

Σχόλιο επί της Απόφασης της πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου (10/4/20) σε σχέση με το καθεστώς νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας του κράτους στην επιβολή περιορισμών σε ατομικά δικαιώματα

Ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε, με δημόσια δήλωσή του («ΚΥΠΕ» 10 Απρ. 20), μια ερμηνεία της σημερινής Απόφασης της πλειοψηφίας του Ανώτατου Δικαστηρίου σε αριθμό εφέσεων που αφορούσαν σε αποφάσεις του κράτους να προβεί σε περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων πολιτών της Δημοκρατίας. Ερμηνεύει την Απόφαση του Ανωτάτου υποστηρίζοντας το εξής: ο πυρήνας της άσκησης και της προστασίας ατομικών δικαιωμάτων που αφορούν την υπόθεση δεν επηρεάζεται. Προσθέτει όμως: το κράτος μπορεί να επιβάλει περιορισμούς, οι οποίοι πρέπει να είναι αιτιολογημένοι και αναλογικοί. Και συμπληρώνει: η αιτιολόγηση και η αναλογικότητα των περιορισμών, πρέπει να είναι συμβατοί με τον σκοπό που επιδιώκεται. Η Απόφαση αυτή καταλήγει ο Γενικός Εισαγγελέας, αποτελεί προηγούμενο για νέες, μελλοντικές ανάλογες αποφάσεις του κράτους.

Αυτή είναι μια σεβαστή ερμηνεία της Απόφασης από τον Γενικό Εισαγγελέα, όπως σεβαστή είναι και η καθαυτό Απόφαση της πλειοψηφίας του Ανωτάτου. Τόσο όμως η εκτίμηση και η ερμηνεία της Απόφασης όσο και η ίδια η Απόφαση έχουν πολύ σημαντικές προεκτάσεις που αφορούν τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας του κράτους να επιβάλλει περιορισμούς σε ατομικά δικαιώματα. Και ιδιαίτερα, να επιβάλλει περιορισμούς σε ατομικά περιουσιακά δικαιώματα.

Οι προεκτάσεις είναι σημαντικές. Σε μια ακραία εκτίμησή τους ίσως και τρομακτικές, ως προς τον θεμελιώδη πυρήνα της νομιμοποίησης του ίδιου του Συντάγματος, του ίδιου του Δημοκρατικού Πολιτεύματος του ίδιου του κράτους.

Υπόβαθρο και σκοπός της ανάλυσης

Η ανάλυση που ακολουθεί εξετάζει τις προεκτάσεις της Απόφασης στο καθεστώς νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας του κράτους να επιβάλλει περιορισμούς στα ατομικά δικαιώματα. Είναι μια ανάλυση στη βάση της διεπιστημονικής διασύνδεσης του δικαίου με την πολιτική φιλοσοφία και την πολιτική επιστήμη. Με άλλα λόγια, θα εξεταστεί, σε συντομία, ο τρόπος με τον οποίο μπορεί η Απόφαση αυτή να επηρεάσει τη νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας του κράτους. Δε θεωρείται αναγκαίο ούτε χρήσιμο για την ανάλυση αυτή η επίκληση πηγών ή βιβλιογραφίας.

Η σχετικότητα των ατομικών δικαιωμάτων

Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται, από τον Γενικό Εισαγγελέα, αλλά και από το ίδιο το Δικαστήριο, η ευχέρεια του κράτους να περιορίζει θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, δημιουργεί την αίσθηση της σχετικότητας ή της σχετικοποίησης των ατομικών δικαιωμάτων. Βεβαίως, τα ατομικά δικαιώματα δεν είναι απόλυτα. Βεβαίως, το κράτος έχει το μονοπώλιο στη χρήση νόμιμης βίας για τον περιορισμό τους. Βεβαίως, τα δικαστήρια έχουν το δικαίωμα να ερμηνεύουν τη συμβατότητα των πολιτικών αποφάσεων με το νόμο και το σύνταγμα, τους ίδιους τους νόμους και το ίδιο το σύνταγμα. Δεν είναι όμως ούτε η Κυβέρνηση, ούτε το Δικαστήριο, ούτε η Βουλή που παρέχουν το τεκμήριο νομιμοποίησης του κράτους και των πολιτικών του εξουσιών

Η θεμελίωση του πολιτεύματος, του κράτους και της πολιτικής εξουσίας

Το πρόβλημα σε αυτή την περίπτωση είναι συγκεκριμένο: Η θεμελίωση του σύγχρονου κράτους, καθώς και του δημοκρατικού πολιτεύματος στην Ευρώπη (και αλλού) βασίζεται στην (οικειοθελή ή εκούσια) εκχώρηση από τους ανθρώπους της ελευθερίας τους. Η εκχώρηση αυτή γίνεται προκειμένου να συσταθεί το κράτος και να αναγνωρίσει σε αυτούς την ιδιότητα του πολίτη, καθώς και να κατοχυρωθούν σε αυτούς αναφαίρετα δικαιώματα και ελευθερίες, τα οποία να το κράτος προστατεύει αξιόπιστα και αποτελεσματικά. Η επικράτηση του κράτους δικαίου είναι ο κανονιστικός, αλλά και ο τελεολογικός προσανατολισμός των δημοκρατικών πολιτειών.

Η συζήτηση αυτή έχει μεγάλο βάθος και έκταση. Ένα σχετικό με την περίσταση στοιχείο όμως δεν χωράει αμφισβήτησης: Εκ των βασικών λόγων που αιτιολογούν τη βούληση των ανθρώπων να εκχωρούν την ελευθερία τους στο κράτος, είναι η προσδοκίας τους ότι το κράτος θα εγγυάται, χωρίς περιορισμούς και εξαιρέσεις, το δικαίωμά τους στην περιουσία. Αυτό είναι αναντίλεκτα αποδεκτό από ιστορικής, φιλοσοφικής, πολιτικής και οικονομικής άποψης.

Η δυνατότητα και η αξιοπιστία του κράτους στην προάσπιση του δικαιώματος στην περιουσία είναι ο πιο στιβαρός πυλώνας στο οικοδόμημα του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και θεωρείται ως τέτοιος διότι, ενόσω το κράτος συνεχίζει να εγγυάται το δικαίωμα στην περιουσία, δικαιούται να επιζητεί και τη νομιμοποίηση στην άσκηση πολιτικής εξουσίας.

Όταν το κράτος αδυνατεί να εγγυηθεί το δικαίωμα στην περιουσία ή το καταστρατηγήσει, τότε χάνει και το τεκμήριο της νομιμοποίησης της εξουσίας του. Όταν ένας τέτοιος πυλώνας υποχωρήσει, τότε ολόκληρο το δημοκρατικό οικοδόμημα καταρρέει.

Βεβαίως εδώ, σχετικά πάντα με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το κράτος δεν απώλεσε το τεκμήριο της προστασίας του δικαιώματος στην περιουσία. Ούτε το δικαίωμα αυτό αμφισβητείται στον πυρήνα του από τις αποφάσεις που έλαβε. Ορθώς το διαπιστώνει αυτό ο Γενικός Εισαγγελέας.

Αίτια διάβρωσης της πολιτικής νομιμοποίησης

Κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης το 2012-13 γεννήθηκε μια νέα προσέγγιση περιορισμού και «εξαίρεσης» στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων. Με την Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου τον Απρίλιο του 2020, επικυρώνεσαι το καθεστώς εκείνο. Αυθόρμητα, ως συνέπεια, στους (ενδιαφερόμενους) πολίτες αναδύεται μια αγωνία για την προστασία ατομικών δικαιωμάτων. Πιο συγκεκριμένα, της προστασίας του δικαιώματος στην περιουσία. Αυτό θα μπορούσε να παρατηρηθεί παραστατικά ως μια ενστικτώδης αντίδρασης που ενεργοποιεί το DNA του homo politicus ή και του homo economicus. Μια αντίδραση που θέλει να επανεξετάσει τα βασικά δεδομένα της νομιμοποίησης της κρατικής εξουσίας.

Αναγνωρίζεται χωρίς άλλο η πτυχή του συμφέροντος που ενέχεται στην περίσταση. Αλλά πιο ατομικό δικαίωμα δεν ενέχει και συμφέρον;


Αυτό το οποίο δίνει βάση σοβαρής ενασχόλησης με το ζήτημα δεν είναι τόσο η νομική διάσταση της Απόφασης. Σημαντικές συζητήσεις μπορούν και πρέπει να γίνουν και επ’ αυτής. Όσον αφορά το ζήτημα της νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, ουσιαστικό ζήτημα προκύπτει από τη ταύτιση του Δικαστηρίου με έναν αυθαίρετο αντικειμενισμό του κράτους, χωρίς να εξετάζει τις λεπτομέρειες, τα αίτια και την ουσία. Και η ουσία στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι οι περιορισμοί που αποσκοπούσαν στον σκοπό της διάσωσης της οικονομίας και της διαφύλαξης των δημόσιων οικονομικών. Διότι το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε, όπως αποφάνθηκε και το 2013 έναντι των προσφυγών για το κούρεμα, αποδεχόμενο οικονομικές αναλύσεις, οι οποίες στην περίπτωση της απόφασης του 2013, αν τις διαβάσει κάποιος σήμερα, θα τις βρει ισχές, περιορισμένες και σε κάποιο βαθμό έως και ανυπόστατες. Στη συγκεκριμένη νέα Απόφαση του Απριλίου του 2020, η πλειοψηφία του Ανωτάτου αποδέχεται αβίαστα τον ίδιο αυθαίρετο αντικειμενισμό περί του σκοπού των αποφάσεων του κράτους.

Το πρόβλημα είναι διττό: Πρώτη πτυχή είναι η αβίαστη αποδοχή αναφορών και συμπερασμάτων, χωρίς ενδελεχή έλεγχο και ανάλυση των οικονομικών δεδομένων. Η άλλη πτυχή αφορά στην παντελή επίδειξη άγνοιας για τη γενεσιουργό αιτία των οικονομικών προβλημάτων που οδήγησαν στην αναγκαιότητα των αποφάσεων του κράτους για περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων. Διότι, η έκτακτη κατάσταση δημιουργήθηκε – και υπάρχει πια ισχυρή επιστημονική άποψη, ανάλυση και τεκμηρίωση – από τις κυβερνήσεις με σειρά άστοχων ενεργειών και πολιτικών αποφάσεων τους, που επιβάρυναν την οικονομία και προκάλεσαν την δραματική επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί το κράτος σε χρεοκοπία, για να “αναγκαστεί” να περιορίσει ατομικά δικαιώματα πολιτών. Αυτή η πτυχή αγνοείται.

Μαζί με την ενδεχόμενη απώλεια νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας, ίσως και να δημιουργούνται και προϋποθέσεις απώλειας νομιμοποίησης και στις αποφάσεις των Δικαστηρίων.

Η ουσία στην απώλεια νομιμοποίησης

Η ανάλυση υπερβαίνει την αρτιότητα της Απόφασης του Δικαστηρίου και την κρίση του επί της συνταγματικότητας των περιορισμών σε ατομικά δικαιώματα. Επεισέρχεται στην πολιτειακή διάσταση της ουσίας του ζητήματος. Αυτή η ουσία του ζητήματος αφορά την απώλεια στοιχείων νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας του κράτους, ανάλογη με εκείνη των περιορισμών που επέβαλε στα περιουσιακά δικαιώματα πολιτών και οι οποίοι περιορισμοί ήταν αποτέλεσμα των δικών του αστοχιών και λανθασμένων αποφάσεων.

Διότι τώρα, με την ερμηνεία που αποδέχεται και ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πολίτες (καλόβουλα ή κακόβουλα) διερωτώνται, χωρίς όμως να είναι πάντοτε σε θέση να το εξηγήσουν: “Γιατί τέτοιες πολιτικές αποφάσεις του κράτους να απολαύουν νομιμοποίησης, από τη στιγμή που το κράτος περιορίζει αθέμιτα τα ατομικά μου δικαιώματα, εξ υπαιτιότητας δικών του λαθών”;

Φυσικά εδώ δεν αναφερόμαστε, σε καμία περίπτωση, σε (καθολική) αμφισβήτηση του κράτους ή του πολιτεύματος. Αναφερόμαστε στην εμβάθυνση του χάσματος νομιμοποίησης και την απώλεια της πίστης των πολιτών προ το κράτος και της ίδιας της εξουσίας του.

Συνέπειες στην απώλεια νομιμοποίησης

Το φαινόμενο της απώλειας νομιμοποίησης, αναδύεται με υπολογισμένες συμπεριφορές ήπιας ή/και έντονης άρνησης συμμόρφωσης έναντι υποχρεώσεων που αφορούν το κράτος ή/και τις αποφάσεις του. Το παρατηρούμε πιο άμεσα με την αυξανόμενη αποχή από την πολιτική ζωή και τις εκλογές.

Εν τέλει, το κράτος δε χάνει τη νομιμοποίηση της εξουσίας του άμεσα και ακαριαία, αλλά σταδιακά μέσω μικρών και μεγάλων αστοχιών, πολιτικών, νομικών, δικαστικών. Έστω και αν η Απόφαση του Ανωτάτου μπορεί, σύμφωνα με την πλειοψηφία του, αλλά και τον Γενικό Εισαγγελέα, να στέκει από νομικής άποψης, συγκρούεται όμως με το περί δικαίου αίσθημα μέρους της κοινωνίας και εγείρει ερωτήματα για τα όρια του καθεστώτος εξαίρεσης που μπορεί να επικαλείται το κράτος για να επιβάλλει περιορισμούς στο δικαίωμα της περιουσίας, καθώς και σε άλλα ατομικά δικαιώματα. Δικαίως ή αδίκως, δεν εξετάζεται αυτό. Διότι, ο ορισμός και η έκφρασης της νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας του κράτους, δεν αφορά σε ένα επικυρωμένο νομικισμό, αλλά σε μια αίσθηση ύπαρξης μιας διαρκούς σύμβασης πολίτη-κράτους, με την αρχέγονη και την σύγχρονή της έκφραση.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , ,