Η συζήτηση για την αφαίρεση ιθαγένειας από υπήκοο Μαλαισίας

Με αφορμή την υπόθεση χορήγησης ιθαγένειας σε υπήκοο Μαλαισίας από τις Κυπριακές Αρχές, ο οποίος κατηγορείται για μια σειρά από αξιόποινες πράξεις στη χώρα του, τέθηκε στο δημόσιο διάλογο το ζήτημα της αφαίρεσης ιθαγένειας.

Καταρχήν, η αφαίρεση ιθαγένειας προβλέπεται σε πολλές χώρες όχι μόνο για πολιτικούς λόγους αλλά και ως μηχανισμός διατήρησης των δεσμών μεταξύ ενός κράτους και όσων έχουν την ιθαγένεια του, οι οποίοι αποτελούν συστατικό στοιχείο της ίδιας της έννοιας της ιθαγένειας. Η Ιθαγένεια αποτελεί τον δημοσίου δικαίου δεσμό ενός κράτους με τους πολίτες του και κάθε κράτος μπορεί να ορίζει κυριαρχικά ποια είναι τα απαραίτητα στοιχεία για να αναγνωριστεί αυτός ο δεσμός π.χ καταγωγή, διαμονή, υπηρεσίες προς τη χώρα κ.λ.π. Για παράδειγμα στην Ολλανδία προβλέπεται ότι, εάν κάποιος έχει εκτός από την ολλανδική και άλλη ιθαγένεια και επί δέκα χρόνια έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός της Ολλανδίας, χάνει την ιθαγένεια του. Η ratio της σχετικής διάταξης είναι ότι η ιθαγένεια αποτελεί έκφραση των δεσμών αλληλεγγύης και πίστης μεταξύ των πολιτών μιας χώρας, δεσμοί οι οποίοι ελλείπουν όταν κάποιος με διπλή ιθαγένεια δεν έχει επιλέξει ως χώρα διαμονής του την Ολλανδία επί δέκα συνεχόμενα χρόνια.

Ωστόσο, ο κυριαρχικός χαρακτήρας ως προς τον προσδιορισμό των στοιχείων της ιθαγένειας έχει καμφθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια κυρίως διαμέσου υπερεθνικών μηχανισμών προστασίας δικαιωμάτων, όπως είναι η ΕΣΔΑ και το δίκαιο της Ε.Ε. Σε αυτό το ζήτημα βέβαια η νομολογία του ΔΕΕ, σε σχέση με την αντίστοιχη του ΕΔΑΔ, είναι περισσότερο «επεμβατική» ως προς το ενδεχόμενο η αφαίρεση ιθαγένειας να αποτελεί μια ενέργεια που θίγει θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. Ο λόγος της σχετικής διαφοροποίησης ερείδεται στο ότι, σε επίπεδο Ε.Ε έχει θεσπιστεί ήδη από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ η ιθαγένεια της Ε.Ε, φορείς της οποίας είναι όλα τα πρόσωπα που έχουν την ιθαγένεια  ενός κράτους μέλους και συνεπώς η αφαίρεση της ιθαγένειας ενός κράτους μέλους σημαίνει αυτόματα και την απώλεια της Ιθαγένειας της Ε.Ε για αυτό το πρόσωπο. Συνεπώς μετά από την πράξη αφαίρεσης της ιθαγένειας, αυτό το πρόσωπο παύει να είναι σύμφωνα με το δίκαιο της Ε.Ε Ευρωπαίος Πολίτης και χάνει όλα τα δικαιώματα τα οποία είναι παρακολούθημα αυτής της ιδιότητας.

Η σχετική με το θέμα νομολογία του ΔΕΕ ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 90 [Micheletti] όρισε ότι οι διατάξεις περί ιθαγένειας ενός κράτους μέλους πρέπει να σέβονται το δίκαιο της Ε.Ε καθώς η ιθαγένεια της Ε.Ε έχει ως νομική βάση την ιθαγένεια ενός κράτους μέλους και συνεπώς οι διατάξεις των κρατών μελών μπορούν να επηρεάζουν την απώλεια ή κτήση της ιθαγένειας της Ε.Ε.  Ωστόσο ενώ έως σήμερα το ΔΕΕ με τη νομολογία του δεν αμφισβήτησε ουσιαστικά τη δυνατότητα ενός κράτους να ορίζει τους όρους απόκτησης της ιθαγένειας του, έχει θέσει κάποια όρια ως προς την ευχέρεια αφαίρεσης της ιθαγένειας.

Στην υπόθεση Rotmann [ C-135/08] το ΔΕΕ έκρινε ότι «Κατά συνέπεια, με δεδομένη τη σημασία που προσδίδει το πρωτογενές δίκαιο στην ιδιότητα του πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πρέπει, κατά την εξέταση των πράξεων ανάκλησης της πολιτογράφησης, να λαμβάνονται υπόψη οι συνέπειες που έχει ενδεχομένως η οικεία πράξη για τον ενδιαφερόμενο και για τα μέλη της οικογένειάς του, όσον αφορά την απώλεια των δικαιωμάτων που απονέμονται σε κάθε πολίτη της Ένωσης. Από την άποψη αυτή έχει σημασία να εξακριβώνεται, μεταξύ άλλων, αν η απώλεια αυτή είναι δικαιολογημένη σε σχέση με τη βαρύτητα της παράβασης που έχει τελέσει ο ενδιαφερόμενος, με τον χρόνο που έχει παρέλθει μεταξύ της απόφασης πολιτογράφησης και της απόφασης ανάκλησής της και με τη δυνατότητά του να ανακτήσει την αρχική του ιθαγένεια»

Θα πρέπει λοιπόν σε κάθε ανάλογη περίπτωση να συνεξετάζονται δύο κυρίως στοιχεία α) ο λόγος αφαίρεσης της ιθαγένειας, εάν δηλαδή οφείλεται σε κάποια παράβαση που έχει διαπράξει ο ενδιαφερόμενος σε σχέση με την απόκτηση της ιθαγένειας και η βαρύτητα του αδικήματος και β) εάν η αφαίρεση της ιθαγένειας θα οδηγήσει το άτομο σε καθεστώς ανιθαγενούς, εάν δεν έχει κάποια άλλη ιθαγένεια. Η νομολογία αυτή επαναλαμβάνεται και στην πρόσφατη υπόθεση Tjiebbes [C-221/17] η οποία αφορούσε τη συμβατότητα της ολλανδικής νομοθεσίας περί αφαίρεσης ιθαγένειας από πρόσωπα με διπλή ιθαγένεια που διαμένουν εκτός Ολλανδίας για 10 συνεχόμενα χρόνια, με το δίκαιο της Ε.Ε. Κρίσιμο σημείο στην εν λόγω απόφαση η οποία κατέληξε στο συμπέρασμα περί συμβατότητάς της σχετικής νομολογίας με το δίκαιο της Ε.Ε, είναι  ότι αφορά πρόσωπα διπλής ιθαγένειας και συνεπώς η αφαίρεση της δεν τα καθιστά ανιθαγενή. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο και για τη νομολογία του ΕΔΑΔ, το οποίο ανάμεσα στα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του για να κρίνει  εάν η αφαίρεση της ιθαγένειας  είναι μια ενέργεια αντίθετη στα δικαιώματα που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ, είναι εάν η απώλεια της ιθαγένειας θα καθιστούσε ένα πρόσωπο ανιθαγενές [Κ2 ν United Kingdom (application no, 42387/13] .

Η έμφαση που αποδίδεται σε αυτό το στοιχείο έχει σχέση με  τη σημασία της ιθαγένειας ως προς την αναγνώριση ενός ατόμου ως φορέα δικαιωμάτων και με τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για την εξάλειψη της ανιθαγένειας, η οποία εξαρτά ευθέως την απώλεια της ιθαγένειας με τη δυνατότητα απόκτησης άλλης [αρθ 6 της Σύμβασης]. Συνεπώς οποιαδήποτε ενέργεια αφαίρεσης ιθαγένειας από ένα κράτος μέλος της Ε.Ε που έχει κυρώσει και την ΕΣΔΑ δεν είναι δυνατό πλέον να αγνοεί  αυτές τις παραμέτρους του ζητήματος.

.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,