Η διάκριση μεταξύ ορισμού της σχετικής αγοράς, εξέτασης του οικονομικού πλαισίου και ανάλυσης των αποτελεσμάτων στη νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Στις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 ΣΛΕΕ υποστηρίζεται συχνά η θέση ότι, όταν μια συμφωνία ή πρακτική χαρακτηρίζεται ως περιορισμός του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου, δεν απαιτείται ο ορισμός της σχετικής αγοράς. Ως γενική αφετηρία, η θέση αυτή είναι ορθή. Δεν πρέπει, ωστόσο, να οδηγεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι δεν απαιτείται ούτε η εξέταση του νομικού και οικονομικού πλαισίου στο οποίo εντάσσεται η επίμαχη συμπεριφορά.
Οι δύο αυτές θέσεις δεν είναι ισοδύναμες.
Η απουσία ανάγκης πλήρους και ακριβούς ορισμού της σχετικής αγοράς δεν απαλλάσσει την αρμόδια αρχή ανταγωνισμού από την υποχρέωση να εξετάσει το οικονομικό και νομικό πλαίσιο της επίμαχης συμπεριφοράς. Η εν λόγω εξέταση αποτελεί μέρος της ίδιας της αξιολόγησης που απαιτείται για να διαπιστωθεί εάν η συμπεριφορά εμφανίζει επαρκή βαθμό βλαπτικότητας για τον ανταγωνισμό, ώστε να χαρακτηριστεί ως περιορισμός εξ αντικειμένου.
Ο ορισμός της σχετικής αγοράς δεν είναι υποχρεωτικός σε κάθε υπόθεση
Ο ορισμός της σχετικής αγοράς αποτελεί βασικό εργαλείο του δικαίου του ανταγωνισμού. Αποσκοπεί στον προσδιορισμό των προϊόντων ή υπηρεσιών που ασκούν ουσιαστική ανταγωνιστική πίεση μεταξύ τους, της γεωγραφικής έκτασης αυτών των πιέσεων και, κατά συνέπεια, του πεδίου μέσα στο οποίο μπορεί να αξιολογηθεί η ισχύς των επιχειρήσεων και η επίδραση μιας συμπεριφοράς στον ανταγωνισμό.
Ωστόσο, ο ορισμός της σχετικής αγοράς δεν αποτελεί αυτοσκοπό ούτε υποχρεωτικό στάδιο σε κάθε εφαρμογή των κανόνων ανταγωνισμού. Η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του δικαίου του ανταγωνισμού του 2024 αναγνωρίζει ότι, κατά την αξιολόγηση συμφωνιών που έχουν ως αντικείμενο τον περιορισμό του ανταγωνισμού, όπως οι συμφωνίες καρτέλ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνήθως δεν προβαίνει σε ορισμό της σχετικής αγοράς και δεν υπέχει γενική υποχρέωση να το πράξει (βλ. παρ. 9(γ) και υποθέσεις T-44/00, Mannesmannröhren–Werke, σκέψη 132, και T-216/13, Telefónica, σκέψη 214). Αυτό δεν αποκλείει, ωστόσο, ότι σε συγκεκριμένες περιστάσεις ο ορισμός της σχετικής αγοράς μπορεί να είναι αναγκαίος για τη διαπίστωση του επίμαχου περιορισμού του ανταγωνισμού.
Η προσέγγιση αυτή εξυπηρετεί έναν εύλογο πρακτικό σκοπό. Όταν, για παράδειγμα, δύο ανταγωνιστές συμφωνούν ευθέως τις τιμές, περιορίζουν την παραγωγή ή κατανέμουν πελάτες, δεν είναι πάντοτε αναγκαίο να προηγηθεί μια πλήρης άσκηση υποκατάστασης της ζήτησης, ακριβής γεωγραφική οριοθέτηση ή υπολογισμός μεριδίων αγοράς. Η διαπίστωση του επαρκούς βαθμού βλάβης στον ανταγωνισμό μπορεί να στηριχθεί στο περιεχόμενο και στους σκοπούς της συμφωνίας, καθώς και στο οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αυτή εντάσσεται.
Αυτό προϋποθέτει, ωστόσο, ότι έχουν προσδιοριστεί επαρκώς η εξεταζόμενη συμπεριφορά και οι ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ο περιοριστικός χαρακτήρας της συμφωνίας.
Η απαλλαγή από τον πλήρη ορισμό της σχετικής αγοράς έχει, επομένως, σαφή όρια. Η μη αναγκαιότητα πλήρους οριοθέτησης της σχετικής αγοράς δεν συνεπάγεται ότι η επίμαχη συμπεριφορά μπορεί να αξιολογηθεί σε οικονομικό κενό.
Ο χαρακτηρισμός ως περιορισμού εξ αντικειμένου προϋποθέτει εξέταση του πλαισίου
Η διάκριση μεταξύ περιορισμών εξ αντικειμένου και περιορισμών εκ του αποτελέσματος αφορά τον τρόπο με τον οποίο διαπιστώνεται ο περιορισμός του ανταγωνισμού και, συνακόλουθα, τις απαιτήσεις απόδειξης.
Εφόσον από την εξέταση του περιεχομένου, των σκοπών και του οικονομικού και νομικού πλαισίου μιας μορφής συντονισμού προκύπτει ότι αυτή παρουσιάζει επαρκή βαθμό βλάβης για τον ανταγωνισμό, δεν απαιτείται περαιτέρω απόδειξη των πραγματικών ή δυνητικών αντιανταγωνιστικών αποτελεσμάτων της. Η έννοια του περιορισμού εξ αντικειμένου πρέπει, ωστόσο, να ερμηνεύεται συσταλτικά (βλ. ενδεικτικά C‑67/13 P, Cartes Βancaires, σκέψεις 57–58, C‑228/18, Budapest Bank, σκέψη 54, C‑211/22, Super Bock, σκέψεις 32–35, C‑333/21, European Superleague, σκέψεις 161–165 και C‑133/24, CD Tondela, σκέψεις 38–39).
Η εξέταση του οικονομικού και νομικού πλαισίου δεν περιορίζεται στην ερμηνεία των όρων της συμφωνίας ή στον προσδιορισμό των σκοπών της. Περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη φύση των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών, καθώς και τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας και τη διάρθρωση της αγοράς ή των αγορών που επηρεάζονται. Αυτός είναι ο κανόνας που διατυπώθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση C‑67/13 P, Cartes Βancaires, σκέψη 53.
Ο χαρακτηρισμός μιας πρακτικής ως περιορισμού εξ αντικειμένου, επομένως, δεν μπορεί να προηγείται της εξέτασης του πλαισίου και να χρησιμοποιείται ως λόγος για την παράλειψή της. Πρέπει να προκύπτει από τη συνολική αξιολόγηση του περιεχομένου, των σκοπών και του οικονομικού και νομικού πλαισίου της συμπεριφοράς. Διαφορετικά, δημιουργείται ένας κυκλικός συλλογισμός. Ειδικότερα, η οικονομική εξέταση θεωρείται περιττή επειδή η συμπεριφορά χαρακτηρίζεται ως περιορισμός εξ αντικειμένου, ενώ ο ίδιος ο χαρακτηρισμός προϋποθέτει προηγουμένως την εξέταση του οικονομικού και νομικού πλαισίου.
Η κρίσιμη διάκριση στην υπόθεση Cartes Bancaires
Η υπόθεση C‑67/13 P, Cartes Βancaires αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της διάκρισης μεταξύ ορισμού της σχετικής αγοράς και της εξέτασης του πλαισίου.
Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε ορισμένες τιμολογιακές ρυθμίσεις που είχαν υιοθετηθεί στο πλαίσιο ενός από τα σημαντικότερα συστήματα καρτών πληρωμών στη Γαλλία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε χαρακτηρίσει τις εν λόγω ρυθμίσεις ως περιορισμό του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου. Το Γενικό Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή κατά της απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επικυρώνοντας, μεταξύ άλλων, τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό.
Ακολούθως, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) αναίρεσε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η οικονομική λειτουργία του συστήματος τραπεζικών καρτών, το οποίο περιλάμβανε δύο αλληλένδετες δραστηριότητες. Αφενός, την έκδοση καρτών προς τους κατόχους τους και, αφετέρου, την παροχή υπηρεσιών αποδοχής πληρωμών με κάρτες προς τους εμπόρους. Το Γενικό Δικαστήριο είχε θεωρήσει ότι ορισμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων δεν έπρεπε να εξεταστούν στο πλαίσιο του άρθρου 101(1) ΣΛΕΕ, καθώς η σχετική αγορά είχε προσδιοριστεί ως η αγορά έκδοσης καρτών.
Tο ΔΕΕ επισήμανε ότι η προσέγγιση αυτή συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα. Αφενός, τον ορισμό της σχετικής αγοράς και, αφετέρου, το πλαίσιο που πρέπει να συνεκτιμηθεί για να διαπιστωθεί εάν η επίμαχη συμπεριφορά συνιστά περιορισμό εξ αντικειμένου. Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ σημείωσε τα εξής:
| «77. Με τον τρόπο αυτό το Γενικό Δικαστήριο υπέπεσε σε σύγχυση μεταξύ του ζητήματος του ορισμού της σχετικής αγοράς και του ορισμού του γενικού πλαισίου που έπρεπε να ληφθεί υπόψη προς προσδιορισμό του αν το περιεχόμενο μιας συμφωνίας ή μιας αποφάσεως ενώσεως επιχειρήσεων συνεπάγεται την ύπαρξη περιορισμού του ανταγωνισμού «λόγω του αντικειμένου» υπό την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ.». |
Περαιτέρω, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι, για τον σκοπό αυτό, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι σχετικές πτυχές του οικονομικού ή νομικού πλαισίου, ακόμη και όταν μια συγκεκριμένη πτυχή δεν αφορά την αγορά που έχει τυπικά προσδιοριστεί ως σχετική. Αυτό ισχύει ιδίως όταν υφίστανται ουσιώδεις αλληλεπιδράσεις μεταξύ διαφορετικών πλευρών ή δραστηριοτήτων ενός συστήματος. Συγκεκριμένα, το ΔΕΕ σημείωσε τα εξής:
«78. Πράγματι, για την εκτίμηση του αν ένας συντονισμός μεταξύ επιχειρήσεων είναι εκ της φύσεώς του αρκούντως επιζήμιος για την ομαλή λειτουργία του ανταγωνισμού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, κατά τη νομολογία που υπομνήσθηκε στη σκέψη 53 της παρούσας αποφάσεως, κάθε κρίσιμο στοιχείο, σε συνάρτηση, ιδίως, με τη φύση των οικείων υπηρεσιών, καθώς και με τους πραγματικούς όρους λειτουργίας των αγορών και με τη δομή τους, σχετικό με το οικονομικό ή νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο συντονισμός αυτός, χωρίς να έχει σημασία το αν το οικείο στοιχείο υπάγεται ή όχι στη σχετική αγορά.
- Τούτο πρέπει να συμβαίνει, ειδικότερα, όταν το στοιχείο αυτό συνίσταται ακριβώς στη συνεκτίμηση της αλληλεπιδράσεως μεταξύ της σχετικής αγοράς και μιας διαφορετικής αλλά συνδεόμενης αγοράς […] και, κατά μείζονα λόγο, όταν υπάρχει, όπως εν προκειμένω, αλληλεπίδραση μεταξύ των δύο πτυχών ενός αμφίπλευρου συστήματος.»
Η αναίρεση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά στο ζήτημα αυτό. Το ΔΕΕ εντόπισε ευρύτερες πλημμέλειες στην αξιολόγηση των επίμαχων μέτρων ως περιοριστικών εξ αντικειμένου. Μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν η παράλειψη συνεκτίμησης ουσιωδών οικονομικών αλληλεπιδράσεων, με την αιτιολογία ότι αυτές αφορούσαν δραστηριότητα εκτός της ορισθείσας σχετικής αγοράς.
Η υπόθεση C‑67/13 P, Cartes Bancaires καταδεικνύει, συνεπώς, ότι η έλλειψη τυπικού ορισμού της σχετικής αγοράς δεν δικαιολογεί την παράβλεψη οικονομικών δεδομένων που είναι κρίσιμα για την κατανόηση της πραγματικής λειτουργίας της εξεταζόμενης συμπεριφοράς και την αξιολόγησή της από πλευράς ανταγωνισμού.
Τρεις διαφορετικές αναλυτικές ασκήσεις
Για την ορθή εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, είναι χρήσιμο να διακρίνονται τρεις διαφορετικές αναλυτικές ασκήσεις.
Πρώτον, ο ορισμός της σχετικής αγοράς. Το βασικό ερώτημα είναι ποια προϊόντα ή υπηρεσίες ασκούν αποτελεσματικές και άμεσες ανταγωνιστικές πιέσεις μεταξύ τους και εντός ποιας γεωγραφικής περιοχής εκδηλώνονται οι πιέσεις αυτές.
Δεύτερον, η εξέταση του οικονομικού και νομικού πλαισίου. Το ερώτημα είναι πώς λειτουργεί οικονομικά η συγκεκριμένη συμπεριφορά στο περιβάλλον όπου εκδηλώθηκε και εάν, υπό τις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας της αγοράς, ο συντονισμός εμφανίζει επαρκή βαθμό βλάβης για τον ανταγωνισμό, ώστε να δικαιολογείται ο χαρακτηρισμός του ως περιορισμού εξ αντικειμένου.
Τρίτον, η ανάλυση των αποτελεσμάτων. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται κατά πόσον η συμπεριφορά πράγματι προκάλεσε ή ήταν ικανή να προκαλέσει αισθητή επιδείνωση των συνθηκών ανταγωνισμού, σε σύγκριση με την κατάσταση που θα επικρατούσε χωρίς αυτήν, δηλαδή το σενάριο του αντιπαραδείγματος.
Στην περίπτωση περιορισμών εξ αντικειμένου, δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίος ο πλήρης ορισμός της σχετικής αγοράς, ενώ δεν απαιτείται η απόδειξη συγκεκριμένων αντιανταγωνιστικών αποτελεσμάτων για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης. Ωστόσο, η εξέταση του οικονομικού και νομικού πλαισίου αποτελεί αναγκαίο συστατικό στοιχείο της αξιολόγησης του κατά πόσον μια συμπεριφορά συνιστά περιορισμό του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου. Ειδικότερα, το περιεχόμενο και οι σκοποί της συμφωνίας πρέπει να αξιολογούνται υπό το πρίσμα των πραγματικών συνθηκών λειτουργίας της αγοράς, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η εξεταζόμενη συμπεριφορά εμφανίζει επαρκή βαθμό βλάβης για τον ανταγωνισμό ώστε να χαρακτηριστεί περιοριστική εξ αντικειμένου.
Η επιβεβαίωση από τη μεταγενέστερη νομολογία
Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε στην υπόθεση C‑67/13 P, Cartes Βancaires επιβεβαιώθηκε και από τη μεταγενέστερη νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στην υπόθεση C‑228/18, Budapest Bank, το ΔΕΕ επανέλαβε ότι η έννοια του περιορισμού εξ αντικειμένου πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε μορφές συντονισμού για τις οποίες υπάρχει επαρκώς σταθερή και αξιόπιστη εμπειρία ως προς τον επιβλαβή για τον ανταγωνισμό χαρακτήρα τους. Η σχετική αξιολόγηση πρέπει να περιλαμβάνει το περιεχόμενο της συμφωνίας, τους σκοπούς της και το οικονομικό και νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται, συμπεριλαμβανομένων των πραγματικών συνθηκών λειτουργίας και της διάρθρωσης της αγοράς.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η υπόθεση C‑298/22, Banco BPN/BIC Português, στην οποία το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι η απουσία ανάγκης εξέτασης των πραγματικών ή δυνητικών αποτελεσμάτων μιας εξ αντικειμένου πρακτικής δεν αποκλείει την ανάγκη να συνεκτιμώνται η φύση των προϊόντων ή υπηρεσιών και οι πραγματικές συνθήκες διάρθρωσης και λειτουργίας της αγοράς. Σκοπός της εξέτασης είναι να διαπιστωθεί εάν οι συγκεκριμένες περιστάσεις επιβεβαιώνουν ή, αντιθέτως, δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την εκτίμηση ότι η συγκεκριμένη μορφή συντονισμού είναι εγγενώς επιβλαβής για τον ανταγωνισμό.
Η διάκριση είναι, επομένως, σαφής. Άλλο η μη αναγκαιότητα απόδειξης των αποτελεσμάτων και άλλο η παράλειψη εξέτασης της οικονομικής πραγματικότητας.
Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώθηκε πρόσφατα και στην υπόθεση C‑133/24, CD Tondela. Στην εν λόγω υπόθεση, το ΔΕΕ διευκρίνισε στις σκέψεις 46–49 ότι, μολονότι η εξέταση του οικονομικού και νομικού πλαισίου είναι αναγκαία σε κάθε περίπτωση, η έκτασή της εξαρτάται από τη μορφή της εξεταζόμενης συμπεριφοράς. Ειδικότερα, η εξέταση μπορεί να είναι περιορισμένη στην περίπτωση καθιερωμένων μορφών σύμπραξης που είναι ιδιαίτερα επιζήμιες για τον ανταγωνισμό, ενώ άλλες μορφές συντονισμού ενδέχεται να απαιτούν πιο λεπτομερή αξιολόγηση.
Η πιο πάνω αναφερόμενη διάκριση αναγνωρίστηκε πρόσφατα και από το Διοικητικό Δικαστήριο της Κύπρου, στην απόφασή του, ημερομηνίας 30 Σεπτεμβρίου 2026, επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων 1783/2018 κ.ά. Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, σε περιπτώσεις περιορισμών του ανταγωνισμού εξ αντικειμένου, δεν απαιτείται κατ’ αρχήν ακριβής ορισμός της σχετικής αγοράς ούτε απόδειξη συγκεκριμένων αντιανταγωνιστικών αποτελεσμάτων. Παράλληλα, όμως, διευκρίνισε ότι η σχετική αγορά δεν ταυτίζεται με το οικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να αξιολογείται η επίμαχη συμφωνία (σελ. 74–79). Η σημασία της διάκρισης αναδείχθηκε και κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, όπου το Δικαστήριο διαπίστωσε πλημμέλειες στην αξιολόγηση κρίσιμων οικονομικών στοιχείων και εναλλακτικών εξηγήσεων των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων, οι οποίες επηρέασαν την επάρκεια της αιτιολόγησης των διαπιστωθεισών παραβάσεων (σελ. 104–116).
Ποια έκταση οικονομικής εξέτασης απαιτείται;
Η υποχρέωση εξέτασης του οικονομικού και νομικού πλαισίου δεν σημαίνει ότι κάθε υπόθεση περιορισμού εξ αντικειμένου απαιτεί πλήρη ποσοτική ανάλυση των αποτελεσμάτων.
Η ένταση της εξέτασης εξαρτάται από τη φύση της συμπεριφοράς και την υφιστάμενη εμπειρία ως προς αυτήν. Όταν πρόκειται για μια κλασική και σαφώς αναγνωρισμένη μορφή σύμπραξης, όπως η άμεση συμφωνία καθορισμού τιμών ή κατανομής πελατών, η εξέταση του πλαισίου ενδέχεται να περιορίζεται στα στοιχεία που είναι απολύτως αναγκαία για να επιβεβαιωθεί ότι η πρακτική πράγματι εμπίπτει στη συγκεκριμένη κατηγορία (βλ. C‑133/24, CD Tondela, σκέψεις 46–48).
Αντιθέτως, όταν η συμπεριφορά δεν εντάσσεται προφανώς σε μια καθιερωμένη κατηγορία, όταν η αγορά παρουσιάζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή όταν προσκομίζονται συγκεκριμένα οικονομικά στοιχεία που είναι ικανά να θέσουν υπό αμφισβήτηση την υποτιθέμενη βλαπτική φύση της πρακτικής, ενδέχεται να απαιτείται ουσιαστικότερη εξέταση του πλαισίου.
Η αρχή ανταγωνισμού δεν οφείλει να αποδείξει ότι οι τιμές πράγματι αυξήθηκαν, ότι η παραγωγή μειώθηκε ή ότι συγκεκριμένοι καταναλωτές υπέστησαν ήδη ζημία. Οφείλει, ωστόσο, να τεκμηριώσει γιατί η επίμαχη μορφή συντονισμού, λαμβανομένων υπόψη των πραγματικών συνθηκών της συγκεκριμένης αγοράς, εμφανίζει τον απαιτούμενο βαθμό βλάβης. Ούτε μπορεί να απορρίπτει οικονομικά στοιχεία που είναι συναφή με τον χαρακτηρισμό της συμπεριφοράς ως περιοριστικής εξ αντικειμένου, απλώς και μόνο επειδή έχει ήδη υιοθετήσει τον συγκεκριμένο χαρακτηρισμό. Η σχετική κρίση πρέπει να στηρίζεται σε αιτιολογημένη ανταγωνιστική αξιολόγηση, από την οποία να προκύπτουν οι συγκεκριμένοι λόγοι που δικαιολογούν τον χαρακτηρισμό, υπό το πρίσμα των κρίσιμων πραγματικών και νομικών στοιχείων (βλ. C‑133/24, CD Tondela, σκέψη 78).
Το ουσιαστικό συμπέρασμα
Ο ορισμός της σχετικής αγοράς, η εξέταση του οικονομικού και νομικού πλαισίου και η ανάλυση των αποτελεσμάτων αποτελούν συναφείς, αλλά διακριτές αναλυτικές ασκήσεις. Ο ορισμός της αγοράς προσδιορίζει τα όρια των ανταγωνιστικών πιέσεων. Η εξέταση του πλαισίου επιτρέπει να αξιολογηθεί εάν η συμπεριφορά παρουσιάζει, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες, επαρκή βαθμό βλάβης για τον ανταγωνισμό. Η ανάλυση αποτελεσμάτων εξετάζει τις πραγματικές ή δυνητικές συνέπειες της συμπεριφοράς σε σύγκριση με την κατάσταση που θα επικρατούσε χωρίς αυτήν.
Συμπερασματικά, ο χαρακτηρισμός μιας συμπεριφοράς ως περιορισμού εξ αντικειμένου δεν προϋποθέτει πάντοτε πλήρη ορισμό της σχετικής αγοράς ούτε απόδειξη αντιανταγωνιστικών αποτελεσμάτων. Απαιτεί, ωστόσο, ουσιαστική εξέταση του οικονομικού και νομικού πλαισίου, από την οποία να προκύπτει ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά εμφανίζει επαρκή βαθμό βλάβης για τον ανταγωνισμό.

