Αποκλειστικότητα και κρατικές συμβάσεις: τα όρια του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ

Στο πλαίσιο της εφαρμογής του Δικαίου Ανταγωνισμού, ανακύπτει συχνά το ερώτημα κατά πόσον ρήτρες αποκλειστικότητας που περιλαμβάνονται σε συμβάσεις, με τις οποίες το κράτος αναθέτει τη διαχείριση και λειτουργία κρατικών περιουσιακών στοιχείων σε μία επιχείρηση, μπορούν να εξεταστούν υπό το πρίσμα των κάθετων περιορισμών. Η καταφατική απάντηση στο ερώτημα αυτό, αν και εκ πρώτης όψεως ελκυστική, στηρίζεται σε εσφαλμένη αφετηρία.

Το νομικό πλαίσιο που διέπει τους κάθετους περιορισμούς, όπως αποτυπώνεται στο Άρθρο 101 ΣΛΕΕ και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/720, προϋποθέτει την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά επίπεδα της εφοδιαστικής αλυσίδας. Στο πλαίσιο αυτό, καθοριστική είναι η έννοια της «επιχείρησης», η οποία ερμηνεύεται λειτουργικά και καλύπτει φορείς που ασκούν οικονομική δραστηριότητα. Υπό το πρίσμα αυτό, το κράτος, όταν ενεργεί στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας και οργανώνει τη διάθεση ή εκμετάλλευση των περιουσιακών του στοιχείων, δεν λειτουργεί ως επιχείρηση αλλά ως φορέας δημόσιας πολιτικής. Ως εκ τούτου, μία τέτοια σύμβαση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάθετη συμφωνία υπό την έννοια του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ, καθόσον απουσιάζει η αναγκαία προϋπόθεση ύπαρξης συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, δεδομένου ότι μόνο το ένα συμβαλλόμενο μέρος συνιστά επιχείρηση.

Η εν λόγω διάκριση δεν είναι τυπική, αλλά ουσιαστική. Από τη μία πλευρά βρίσκονται οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όπου το Δίκαιο Ανταγωνισμού εστιάζει στον έλεγχο περιορισμών της ανταγωνιστικής διαδικασίας. Από την άλλη πλευρά βρίσκονται οι κρατικές παρεμβάσεις, μέσω των οποίων το κράτος οργανώνει τη λειτουργία αγορών ή τομέων, με γνώμονα, μεταξύ άλλων, τη διασφάλιση επενδύσεων, τη διαχείριση κινδύνου και τη λειτουργική αποδοτικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η αποκλειστικότητα δεν συνιστά απλώς συμβατικό περιορισμό, αλλά έκφραση δημόσιας πολιτικής ως προς τη δομή και οργάνωση της οικείας αγοράς ή τομέα.

Η σημασία της προαναφερθείσας διάκρισης αναδεικνύεται ακόμη πιο καθαρά εάν αντιπαραβληθεί με την περίπτωση συμφωνίας μεταξύ δύο επιχειρήσεων. Μόνο σε ένα τέτοιο πλαίσιο, και υπό την προϋπόθεση ότι οι συμβαλλόμενοι δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά επίπεδα της εφοδιαστικής αλυσίδας, μπορεί να τεθεί ζήτημα εφαρμογής του Άρθρου 101 ΣΛΕΕ και αξιολόγησης υπό το πρίσμα των κάθετων περιορισμών. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, σε αυτή την περίπτωση η ανάλυση επικεντρώνεται στη φύση της ρήτρας αποκλειστικότητας, στις επιπτώσεις της στον ανταγωνισμό και στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να τύχει απαλλαγής.

Στις συμβάσεις, όμως, μεταξύ κράτους και επιχείρησης, η προϋπόθεση αυτή εκλείπει. Δεν πρόκειται για σχέση μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά για άσκηση δημόσιας εξουσίας. Η μεταφορά, επομένως, του πλαισίου των κάθετων περιορισμών σε τέτοιες περιπτώσεις δεν αποτελεί απλώς ερμηνευτική πλημμέλεια, αλλά εσφαλμένη νομική κατηγοριοποίηση.

Το ορθό νομικό πλαίσιο για την αξιολόγηση τέτοιων συμβάσεων εντοπίζεται στο Άρθρο 106 ΣΛΕΕ, το οποίο ρυθμίζει την απονομή αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων από το κράτος. Η εν λόγω διάταξη αναγνωρίζει ότι τα κράτη μπορούν να οργανώνουν αγορές και να αναθέτουν δραστηριότητες με αποκλειστικό τρόπο, θέτοντας όμως όρια όταν η παρέμβαση αυτή οδηγεί σε καταστάσεις που αντιστρατεύονται τους κανόνες του ανταγωνισμού, ιδίως μέσω της δημιουργίας ή ενίσχυσης δεσπόζουσας θέσης που οδηγεί σε κατάχρηση. Η ανάλυση, συνεπώς, δεν αφορά τον χαρακτηρισμό μιας ρήτρας ως «κάθετου περιορισμού», αλλά τη συμβατότητα της κρατικής επιλογής με τη συνολική αρχιτεκτονική του Δικαίου Ανταγωνισμού.

Η σημασία της ορθής κατηγοριοποίησης δεν είναι απλώς θεωρητική. Η υπαγωγή τέτοιων περιπτώσεων στο Άρθρο 101 ΣΛΕΕ μετατοπίζει εσφαλμένα την εστίαση από τη νομιμότητα της κρατικής παρέμβασης στη συμπεριφορά της επιχείρησης και οδηγεί σε αναλύσεις που παρακάμπτουν το ειδικό καθεστώς του Άρθρου 106 ΣΛΕΕ. Επομένως, δεν πρόκειται απλώς για μία ελλιπή αξιολόγηση, αλλά συχνά και για εσφαλμένα συμπεράσματα ως προς τη συμβατότητα της ρύθμισης με το Δίκαιο Ανταγωνισμού.

Συμπερασματικά, η ύπαρξη ρήτρας αποκλειστικότητας δεν αρκεί από μόνη της για να καθορίσει το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο. Το κρίσιμο ερώτημα είναι διαφορετικό: ποιος απονέμει την αποκλειστικότητα, υπό ποια θεσμική ιδιότητα και με ποιες συνέπειες για τη δομή και λειτουργία της αγοράς ή τομέα οικονομικής δραστηριότητας.

Print Friendly, PDF & Email
Ετικέτες: