Ανθρώπινα Δικαιώματα και παράνομα ληφθείσα μαρτυρία

Το συγκεκριμένο άρθρο απευθύνεται στο ευρύ κοινό και όχι αποκλειστικά στον νομικό κόσμο και αποσκοπεί στην ανάδειξη της σημασίας και του σεβασμού που πρέπει να τυγχάνουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και οι θεμελιώδεις ελευθερίες.

Πολλές είναι οι φορές που οι διωκτικές αρχές διακατέχονται από μιαν αστείρευτη δίψα για την εξιχνίαση ποινικών υποθέσεων και την καταδίκη των εγκληματικών στοιχείων. Η δίψα αυτή όμως μπορεί να οδηγήσει τις διωκτικές αρχές στο να χρησιμοποιήσουν αθέμιτα μέσα/τρόπους στην εξασφάλιση μαρτυρίας και κατ’ επέκταση σε παραβίαση συνταγματικών/ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή/και νομοθετικών προνοιών.

Κατ’ αρχήν, οφείλω να εξηγήσω την διάκριση που υπάρχει στο Κυπριακό Δίκαιο ανάμεσα στην μαρτυρία που λαμβάνεται κατά παράβασίν συνταγματικών προνοιών (και κατ’ επέκταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της ΕΣΔΑ) και στην μαρτυρία που λαμβάνεται κατά παράβαση του νόμου. Στην πρώτη περίπτωση τα άρθρα 34 και 35 του Συντάγματος1 οδηγούν στο λογικό συμπέρασμα ότι η μαρτυρία αυτή πρέπει να αποκλείεται από τα Δικαστήρια όσο εύλογη και καταδικαστέα και εάν είναι2. Στην δεύτερη περίπτωση αφήνεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να αποφασίσει κατά πόσο θα την αποδεχτεί3. Στον παρόν άρθρο θα ασχοληθούμε με την πρώτη περίπτωση.

Ένα συχνές φαινόμενο αποτελεί η μαρτυρία που εξασφαλίστηκε κατά παράβαση του άρθρου 154 (Δικαίωμα για ιδιωτική και οικογενειακή ζωή) και 175 (Δικαίωμα σεβασμού του απορρήτου της αλληλογραφίας)του Συντάγματος και συναφή άρθρου 86 της ΕΣΔΑ. Να σημειώσουμε ότι με βάση την πλούσια νομολογία που υπάρχει τόσο από τα Κυπριακά Δικαστήρια όσο και από το ΕΔΔΑ το δικαίωμα της «ιδιωτικής ζωής» δεν πρέπει να περιορίζεται ή να δίνεται ένας εξαντλητικός ορισμός.7

Η υπόθεση που έθεσε τις αρχές επί του θέματος, είναι η Perry vThe United Kingdom8. Στην υπόθεση αυτή ο κατηγορούμενος συλλήφθηκε για ένοπλη ληστεία και κατά την κράτησή του αρνήθηκε να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη. Τα αστυνομικά όργανα τον φωτογράφισαν μέσω κλειστού κυκλώματος CCTV,χωρίς τη συγκατάθεσή του, ώστε να καταστεί δυνατή η αναγνώρισή του από τη φωτογραφία. Η μαρτυρία για την αναγνώριση του κρατουμένου μέσω της φωτογραφίας κρίθηκε απαράδεκτη και το ΕΔΔΑ αθώωσε τον κατηγορούμενο αφού διέκρινε παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ9.

Ακόμα μια σχετική υπόθεση είναι η P.G and J.H v The United Kingdom10. Οι αστυνομικές αρχές είχαν πληροφορία ότι οι κατηγορούμενοι θα διενεργούσαν ένοπλη ληστεία γι’ αυτό και τοποθέτησαν στο διαμέρισμα των κατηγορούμενων συσκευή φωνητικής παρακολούθησης και κατέγραφαν τις συνομιλίες τους. Οι κατηγορούμενοι αφού εντόπισαν την συσκευή αυτή αναθεώρησαν τα σχέδιά τους και τότε οι Αστυνομικοί τους συνέλαβαν για συνομωσία προς διάπραξη ένοπλης ληστείας και καταδικάστηκαν σε 15 χρόνια φυλάκιση. Καθώς βρισκόντουσαν υπό κράτηση η Αστυνομία τοποθέτησε στο κελί τους συσκευές φωνητικής παρακολούθησης για να γίνει η σύγκριση με τις ήδη υπάρχουσες ηχογραφήσεις. Το ΕΔΔΑ διέκρινε ότι η καταγραφή της φωνής των κατηγορούμενων τόσο στο διαμέρισμά τους όσο και κατά την κράτησή τους, χωρίς την συγκατάθεσή τους, συνιστούσε παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής και προσωπικής ζωή των κατηγορούμενων και ήταν αντίθετη από το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ.

Στην Κύπρο η θεμελιώδης υπόθεση για το δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής και την παράνομα ληφθείσα μαρτυρία είναι η Αστυνομίαν.Γεωργιάδης11. Στην παρούσα, ο κατηγορούμενος ήταν ψυχολόγος και κατηγορείτο για ψευδορκία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ως μαρτυρία μαγνητοφωνημένη συνομιλία που είχε με τον πελάτη του κατά την διάρκεια ιατρικής εξέτασης, η οποία λήφθηκε χωρίς την γνώση ή/και συγκατάθεση τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην συνέχεια διέκρινε ότι λανθασμένα η μαρτυρία αυτή έγινε αποδεκτή, και ότι υπήρξε παραβίαση των άρθρων 15 και 17 του Συντάγματος. 

Στις πιο πάνω υποθέσεις που αναλύσαμε παρατηρούμε:

  1. Την πιθανή διάπραξη των αδικημάτων
  2. Την βεβιασμένη και παράνομη πρακτική που εφάρμοσαν οι διωκτικές αρχές 
  3. Τον σεβασμό που επέδειξαν τα Δικαστήρια στα ανθρώπινα δικαιώματα
  4. Την τελική αθώωσή των κατηγορουμένων

Σε ένα πραγματικό Κράτος Δικαίου τα ανθρώπινα/συνταγματικά δικαιώματα του ανθρώπου πρέπει να τυγχάνουν του απαραίτητου σεβασμού και αυτό είναι απαραβίαστο. Ακόμα και στην περίπτωση όπου κάποιος διαπράττει οιονδήποτε αδίκημα, ένα πραγματικό Κράτος Δικαίου οφείλει να επιφέρει την καταδίκη του διερευνώντας με θεμιτά μέσα και με καθολικό σεβασμό στα ανθρώπινα και συνταγματικά του δικαιώματα.

Κλείνοντας, θα ήθελα να παραθέσω συμπερασματικά στο πιο κάτω ερώτημα. Ποιο είναι τελικά το ορθόν και το δίκαιον για ένα πολυπόθητο κράτος δικαίου; Η καταδίκη ενός ενόχου όταν η μαρτυρία εξασφαλίστηκε κατά παράβαση των συνταγματικών ή/και ανθρωπίνων δικαιωμάτων του; ή η αθώωση ενός ενόχου με σκοπό την μελλοντική συμμόρφωση των διωκτικών αρχών;

1 ΑΡΘΡΟΝ 34 – Ουδέν εκ των εν τω παρόντι, μέρει διαλαμβανομένων δύναται να ερμηνευθή ως παρέχον οιονδήποτε δικαίωμα εις οιονδήποτε κοινότητα, ομάδα ή άτομον να επιδοθή εις οιανδήποτε δράσιν ή εκτέλεσιν οιασδήποτε πράξεως σκοπούσης την υπονόμευσιν ή την κατάργησιν της υπό του Συντάγματος καθιδρυομένης συνταγματικής τάξεως ή την κατάργησιν οιουδήποτε εκ των εν τω παρόντι μέρει καθοριζομένων δικαιωμάτων ή ελευθεριών ή τον περιορισμόν αυτών εις μεγαλύτερον του οριζομένου εν τω παρόντι μέρει βαθμόν.

ΑΡΘΡΟΝ 35 – Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής.

2 Στην υπόθεση Αστυνομία v. Γιάλλουρου (1992) 2 Α.Α.Δ. 147, το Δικαστήριο λαμβανομένου υπόψην την υπόθεση Αστυνομίαν.Γεωργιάδης(1983) 2 Α.Α.Δ. 3333 ανάφερε τα εξής: «Το περιεχόμενο των μαγνητοταινιών είναι το προϊόν παραβίασης των θεμελιωδών δικαιωμάτων των συνομιλητών που κατοχυρώνεται από τα άρθρα 15.1 και 17.1 και, επομένως, καλύπτεται από τον κανόνα αποκλεισμού του ως μαρτυρίας που υιοθετήθηκε στη Georghiades και στις μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που έχουμε επισημάνει. Ο αποκλεισμός μαρτυρίας η οποία λαμβάνεται κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ανθρώπου (εκτός όπου η παρέκκλιση εξουσιοδοτείται με νόμο για τους σκοπούς που καθορίζει το Σύνταγμα) είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται κανένα συμβιβασμό ή εξαίρεση. Η απάντηση στα νομικά ερωτήματα που τέθηκαν, που απολήγουν, όπως έχουμε αναφέρει, στο παραδεκτό για οποιοδήποτε σκοπό μαρτυρίας που έχει ληφθεί κατά παράβαση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών του ατόμου, είναι ότι τέτοια μαρτυρία δε μπορεί να γίνει δεκτή για οποιοδήποτε σκοπό.»

3 Στο σύγγραμμα “Κυπριακό Δίκαιο της Απόδειξης” του Δρ. Χρίστου Φ. Κληρίδη, στην σελ. 45 αναφέρονται τα εξής: «Η αποδοχή μαρτυρίας που αποκτήθηκε κατά παράβαση νομοθετικών προνοιών διέπεται από τις αρχές του κοινοδικαίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 29(1) (γ) του Ν. 14/60. Ο γενικός κανόνας συνίσταται ότι η μαρτυρία αυτή δεν αποκλείεται εξ ορισμού και ότι το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να την επιτρέπει, νοουμένου ότι είναι σχετική και τα δυσμενή επακόλουθα που θα προκύψουν ως εκ της εισαγωγής της μαρτυρίας δεν θα επηρεάσουν το δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη ή άλλο ανθρώπινο δικαίωμα.»

4 ΑΡΘΡΟΝ 15 (1). Έκαστος έχει το δικαίωμα όπως η ιδιωτική και οικογενειακή αυτού ζωή τυγχάνη σεβασμού.

5 ΑΡΘΡΟΝ 17 (1). Έκαστος έχει το δικαίωμα σεβασμού και διασφαλίσεως του απορρήτου της αλληλογραφίας ως και πάσης άλλης επικοινωνίας αυτού, εφ’ όσον η τοιαύτη επικοινωνία διεξάγεται διά μέσων μη απαγορευομένων υπό του νόμου.

6 Άρθρο 8 Δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής 1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.

7 Βλέπε Κυπριακό Συνταγματικό Δίκαιο, Θεμελιώδης Δικαιώματα και Ελευθερίες του Δρ. Κώστα Παρασκευά σελ. 237 – 238. Βλέπε επίσης υπόθεση Niemetz v Germany, No. 13710/88, 16/12/1992, ECtHR par. 29: 29. «The Court does not consider it possible or necessary to attempt an exhaustive definition of the notion of “private life”. However, it would be too restrictive to limit the notion to an “inner circle” in which the individual may live his own personal life as he chooses and to exclude therefromentirely the outside world not encompassed within that circle. Respect for private life must also comprise to a certain degree the right to establish and develop relationships with other human beings.» Βλέπε επίσης: Γρηγορίου ν. Δημοκρατία Αρ. 2, (1996) 4 Α.Α.Δ. 1100, 1105: «όλα τα στοιχεία που συναποτελούν τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητας και λειτουργίας κάθε ανθρώπου. Οι λειτουργίες αυτές περιλαμβάνουν ολόκληρο το εύρος της σωματικής και ψυχοπνευματικής κατάστασης του ατόμου που έχει αναφαίρετο δικαίωμα να καλλιεργεί όπως ο ίδιος επιθυμεί». και στην ίδια απόφαση λέχθηκαν τα εξής: «Η εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής προεκτείνεται στις ιδιαίτερες πνευματικές αναζητήσεις και στη συναναστροφή των ανθρώπων για ψυχική, πνευματική και σωματική επικοινωνία.

8 Application No. 63737/00, 17/7/2003

9 Το ΕΔΔΑ στην απόφασή του, συμπλήρωσε ότι η ιδιωτική ζωή του ατόμου δεν τελειώνει έξω από το σπίτι του, όπως δεν τελειώνουν και οι προσδοκίες για το σεβασμό της προσωπικής του ζωής. 

10 Application no. 44787/98, 25/12/2001

11 (1982) 2 CLR 33

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , ,