Οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις στην Κύπρο: ένα παλαιό εν δυνάμει νέο εργαλείο – Mέρος Α’

Περιληπτική αναφορά μίας εμπειρικής προσέγγισης

Εισαγωγή

Με αφορμή το 37o The Cambridge International Symposium on Economic Crime με θεματική “Fighting Economic Crime-A Shared Responsibility”, που πραγματοποιήθηκε στο Jesus College του University of Cambridge την 1-8 Σεπτεμβρίου 2019, επιχειρήθηκαν ορισμένες εμπειρικές ερευνητικές προσεγγίσεις από την κυπριακή αποστολή, με σκοπό την παρουσίασή τους και τη συζήτηση κατά πόσο ο παλαιός θεσμός των ιδιωτικών ποινικών διώξεων, που κληροδότησε η παράδοση του common law στην Κύπρο, μπορεί, υπό ορισμένες προϋποθέσεις που το καθιστούν συμβατό με τις σύγχρονες απαιτήσεις του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας, να θεωρηθεί ως ένα νέο εργαλείο. Δηλαδή ως ένα εργαλείο με προοπτικές να συμβάλει στην απονομή της δικαιοσύνης και στη σχέση των πολιτών με το θεσμό της δικαιοσύνης.

Η μία από αυτές τις ερευνητικές προσεγγίσεις είχε ως σκοπό να δοθεί μία περιγραφή ως προς τον τρόπο χρήσης των ιδιωτικών ποινικών διώξεων σήμερα μέσα από τις δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις. Διενεργήθηκε και μία άλλη εμπειρική έρευνα που εστίασε στις γνώμες ατόμων που ερωτήθηκαν σχετικά μέσα από ένα ηλεκτρονικό ερωτηματολόγιο. Παρόλο που τα ευρήματα της μίας έρευνας συμβάλλουν σε κάποιο βαθμό και στην ερμηνεία των ευρημάτων της άλλης έρευνας και ίσως κάποια στιγμή να γίνει μία πιο ολοκληρωμένη αναφορά όλου του σχετικού υλικού, με αυτή την αναφορά θα παρουσιαστούν, με τη μεγαλύτερη δυνατή συντομία, τα βασικότερα από τα ευρήματα της έρευνας εκείνης που βασίστηκε στις δημοσιευμένες δικαστικές αποφάσεις. Σε κάθε περίπτωση, η ερευνητική δραστηριότητα σε σχέση με τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις στην Κύπρο είναι έργο με συνέχεια.

Οι ερμηνευτικοί διαχωρισμοί

Όταν γίνεται χρήση του όρου «ιδιωτική ποινική δίωξη», είναι σημαντικό να διευκρινιστεί η έννοια με την οποία χρησιμοποιείται ο όρος αυτός. Από αυτό τον όρο πιθανόν να προκύπτουν διαφορετικοί ορισμοί:

Ορισμός Α: Ιδιωτική ποινική δίωξη είναι η ποινική δίωξη η οποία ενεργοποιείται χωρίς την εμπλοκή των αρμόδιων διωκτικών αρχών του Κράτους (λ.χ. γιατί οι αρχές αυτές για κάποιους λόγους δεν θεωρούν ότι θα πρέπει να διωχθεί μία συμπεριφορά ως έγκλημα). Προφανώς, πρόκειται για ένα πολύ ευρύ ορισμό, όπου ο καθοριστικός παράγοντας είναι η απουσία εμπλοκής των αρμόδιων αρχών.

Ορισμός Β: Ιδιωτική ποινική δίωξη είναι η ποινική δίωξη για την οποία οι αρμόδιες διωκτικές αρχές του Κράτους ορίζουν ή επιτρέπουν να οριστεί ένας επαγγελματίας από τον ιδιωτικό τομέα (κυρίως με ειδική γνώση σε ορισμένα ζητήματα) για να ενεργήσει ως η αρμόδια αρχή για τη διερεύνηση ή τη διεξαγωγή της ακρόασης των αδικημάτων. Σε αυτή την περίπτωση, ο δημόσιος χαρακτήρας της ποινικής δίωξης ή της ποινικής διαδικασίας δεν αναιρείται (είναι εκ μέρους των αρμοδίων διωκτικών αρχών που ενεργεί ο ιδιώτης), επομένως δεν απασχολεί αυτή η περίπτωση τη συζήτηση για τις «ιδιωτικές ποινικές διώξεις» ή δεν συνιστά γνήσια ιδιωτική ποινική δίωξη.

Επιμέρους εννοιολογικές διακρίσεις και νομικό υπόβαθρο

Οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις οι οποίες δεν εμπλέκουν με οποιονδήποτε τρόπο τις αρμόδιες διωκτικές αρχές του Κράτους θα μπορούσαν να ενεργοποιούνται:

(α) Από  άτομο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου χωρίς οποιαδήποτε εξουσία από οποιονδήποτε νόμο ή κανονισμό: Αυτές είναι οι sensu stricto (με τη στενή έννοια) ιδιωτικές ποινικές διώξεις, όπου η «ιδιωτικότητα» υπάρχει και όσον αφορά την ιδιότητα του παραπονούμενου / κατήγορου και όσον αφορά τη διαδικασία ενεργοποίησης της ποινικής δίωξης (χωρίς την εμπλοκή των διωκτικών αρχών).

Το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου αναγνώρισε τη δυνατότητα ή όπως συχνά χαρακτηρίζεται το «δικαίωμα» (νομολογιακό δικαίωμα) ενός ιδιώτη να ενεργοποιεί ιδιωτική ποινική δίωξη βασιζόμενο στην ερμηνεία της Gourier v. Union of Post Office Workers and Others (1977) 3 All ER 70, 97 (HL) (ασχέτως εάν η Gourier δεν ήταν μία ποινική υπόθεση και δεν ήταν ακριβώς επί αυτού, έδωσε ένα στίγμα). Μία ερμηνεία με βάση την οποία η δυνατότητα αυτή εξαρτάται από το κατά πόσον ο παραπονούμενος/κατήγορος είναι το θύμα του αδικήματος που επηρεάζεται άμεσα από αυτό, όπου ο «άμεσος επηρεασμός» διαφοροποιείται ως έννοια από την έννοια του «άμεσου εννόμου συμφέροντος» του διοικητικού δικαίου. Σχετικές αποφάσεις είναι οι Ttofinis v. Theocharides and Another (1983) 2 C.L.R. 363, Kalia v. Lambrou and Another (1985) 2 C.L.R. 217, Hogg v. Παπαδοπούλου (1992) 2 Α.Α.Δ. 36, Αίπεια Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd και Άλλων (1997) 2 A.A.Δ. 434, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος (2002) 2 Α.Α.Δ. 522, Δημοσθένους ν. Τύχωνος (2013) 2 Α.Α.Δ. 22, Παναγιώτου ν. Ευαγγέλου, Ποινική Έφεση αρ. 194/2013, 02.12.2014), κ.α. Στη Γιάλλουρου ν. Οδοντοτεχνικού Εργαστηρίου Γ.Α. Βαριανος Λτδ (2007) 2 Α.Α.Δ. 151 επισημάνθηκε ότι πρόκειται για δυνατότητα που υπάρχει όταν οι ίδιες οι διωκτικές αρχές του Κράτους δεν επιθυμούν να αναλάβουν τέτοια διαδικασία. Λέχθηκε, επίσης, ότι συνιστά κατάχρηση της δυνατότητας αυτής η επιδίωξη, μέσω της ποινικής δίωξης, της προώθησης αστικού δικαιώματος, το οποίο, λόγω ακριβώς της φύσης του, δεν είναι ορθό να γίνεται αντικείμενο ποινικής δίωξης.

Ωστόσο, η Γιάλλουρου δεν έθεσε ακριβώς προϋπόθεση για τον ιδιώτη, πριν από την ενεργοποίηση της ιδιωτικής ποινικής δίωξης, να προβαίνει σε συγκεκριμένα διαβήματα διαπίστωσης της επιθυμίας των διωκτικών αρχών του Κράτους να αναλάβουν τέτοια διαδικασία. Έτσι, συμπεραίνει, κανείς, ότι θα μπορούσε η διαπίστωση της επιθυμίας των διωκτικών αρχών να τεκμαίρεται ότι δεν υπάρχει εάν παρέλθει ένα εύλογο χρονικό διάστημα και δεν ενεργήσουν χωρίς να είναι γνωστός ο λόγος της αδράνειά τους. Η διαπίστωση της κατάχρησης όπως προσεγγίστηκε (όπου η πρόθεση του ιδιώτη κατήγορου θα πρέπει να μην αφορά στην προώθηση αστικού δικαιώματος) πρακτικά έπεται της ενεργοποίησης της ιδιωτικής ποινικής δίωξης ή πολλές φορές και της ολοκλήρωσης της ακροαματικής διαδικασίας. Θα μπορούσε να διερωτηθεί, κανείς, κατά πόσο υπάρχουν όντως περιπτώσεις όπου ένας ιδιώτης μπορεί να ενεργεί με πρόθεση άλλη από το να εξυπηρετήσει ένα δικό του δικαίωμα ή συμφέρον πάντα αστικής φύσης (που βρίσκεται στο επίπεδο της διαπροσωπικής διαφοράς ή αποτελεί αντίδραση σε μια περιουσιακή ή προσωπική βλάβη που υπέστη), τέτοια που να ταυτίζεται με την κρατική αντεγκληματική πολιτική. Κατά πόσο ο ιδιώτης, ως μονάδα, είναι ανεκτό να εκπροσωπεί τέτοια αντεγκληματική πολιτική, δια της προσωπικής του επιθυμίας για τιμωρία, που πιθανότερα απορρέει από το προσωπικό του βίωμα, ως θύμα του αδικήματος.

Για τους Ευρωπαίους νομικούς, το θέμα «ιδιωτικές ποινικές διώξεις» είναι κάπως παράξενο. Οι λέξεις «ιδιωτικό» και «έγκλημα» είναι τοποθετημένες σε αντίθετες κατευθύνσεις. Το έγκλημα (από την κοινωνιολογική σκοπιά) συνιστά τη συμπεριφορά εκείνη που η κοινωνία, ως σύνολο, θεωρεί ότι πρέπει να τιμωρείται. Η επιβολή ποινής για την εγκληματική συμπεριφορά εξυπηρετεί ορισμένους στόχους κοινωνικούς κατά βάση, πέρα από το σωφρονισμό και την αναμόρφωση του δράστη στο ατομικό του επίπεδο. Επομένως, δεν είναι εύκολα κατανοητό πώς μια οποιαδήποτε εγκληματική πράξη είναι εφικτό να διώκεται ιδιωτικά, δηλαδή με ενέργειες ιδιωτών, και όχι από το Κράτος, δια των αρμοδίων οργάνων του, μέσα στο πλαίσιο της αντεγκληματικής του πολιτικής. Το εγχείρημα φαντάζει ως μια μορφή αποδόμησης της έννοιας του Κράτους, όταν πολίτες παίρνουν στα χέρια τους τις κρατικές εξουσίες και ευθύνες ή αναλαμβάνουν να φέρουν εις πέρας το κρατικό έργο, στη σκέψη ότι εάν κάτι τέτοιο είναι αποδεκτό για τη δίωξη των εγκλημάτων ή ορισμένων εγκλημάτων, δυνατόν να καταστεί ανεκτό και για οτιδήποτε άλλο. Και όντως, ιστορικά, και στην Αγγλική παράδοση, οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις, ήταν ένα εργαλείο διασφάλισης της δικαιοσύνης ένα καιρό που το έγκλημα θεωρούνταν προσωπική υπόθεση, μεταξύ του δράστη και του θύματος, πριν από τη σύσταση της Αγγλικής αστυνομίας και τη χρησιμοποίησή της για να διερευνά και αδικήματα μεταξύ πολιτών (Edmonds & Jugnarain, 2016).

Το έμμεσο στίγμα της Gourier ήταν ότι η ιδιωτική ποινική δίωξη θα μπορούσε να είναι ένα εργαλείο που να μπορεί να ενεργοποιείται σε περιπτώσεις διαφθοράς, χωρίς βέβαια να συγκεκριμενοποιεί ή να κατευθύνει. Η Αγγλική πραγματικότητα είχε να επιδείξει και τότε δείγματα διαφθοράς στα οποία υπήρξε αντίδραση ιδιωτικής ποινικής δίωξης (π.χ. Saffron Hill Murder), επομένως ήταν άλλο τότε το έδαφος. Από την άλλη, πέρα από το στίγμα της Gourier και την όποια εμβέλειά του, ζούμε σε μία εποχή που καταπολεμά τη διαφθορά και προωθεί τη διαφάνεια. Σε μια εποχή, επίσης, με έντονες τις τάσεις ανάπτυξης της συνεργασίας ή σύμπραξης του δημόσιου τομέα με τον ιδιωτικό τομέα για την αντιμετώπιση των σύγχρονων αναγκών, εάν όχι μια εποχή ιδιωτικοποιήσεων. Άρα δεν αποκλείεται αυτό το παλαιό εργαλείο των ιδιωτικών ποινικών διώξεων, που ενέχει εξ αρχής αυτή τη σύγχυση του ιδιωτικού με το δημόσιο στοιχείο, να μπορεί όντως να ιδωθεί ως νέο εργαλείο υπό το φως των νέων τάσεων και να βοηθηθεί να λειτουργήσει ως τέτοιο. Όπου ιδιώτες με εξειδικευμένες γνώσεις θα παρέχουν υπηρεσίες ιδιωτικών ποινικών διώξεων με τέτοιο τρόπο ώστε το θύμα ενός αδικήματος να έχει δικαίωμα επιλογής, εάν θα καταφύγει στο δημόσιο τομέα ή στον ιδιωτικό τομέα, αναλόγως με το πού θεωρεί ότι θα εξυπηρετηθεί καλύτερα. Δεν θα το χαρακτήριζα τόσο ως εργαλείο κατά της διαφθοράς (Edmonds & Jugnarain, 2016), εάν ο χαρακτηρισμός καταφέρεται κάπως προκλητικά, δημιουργώντας τεκμήριο ότι υπάρχει διαφορά στις διωκτικές αρχές, οπότε γι’ αυτό είναι αναγκαίο αυτό το εργαλείο ή υπάρχει κίνδυνος διαφθοράς ως προς τον οποίο το εργαλείο ενεργεί προληπτικά. Δεν ενεργεί προληπτικά, είναι η αλήθεια.

Πιο ρεαλιστικά, είναι γεγονός ότι ο σημερινός φόρτος των αρμόδιων διωκτικών αρχών, η ευκολία με την οποία κάποιος μπορεί να παραβεί ποινικό νόμο, ως παράγωγη της υπερ-ποινικοποίησης ή της νομοθετικής συνήθειας χρήσης της ποινικοποίησης ως μέσο για την επιβολή της νομιμότητας, αντίστοιχα η εξειδίκευση των ποινικών νόμων που ξεφεύγουν από τον κορμό του κοινού ποινικού κώδικα και άλλοι παράγοντες (π.χ. τα χρονικά περιθώρια, όπως για παράδειγμα αυτά που έθεσε ο τροποποιητικός Νόμος 129(Ι)/2018) μπορεί να καθιστούν τη μη ενασχόληση των αρμοδίων διωκτικών αρχών, έγκαιρα ή καθόλου, πολύ πιθανή και την ενασχόληση του ιδιώτη ενδεχομένως αναγκαία ή και πιο αποτελεσματική. Από αυτή τη σύγχρονη πραγματικότητα είναι που πηγάζει ο προβληματισμός κατά πόσο οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις θα μπορούσαν σήμερα να βρουν μία πιο συγκεκριμένη ή ρυθμισμένη θέση στο δίκαιο, που θα τις ανάγει σε ένα χρήσιμο εργαλείο. Αυτή την πραγματικότητα ήθελε να καθρεφτίσει, στο μέτρο του εφικτού, αυτή η ερευνητική προσέγγιση.

(β) Εκτός από τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις που ενεργοποιούνται από τον ιδιώτη, τις sensu stricto, υπάρχουν και οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις που ενεργοποιούνται από νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου δικαίου στο πλαίσιο της νομοθετικά βασισμένης εξουσίας τους (ή και έξω από αυτήν) να ελέγχουν την εφαρμογή ορισμένων νόμων που περιέχουν ποινικές διατάξεις. Αυτές είναι οι sensu lato (με την ευρεία έννοια ιδιωτικές ποινικές διώξεις), όπου η ιδιωτικότητα υπάρχει όσον αφορά τη μη εμπλοκή των αρμοδίων διωκτικών αρχών, παρόλο που ο κατήγορος είναι μία άλλη δημόσια αρχή, δηλαδή είναι το Κράτος με άλλο πρόσωπο, δεν είναι ακριβώς ιδιώτης.

Η λογική της χρήσης της ευρείας έννοιας της ιδιωτικής ποινικής δίωξης στην υπό αναφορά έρευνα ήταν ακριβώς αυτή, ότι οι εν λόγω αρχές είναι μεν αρμόδιες για να ελέγχουν την εφαρμογή κάποιων νόμων, ωστόσο το γεγονός αυτό και το γεγονός ότι οι νόμοι που ελέγχουν ποινικοποιούν ορισμένες συμπεριφορές, δεν τις καθιστά αρμόδιες και για να διώκουν τις ποινικά επιλήψιμες συμπεριφορές. Ασκούν συνήθως μια διευρυμένη αρμοδιότητα κατ’ ενός είδους σιωπηρή εξουσιοδότηση των σχετικών νόμων, που εν πρώτοις είναι ανεκτή λόγω της πολυπλοκότητας των νόμων αυτών ή της δικής τους ειδικότητας, το ζήτημα όμως παραμένει υπό ποιες προϋποθέσεις ή με ποια συνεργασία των αρμόδιων διωκτικών αρχών και εν τέλει με ποια ακριβώς διαδικασία διώκουν το έγκλημα οποιεσδήποτε άλλες δημόσιες αρχές. Ζήτημα που προκύπτει από την ανάγκη διασφάλισης των δικαιωμάτων των προσώπων που εισέρχονται σε καθεστώς ύποπτου ή κατηγορούμενου, καθεστώς που δεν διαφέρει αναλόγως της κοινωνικής ιδιότητας του κατήγορου, εάν είναι ιδιώτης ή όχι, όπως δεν διαφέρουν και οι συνέπειες μιας ποινικής δίωξης, δίκης και ίσως καταδίκης.

Γιατί η συζήτηση για τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις είναι σημαντική;

Η οπτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων

Η τελευταία παρατήρηση, ότι από τη στιγμή που ένα πρόσωπο εισέρχεται σε θέση υπόπτου ή κατηγορούμενου δεν έχει σημασία εάν ο κατήγορος του είναι ιδιώτης ή όχι, δεν διαφέρουν οι συνέπειες μιας ποινικής δίωξης, δίκης και ίσως καταδίκης, δίνει μια πρώτη απάντηση και στο ερώτημα γιατί είναι σημαντικό να συζητάμε αυτό το θέμα των ιδιωτικών ποινικών διώξεων. Προφανώς, εκτός από τη βελτίωση του τρόπου απονομής της δικαιοσύνης με την ενίσχυση και διασφάλιση των τρόπων προσφυγής σε αυτήν, ένας ύποπτος ή κατηγορούμενος απολαμβάνει αυξημένη προστασία στο σύγχρονο δίκαιο. Αναπόφευκτα, το ερώτημα είναι εάν τέτοια προστασία μπορεί να του παρέχεται με την ποινική δίωξη που ενεργοποιεί ο ιδιώτης. Με δεδομένο ότι δεν μπορεί ο ίδιος να χάνει μια τέτοια προστασία με τη σιωπηρή (δια της παράλειψης δράσης) εκχώρηση της εξουσίας των διωκτικών αρχών να διώκουν το έγκλημα σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο του ιδιωτικού ή του δημόσιου τομέα.

Κι όμως, η απάντηση στο ερώτημα γιατί η συζήτηση για τις ιδιωτικές ποινικές διώξεις είναι σημαντική, εξαρτάται από το ποιος συζητά το θέμα αυτό. Από την οπτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που προαναφέρθηκε, προκαλεί όντως ανησυχίες το γεγονός ότι ο ιδιώτης κατήγορος δεν έχει οποιεσδήποτε από τις εξουσίες που έχουν οι διωκτικές αρχές υπό τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 155 να διεξάγουν ανακριτικό έργο. Η απουσία όμως αυτής της δυνατότητας δεν συνιστά λόγο επίδειξης εύνοιας προς τον κατήγορο, ότι επειδή δεν έχει τις ίδιες εξουσίες, μπορεί να ενεργοποιεί ποινική δίωξη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου για οποιαδήποτε συμπεριφορά, φέρνοντάς τον σε θέση υπόπτου ή κατηγορούμενου και υποβάλλοντας τον σε ποινική δίκη. Απεναντίας, η απουσία ανάκρισης με τα εχέγγυα του νόμου σημαίνει ότι η απόφαση ενεργοποίησης ποινικής δίωξης εναντίον ενός προσώπου μπορεί να είναι και εντελώς αβάσιμη, να μην αναφέρεται σε μαρτυρία ικανή να στοιχειοθετήσει συγκεκριμένα αδικήματα. Η απουσία ανακριτικού έργου και μαρτυρίας που συλλέγεται μέσα από ανακριτικό έργο δεν είναι δυνατόν να αδρανοποιεί το δικαίωμα του κατηγορούμενου να έχει πρόσβαση σε μαρτυρία που θα χρησιμοποιηθεί εναντίον του ή να σημαίνει δυνατότητα του κατήγορου να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε μαρτυρία εν αγνοία του κατηγορούμενου ή και να προωθεί ποινική δίωξη χωρίς μαρτυρία.

Συναφώς και η πρόσφατη απόφαση της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Ostia Developers Ltd και Άλλοι, Πολιτική Αίτηση 171/2019, ημερομηνίας 09.10.2019, που ερμηνεύει ότι δεν υπάρχει καθήκον αποκάλυψης (disclosure) του ιδιώτη κατήγορου, κατά πάσα πιθανότητα δεν τυγχάνει αποδοχής από όσους διατηρούν αυτή την οπτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και έχουν κατά νου τις προϋποθέσεις μιας δίκαιης ποινικής δίκης, ασχέτως της ιδιότητας του κατήγορου. Από την ίδια οπτική, είναι μη ρεαλιστική η προσδοκία ότι ένας ιδιώτης κατήγορος κινεί ποινική δίωξη για τους σκοπούς του ποινικού δικαίου ή ότι εισάγει ένα άλλο πρόσωπο σε καθεστώς υπόπτου ή κατηγορούμενου επειδή θέλει να προστατεύσει την κοινωνία και να εκφράσει την ίδια κρατική αντεγκληματική πολιτική και όχι για να ικανοποιήσει τουλάχιστον μία προσωπική του (μη κοινωνική) ανάγκη για τιμωρία και παραδειγματισμό ή πρόκληση ταλαιπωρίας στο πρόσωπο εναντίον του οποίου κινείται, με ό,τι μπορεί να εκλαμβάνει και ως έμμεσο όφελος.

Η οπτική από την πλευρά του θύματος

Συζητώντας το ίδιο θέμα από την πλευρά οποιουδήποτε θύματος ή οποιουδήποτε προσώπου αισθάνεται ότι έχει θυματοποιηθεί, η απογοήτευση που υπάρχει πολλές φορές ή η εντύπωση ότι τίποτα δεν δουλεύει (“nothing works”) φαίνεται να δίνει μία οπτική όπου η ενεργοποίηση ιδιωτικής ποινικής δίωξης θεωρείται ως μέρος του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη (access to justice). Είναι όμως καθόλου σχετική, η δυνατότητα ιδιωτικής ποινικής δίωξης, με το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη; Η ποινική δικαιοσύνη συνιστά πεδίο εκ προοιμίου ή δικαιωματικά προσβάσιμο στον κάθε ιδιώτη; Με δεδομένο ότι η πρόσβαση στην ποινική δικαιοσύνη συνηθέστερα συζητείται από την πλευρά του υπόπτου ή κατηγορούμενου με την έννοια της διασφάλισης του δίκαιου χαρακτήρα της εναντίον του διαδικασίας και από την πλευρά του θύματος με την έννοια της απρόσκοπτης δυνατότητας καταγγελίας στις αρμόδιες διωκτικές αρχές, της έγκαιρης και αποτελεσματικής διερεύνησης και της λήψης φροντίδας και στήριξης από το Κράτος, υπάρχει άραγε και τέτοιο δικαίωμα (άμεσης) πρόσβασης στην ποινική δικαιοσύνη με σκοπό την τιμωρία ενός άλλου προσώπου; Πρόκειται για υπερ-διεύρυνση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη ή απλά για μία νέα πτυχή του δικαιώματος πρόσβασης στην ποινική δικαιοσύνη, που δεν εξαντλείται στα προαναφερόμενα ή ακόμα και στη δυνατότητα ελέγχου της νομιμότητας ή ορθότητας των αποφάσεων των διωκτικών αρχών να μη διώξουν μια συμπεριφορά ως έγκλημα, αλλά εκτείνεται και στο δικαίωμα του ιδιώτη να κινήσει ο ίδιος την ιδιωτική ποινική δίωξη; Όπως προαναφέρθηκε, οι ιδιωτικές ποινικές διώξεις, που συνιστούν άμεσο δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, δεν είναι γνωστές στο Ευρωπαϊκό δίκαιο, οπότε η αναζήτηση λόγου ή βάσης από τον Ευρωπαίο νομοθέτη δεν οδηγεί κάπου. Ο Ευρωπαίος νομοθέτης ωστόσο προτρέπει τα κράτη μέλη να ενισχύουν αυτό το δικαίωμα. Θα μπορούσε άραγε να καταστεί γνωστό στον Ευρωπαίο νομοθέτη να καλύτερα δομημένο και ισορροπημένο εργαλείο ιδιωτικών ποινικών διώξεων;

Οι προβληματισμοί της θεώρησης από την πλευρά του θύματος δεν σταματούν εδώ. Εμφιλοχωρεί η σκέψη εάν λειτουργεί καθόλου θεραπευτικά για το θύμα να έχει το δικαίωμα να οδηγήσει το ίδιο την ποινική υπόθεση στο δικαστήριο ή εάν λειτουργεί αντίθετα, αντι-θεραπευτικά. Η σκέψη ότι μπορεί να υπάρχουν σημεία ταύτισης της παραχώρησης τέτοιου δικαιώματος με εκφάνσεις της έννοιας της αυτοδικίας ή θεώρησης της δυνατότητας ενός θύματος αδικήματος να διώξει το ίδιο το δράστη του εγκλήματος με σκοπό την τιμωρία του ως μορφή αυτοδικίας. Η σκέψη ότι, ακόμα και η ρυθμισμένη δυνατότητα να υπάρχει, μέσα στο πλαίσιο της συνεργασίας του δημόσιου τομέα με τον ιδιωτικό, της ιδιωτικοποίησης ή ό,τι άλλο, αυτή παράλληλα μπορεί να συμβάλλει στο να μειώνεται ακόμα περισσότερο η εμπιστοσύνη του κοινού προς τις δημόσιες δράσεις και τους θεσμούς του Κράτους.

Μια πρακτική οπτική

Συζητώντας το ίδιο θέμα από την πλευρά μίας αρχής που είναι επιφορτισμένη με την εφαρμογή ενός ειδικού νόμου, ο οποίος μπορεί να καταστεί κατανοητός μέσα στο συγκεκριμένο ρυθμιστικό πλαίσιο και που ενδεχομένως να αφορά σε συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, μπορεί όντως να τίθεται θέμα εμπιστοσύνης ως προς την ικανότητα του μέσου αστυνομικού να χειριστεί τη διερεύνηση συμπεριφορών που ποινικοποιούνται με ειδικούς νόμους. Πρόκειται για νόμους που δεν γνωρίζει καν η αστυνομία ότι υπάρχουν. Η ποινική ευθύνη σήμερα δεν είναι ό,τι υπάρχει στον ποινικό κώδικα και υπάρχει η προβληματική ότι δεν μπορεί και να οριοθετηθεί μέσα στις σελίδες ενός κώδικα. Ένα τυχαίο πρόσφατο παράδειγμα, όταν έγινε μία καταγγελία στην αστυνομία για ποινικό αδίκημα με βάση τον  περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμο 30(Ι)/2002, δεν ήταν δυνατόν να κατανοήσει ο αστυνομικός ποιο είναι το πρόβλημα, θα έπρεπε να μπει εξ αρχής στο νόημα του τι είναι η σήμανση CE, κ.λπ., και πολλές φορές δεν υπάρχει ο χρόνος για εκπαίδευση. Σε ορισμένες περιπτώσεις, θα πρέπει να γίνονται άμεσα ανακριτικές πράξεις, να συλλέγεται το διαθέσιμο μαρτυρικό υλικό πριν αλλοιωθεί. Ενδεχομένως, οι αρχές που είναι επιφορτισμένες να ελέγχουν την εφαρμογή τέτοιων ειδικών νόμων ή να επιβάλλουν τη νομιμότητα με διοικητικά μέσα να θεωρούν ότι είναι πιο ικανές να διώξουν και τα ποινικά αδικήματα που περιέχουν οι συγκεκριμένοι νόμοι, χωρίς την εμπλοκή των αρμόδιων διωκτικών αρχών, η οποία θα προκαλέσει καθυστέρηση και αυτή την ανησυχία σε σχέση με την επάρκεια. Μπορεί επίσης να χρειάζονται, σε τέτοιες περιπτώσεις, εξουσίες ως αυτές των αρμόδιων διωκτικών αρχών, που θα τις καθιστά και υπεύθυνες έναντι στα δικαιώματα των υπόπτων και κατηγορούμενων προσώπων.

Παρόλο που οι λόγοι για τους οποίους είναι σημαντικό να συζητείται το θέμα των ιδιωτικών ποινικών διώξεων μπορεί να διαφέρουν αναλόγως του ποιος συζητά το θέμα και γιατί,  και πολλά θα μπορούσαν να αναφερθούν ακόμα για την κάθε μία οπτική, υπάρχει μία κοινή παραδοχή και είναι σε αυτήν που εστιάζει η διερεύνηση, για να προχωρήσει κάπως η συζήτηση πέρα από το θεωρητικό επίπεδο: ότι η συζήτηση του θέματος αυτού είναι σημαντική για κάποιους λόγους, οι οποίοι (ασχέτως της διαφορετικότητάς τους), θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν και να αποτελέσουν τη βάση για τη δημιουργία μίας ρύθμισης, που θα λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες και τις ανησυχίες της κάθε πλευράς ή απλά την πραγματικότητα.

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,