Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στη Νομική – Μέρος Β΄

Μία ιδιότυπη ερμηνευτική προσέγγιση του μπρεχτικού κειμένου υπό του φως του σύγχρονου δόγματος του ποινικού δικαίου

Διαβάστε πρώτα: Ο Μπέρτολτ Μπρεχτ στη Νομική – Μέρος Α’

          «Πέταξε κάτω την πέτρα, πονηρέ Σατανά. Ώστε έτσι λοιπόν, επανάσταση! Άρπα την τώρα για να μάθεις…»

Εισαγωγή

Αυτές είναι οι τελευταίες λέξεις που ακούει ο βαστάζος προτού σωριαστεί στην έρημο από το πιστόλι του Εμπόρου. Σ’ αυτές τις λέξεις αποτυπώνεται και η εικόνα που έχει δημιουργήσει στο μυαλό του ο Έμπορος για το τι πραγματικά συμβαίνει. Το σκηνικό λοιπόν στο οποίο γίνεται το έγκλημα περιέχει τον ίδιο (έναν έμπορο ο οποίος «με την εργατικότητα και την καπατσοσύνη του» κατάφερε να δημιουργήσει ένα συγκεκριμένο προφίλ). Ίσως ακόμη και να εισέλθει στην αστική τάξη. Στην ιδέα, λοιπόν, ότι οι ανταγωνιστές του μπορεί να τον προλάβουν η εμμονή του γιγαντώνεται. Εχθρός πλέον είναι όποιος τον καθυστερεί από τον στόχο του, επομένως και ο βαστάζος. Μετά τον αποπροσανατολισμό τους, μάλιστα, δεν είναι απλώς ένας εχθρός αλλά ο μοναδικός εχθρός καθώς πια βιώνουν αμφότεροι οριακές συνθήκες ζωής και θανάτου: συνθήκες όπου το να κρίνει κάποιος εξ ιδίων τα αλλότρια είναι ο μόνος τρόπος που μπορεί να κρίνει. Αυτό κάνει και ο Έμπορος. Πώς, όμως, όλη αυτή η τόσο υποκειμενική διάσταση μπορεί να αφορά το ποινικό δίκαιο; Ας είμαστε ειλικρινείς, το ποινικό δίκαιο αφορμάται από τα ανθρώπινα πάθη και χτίζεται (εν πολλοίς) πάνω σε αυτά. Αναπόφευκτα η υποκειμενικότητα, το πώς δηλαδή εξέλαβε ο συγκεκριμένος άνθρωπος τα γεγονότα ενυπάρχει σε θεσμούς του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Κάποτε καταφέρνουμε να αντικειμενικοποιήσουμε αυτές τις ενδιάθετες έννοιες. Άλλοτε πάλι όχι.

Ι. Δεν υπάρχει άμυνα

Ας πάμε όμως στην ετυμηγορία -η οποία μπορεί να μη δικαιώνει το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Ωστόσο οι δικαστές είναι σαφείς: «Ενήργησε σε νόμιμη άμυνα. Δεν έχει σημασία αν ο κατηγορούμενος απειλήθηκε πραγματικά ή νόμισε ότι απειλείται. Στις συνθήκες που βρισκόταν όφειλε να θεωρήσει ότι κινδυνεύει…». Έτσι έχουν όμως τα πράγματα; Η αλήθεια (αν αυτή υπάρχει αλλά πάντως όπως αποδείχθηκε στο δικαστήριό μας) είναι ότι ο κατηγορούμενος Έμπορος δεν βρισκόταν σε άμυνα. Και αυτό διότι δεν υπήρχε καν επίθεση (δηλαδή μία τυποποιημένη προσβολή έννομων αγαθών ή έστω η αρχή εκτέλεσής της). Επομένως, οποιαδήποτε συζήτηση περί αναγκαίου μέτρου άμυνας ή υπέρβασης της άμυνας παρέλκει. Αυτό όμως που οφείλει κανείς να συζητήσει συνδέεται άρρηκτα με αυτό το οποίο βίωσε ο Έμπορος στο μυαλό του.

ΙΙ. Νομιζόμενη Άμυνα.

Ποινικά, εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μία νομιζόμενη πλάνη: μία πλάνη όχι ως προς το ίδιο το έγκλημα αλλά ως προς το ότι ο Έμπορος βρισκόταν σε άμυνα, επομένως ως προς τη δικαιολόγησή του.Μία πλάνη λοιπόν ως προς τις πραγματικές προϋποθέσεις ενός λόγου άρσης του αδίκου η οποία θα λέγαμε ότι πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έμμεση προ-νομική πλάνη -πράγμα που σημαίνει ότι αίρεται ο καταλογισμός του δράστη αφ’ ης στιγμής αυτή αναγνωριστεί. [Ας σημειωθεί ότι την πλευρά αυτή φαινόταν να ενστερνίζεται και το ΣχΠΚ με το άρ. 25Α, εντάσσοντας μάλιστα για πρώτη φορά ξεχωριστή αυθεντική πρόβλεψη στο οικείο κείμενο -άποψη που ωστόσο δίχασε και γι’ αυτό το σχετικό άρθρο αποσύρθηκε από το νέο ελ ΠΚ (ν. 4619/2019) καθώς κρίθηκε αναποτελεσματική η όποια προσπάθεια ρύθμισής του με τρόπο δεσμευτικό.] Στον αντίποδα, μία εξίσου ισχυρή (αν όχι ισχυρότερη) άποψη σε επίπεδο  γερμανικής δογματικής αλλά και ελληνικής θεωρίας και νομολογίας, χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη πλάνη πραγματική (πλάνη περί τα πράγματα) καθώς η πλάνη αφορά πραγματικούς όρους/και συγκεκριμένα τους όρους της νομοτυπικής μορφής της άμυνας. Το αποτέλεσμα εδώ διαφέρει ουσιωδώς αφού η κατάφαση της πραγματικής πλάνης οδηγεί σε αποκλεισμό του δόλου του δράστη.

ΙΙΙ. Αθώος ή Ένοχος;

Και το τελευταίο ερώτημα για μία πλήρη οριοθέτηση του ζητήματος. Αν υποθέσουμε ότι αποδεικτικά δεν συναντούμε κάποιο πρόβλημα διάγνωσης της πλάνης, η αθώωσή μας είναι εκ των ων ουκ άνευ;

 Η απάντηση είναι αρνητική. Στην περίπτωση που ακολουθήσουμε το μονοπάτι της πραγματικής πλάνης η ευθύνη φεύγει μόνο αν δεν υπάρχει αντίστοιχο με το αποκλειόμενο έγκλημα αμέλειας/ ή εάν παρά την ύπαρξή του δεν μπορεί πάντως να καταφαθεί αμέλεια στο πρόσωπό μας. Θα πρέπει λοιπόν το δικαστήριο να ελέγξει αν ο δράστης ενήργησε lege artis (σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης) και αν όχι περαιτέρω αν όφειλε και μπορούσε να διαγνώσει την βλάβη που προξένησε.

Αντίστοιχα μεγέθη κρίνονται και στην περίπτωση της 1ης εκδοχής (βλ. νομική πλάνη) και συγκεκριμένα ελέγχεται αν η πράξη του δράστη είναι συγνωστή, αν είναι συγχωρετή. Με άλλα λόγια: αν ο δράστης βιώνει εξαρχής μακριά από συνθήκες μέσα στις οποίες διακινούνται ή αξιολογούνται τα έννομα αγαθά ώστε να θεωρείται δικαιολογημένη η κρίση του περί συνδρομής αντικειμενικών όρων δικαιολόγησης της πράξης.

 IV. Συμπέρασμα – Σύνδεση με την πραγματικότητα

Συμπερασματικά, μικρή σημασία θα είχε τελικά αν ο Έμπορος αθωωνόταν λόγω κατάφασης νομικής ή πραγματικής πλάνης. Το σημαντικό είναι να δούμε αν η διάσταση μεταξύ της πραγματικότητας και του σεναρίου που έφτιαξε στο μυαλό του μπορεί να του συγχωρεθεί. Και σ’ αυτό είναι σχεδόν βέβαιο ότι οι απόψεις διίστανται. Αυτό όμως δε γίνεται και στην πραγματική ζωή; Μήπως είναι αναπόφευκτη εδώ μία σύνδεση με την πραγματικότητα (όχι μόνο της δεκαετίας του 1930 στην οποία τοποθετείται το έργο); Και πιο συγκεκριμένα: μήπως τελικά αυτή η προβληματική μας θυμίζει σύγχρονα περιστατικά;

  • Πρώτο παράδειγμα: Ένα καλοκαιρινό βράδυ του 2016 ένας σαρανταεξάχρονος άνδρας πλησιάζει δύο κορίτσια σε ένα απομακρυσμένο μέρος και αρχίζει να τις προκαλεί και να τις απειλεί. Σε μία κίνηση να βγάλει κάποιο αντικείμενο από την τσέπη του, η μικρότερη από τις δύο φοβάται ότι βγάζει μαχαίρι, το λέει στην εικοσιδιάχρονη φίλη της, η οποία αντιδρά πρώτη, βγάζοντας το δικό της μαχαίρι που είχε ως άστεγη για αυτοπροστασία και τον χτυπά στο στήθος, προκαλώντας το τραύμα που οδήγησε στο θάνατό του. Τα κορίτσια φεύγουν τρέχοντας. Το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο του Ναυπλίου καταδικάζει την εικοσιδιάχρονη σε ανθρωποκτονία από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε δεκαπέντε χρόνια κάθειρξη με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων. Κριτική που ασκήθηκε στο δικαστήριο (κυρίως από κινήματα τύπου #metoo) είχε ως βάση το γεγονός ότι «το δικαστήριο δεν αναγνώρισε το δικαίωμα της κατηγορουμένης να αμυνθεί». Βρισκόταν όμως άραγε εδώ το πρόβλημα;
  • Δεύτερο παράδειγμα: Το φθινόπωρο του 2018 ο Ζακ (γνωστό μέλος της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ) πέφτει νεκρός από ξυλοδαρμό έξω από ένα κοσμηματοπωλείο -στο οποίο για κάποιο λόγο εισήλθε. Χωρίς να φέρουμε στην επιφάνεια όλα τα ποινικά και δικονομικά ερωτήματα που αυτός ο θάνατος γεννά ας κρίνουμε, σε αυτό το χώρο, το βασικό επιχείρημα της πλευράς των υποστηρικτών των κατηγορουμένων: είναι δικαιολογημένη η θεώρηση του εισερχόμενου σε ξένο χώρο ως επιτιθέμενου από τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού/οικίας; Ναι ή Όχι; Ποιες συνθήκες είναι αναγκαίες και ποιοι ενδείκτες απαραίτητοι προκειμένου η απάντησή μας να είναι πολιτικά αποχρωματισμένη και δικαιοκρατικά αποδεκτή;

 «Βλέπε και σκέψου θεατή, τι το παράξενο υπάρχει τι;»

Print Friendly, PDF & Email
Tags: , , , ,