Δημοσιεύθηκε πρόσφατα η Ενδιάμεση Έκθεση για το 2026 του Δημοσιονομικού Συμβουλίου. Η Έκθεση αξιολογεί τις μακροοικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις της κυπριακής οικονομίας κατά το 2025 και τις προοπτικές για το 2026 και το 2027. Στο κεφάλαιο με τίτλο «Κύριες διαρθρωτικές αδυναμίες και κίνδυνοι» καταγράφονται και τα ακόλουθα: «Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι παρατεταμένες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, οι οποίες δυσχεραίνουν την αποτελεσματική λειτουργία της κρατικής μηχανής και επιβαρύνουν παράλληλα τη λειτουργία του ιδιωτικού τομέα και το επιχειρηματικό περιβάλλον. Η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης αποτελεί, συνεπώς, σημαντική προϋπόθεση για την ενίσχυση της θεσμικής αποτελεσματικότητας και της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.»
- Η διαπίστωση για την διαιωνιζόμενη βραδύτητα στην απονομή της κυπριακής δικαιοσύνης δεν είναι πρωτόγνωρη ή μεμονωμένη. Η διαπίστωση καταγράφεται σε εκθέσεις, συστάσεις και προειδοποιήσεις θεσμικών οργάνων, ανεξάρτητων αρχών και διεθνών οργανισμών. Καταγράφεται, επίσης, σε αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (το Ε.Δ.Α.Δ.) όπου η βραδύτητα αυτή αποδίδεται ως ευθύνη της Δημοκρατίας μας. Το Ε.Δ.Α.Δ., εξετάζοντας προσφυγές πολιτών, οι οποίοι υπέστησαν ουσιώδη βλάβη εξ αιτίας της καθυστέρησης των εσωτερικών δικαστικών διαδικασιών, έκρινε ότι αυτή η θεσμική παθογένεια συνιστά παραβίαση, πρωτίστως του θεμελιώδους ανθρώπινου δικαιώματος στην δίκαιη δίκη. Καταδίκασε δε την Δημοκρατία στην καταβολή αποζημιώσεων προς τα θύματα.
Το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη – όπως κατοχυρώνεται στα Άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο Άρθρο 30 του Συντάγματός μας – περιλαμβάνει και το δικαίωμα σε ταχεία και αποτελεσματική δικαστική προστασία. Η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης συνιστά άρνηση δικαιοσύνης, διότι μία απόφαση που εκδίδεται μετά από πολλά χρόνια παύει να είναι ουσιαστικά αποτελεσματική για τον θιγόμενο.
- Αυτή η θεσμική παθογένεια δεν έχει θεραπευθεί με την μεταρρύθμιση της κυπριακής δικαιοσύνης, η οποία τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούλιο του 2023 και αντιμετωπίσθηκε ως μεταρρύθμιση υψηλότατων προσδοκιών. Παρά τις θεσμικές τομές, η πρωτόδικη δικαιοδοσία εξακολουθεί να υποφέρει από τα ίδια χρόνια προβλήματα, ιδίως ως προς τον χρόνο εκδίκασης των υποθέσεων, την διαχείριση των εκκρεμοτήτων και την εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων.
- Εκτός του ότι αποτελεί αδυναμία και κίνδυνο για την οικονομία της πατρίδας μας, η διαιωνιζόμενη βραδύτητα στην απονομή της κυπριακής δικαιοσύνης πλήττει την ίδια την δημοκρατία αφού ο πολίτης που στερείται την έγκαιρη και αποτελεσματική δίκη στερείται, στην πράξη, και τα δικαιώματα που επιχειρεί να προστατεύσει μέσω αυτής. Το φαινόμενο καταλήγει σε θεσμική στέρηση δικαιωμάτων που το Σύνταγμα και οι νόμοι ρητώς κατοχυρώνουν και παράγει δημοκρατικό έλλειμμα.
- Ίσως η θέση αυτή κατηγορηθεί ως συναισθηματικά φορτισμένη, ότι μεγεθύνει υπερβολικά την κατάσταση, την δραματοποιεί και καταφεύγει σε κινδυνολογία.
Όμως, ας αναλογιστούμε τις πραγματικές συνέπειες αυτής της βραδύτητας για τον πολίτη, ο οποίος προσφεύγει στο δικαστήριο για να προστατευθεί όταν το παντοδύναμο κράτος, επί παραδείγματι, απαλλοτριώνει παράνομα την περιουσία του, αποκλείει παράνομα την προσφορά του για ένα δημόσιο έργο, του επιβάλλει παράνομα φόρους ή δασμούς, του στερεί παράνομα διορισμό ή προαγωγή σε δημόσια θέση ή του στερεί παράνομα δημόσιο επίδομα, αναγκαίο για την διαβίωσή του. Απέναντι στην παντοδυναμία του κράτους και την ενίοτε παράνομη συμπεριφορά του, ο πολίτης διαθέτει ένα και μόνον θεσμικό όπλο: την προσφυγή στη δικαιοσύνη.
Ας αναλογιστούμε, επίσης, τις πραγματικές συνέπειες αυτής της βραδύτητας για τον πολίτη, ο οποίος προσφεύγει στο δικαστήριο για να προστατευθεί όταν ο δόλιος και βλαπτικός συμπολίτης, επί παραδείγματι, τον συκοφαντεί, τον εξαπατά, παρεμβαίνει στην περιουσία του ή του επιτίθεται ή όταν το άπληστο πιστωτικό ίδρυμα χρησιμοποιεί καταχρηστικά την οικονομική του ισχύ. Απέναντι σε αυτούς, ο πολίτης διαθέτει μόνον το ίδιο θεσμικό όπλο.
Για τον πολίτη των παραδειγμάτων, η καθυστέρηση στην απονομή της δικαιοσύνης δεν συνιστά απλώς μίαν περίοδο αναμονής. Αποτελεί μίαν πολυετή φάση κατά την οποία παραμένει εκτεθειμένος, απροστάτευτος και χωρίς ουσιαστικό μέσον προστασίας. Η βραδύτητα της δικαστικής διαδικασίας τον καθιστά ανίσχυρο και του αφαιρεί κατοχυρωμένα δικαιώματα: του στερεί το δικαίωμα στην αξιοπρεπή διαβίωση, την τιμή, την περιουσία και την προσωπική του ασφάλεια· του στερεί την δυνατότητα να δραστηριοποιείται και να εξελίσσεται επαγγελματικά όπως δικαιούται και όπως του αξίζει· του στερεί την ασφαλή χρήση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
- Η ευθύνη για την κατάσταση αυτή βαρύνει ολόκληρη την Πολιτεία. Βαρύνει την εκτελεστική εξουσία, η οποία οφείλει να παρέχει τους αναγκαίους πόρους, την υλικοτεχνική υποδομή και το ανθρώπινο δυναμικό που απαιτείται για την εύρυθμη λειτουργία των δικαστηρίων. Βαρύνει την Βουλή, η οποία οφείλει να θεσπίζει νόμους που να ενισχύουν την αποτελεσματικότητα και την ταχύτητα της δικαιοσύνης. Βαρύνει την ηγεσία της δικαιοσύνης, η οποία οφείλει να οργανώνει, να εποπτεύει και να καθοδηγεί το δικαστικό σώμα ώστε να διασφαλίζεται όχι μόνον η ποιότητα και η αξιοπιστία της δικαστικής εργασίας, αλλά και η εξ ίσου αναγκαία ταχύτητα και αποτελεσματικότητά της.
- Έως ότου οι τρεις συναρμόδιοι φορείς λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε τα δικαιώματα του πολίτη – όσα διακηρύσσονται στο Σύνταγμα και κατοχυρώνονται στους πολυάριθμους νόμους – να μπορούν, σε περίπτωση παραβίασής τους, να αποκαθίστανται από το δικαστήριο μέσα σε εύλογο χρόνο (μέσα σε χρόνο που κρίνεται αναλογικός και θεμιτός υπό τις περιστάσεις), τα δικαιώματα αυτά θα παραμένουν ψευδεπίγραφα. Και όσον ο πολίτης, ο οποίος έχει αδικηθεί παράνομα, εισέρχεται στην αίθουσα του δικαστηρίου χωρίς την βεβαιότητα ότι η υπόθεσή του θα περατωθεί εγκαίρως, πριν ο ίδιος εξαντληθεί οικονομικά και ηθικά, η πατρίδα μας θα αντιμετωπίζει όχι απλώς μία διοικητική δυσλειτουργία, αλλά ένα ουσιαστικό δημοκρατικό έλλειμμα.

