Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
Το άνωθεν λεκτικό είναι οικείο για όσους διαβάζουν τις Αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Π. Η βάση και το πλαίσιο λειτουργίας του Δ.Δ.Δ.Π καθορίζεται από τις διατάξεις και τις εγγυήσεις που παρέχονται στον Διαδικαστικό Κανονισμό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962. Ως θέμα ανάλυσης επιλέγεται ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο οποίος ανευρίσκεται ως απόρροια αυτού, στον Κανονισμό 7 στους περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019. Κρίνεται δε σκόπιμο, ως παρατεθούν και οι δύο Κανονισμοί για σκοπούς πληρότητας της παρούσας εργασίας:
Παρατίθεται ο Κανονισμός 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962:
<< 7. Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον. >>.
Παρατίθεται αντίστοιχα ο Κανονισμός 7 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικός Κανονισμός του 2019:
<< 7. (α) Κάθε γραπτή αγόρευση θα χωρίζεται ευκρινώς σε ανάλογες παραγράφους, μια για κάθε νομικό σημείο, το οποίο θα αναφέρεται συνοπτικά.
(β) Κατά το χρόνο καταχώρησης των αγορεύσεων κατάλογος αυθεντιών και αντίγραφα των αποφάσεων που μνημονεύονται στις γραπτές αγορεύσεις θα κατατίθενται επίσης στο Πρωτοκολλητείο, σε χωριστή δέσμη εγγράφων, με ανάδειξη των ιδιαίτερων σημείων εκείνων που προτείνονται από το διάδικο προς υποστήριξη της θέσης του.
(γ) Σε περίπτωση που διάδικος δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις των παραγράφων (α) και (β), το Δικαστήριο δύναται να διατάξει, όπως η γραπτή του αγόρευση διαγραφεί ή τροποποιηθεί ή να εκδώσει οιανδήποτε άλλη διαταγή ήθελε θεωρήσει αρμόζουσα. >>.
Στις περιπτώσεις όπου ο Αιτητής εμφανίζεται με δικηγόρο απαιτείται από τον δικηγόρο ότι θα συμμορφωθεί πλήρως με τη δικονομία. Επιπρόσθετα, αναμένεται από τον δικηγόρο ότι μέσω της γραπτής του αγόρευσης θα περιγράψει εκτενώς τους λόγους που θεωρεί ότι θα πρέπει η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου να ακυρωθεί. Απλή παράθεση νομικών ισχυρισμών δεν αρκεί καθώς αποτελεί μέλημα του Αιτητή εφόσον εκπροσωπείται από δικηγόρο ότι θα γίνεται η ανάλυση των νομικών σημείων σε συνάρτηση με τη παράθεση των σημείων των οποίων έσφαλε η Διοίκηση στη λήψη της απορριπτικής της απόφασης.
Στην καίρια σημασία που πρέπει να έχει η εξειδίκευση των ισχυρισμών γίνεται αναφορά στην Υπ. Αρ. 434/2021 D.N και Κυπριακής Δημοκρατίας, Μέσω Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου όπου λέχθηκαν τα εξής:
<< Επισημαίνω εκ προοιμίου ότι σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεώργιας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007). 12. Περαιτέρω, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 επιβάλλει, όπως τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται η προσφυγή του εκάστοτε αιτητή εξειδικεύονται και αιτιολογούνται πλήρως στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια των επίδικων θεμάτων (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται ο εκάστοτε λόγος ακύρωσης, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικές και αόριστες τοποθετήσεις [Βλ. Α.Ε. Αρ. 156/2012, Mustafa Haghilo v. Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 27/2/2018, Α.Ε. Αρ. 95/2012, Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ημερ. 6.7.2018]. Αυτά ισχύουν κατά μείζονα λόγο όταν ο αιτητής εκπροσωπείται δια συνηγόρου. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. [Βλ. Α.Ε. Αρ. 3729, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, 3.11.2006, (2006) 3 ΑΑΔ 671, Α.Ε. 1883], Μαρία Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ., (1997) 3 ΑΑΔ 281, 14.7.1997]. >>
Το γεγονός ότι σε μία Απόφαση το Δικαστήριο αποφαίνεται περί μη προώθησης των ισχυρισμών στη βάση του Κανονισμού 7, πρέπει να ληφθεί ως ένδειξη της μη δυνατότητας, τουλάχιστον από τη πλευρά των συνηγόρων του Αιτητή, να υπερκεράσουν το βάρος απόδειξης που βαραίνει τους ιδίους στη δικαστική διαδικασία. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως μια διοικητική πράξη δεν μπορεί να ακυρωθεί πάρα ταύτα, καθότι το Δικαστήριο στη βάση της κυρίαρχης και ανακριτικής του δικαιοδοσίας, προβαίνει σε ex nunc και ex tunc έλεγχο της Απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η νομολογία τόσο του Δ.Δ.Δ.Π όσο και του Εφετείου, επιβεβαιώνει και ενισχύει τη θέση περί ευρείας δικαιοδοσίας του Δ.Δ.Δ.Π. Το Δικαστήριο δεν αρκείται σε άσκηση ακυρωτικού ελέγχου. Προχωρεί και σε έλεγχο ουσίας της Απορριπτικής Απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Tο Δ.Δ.Δ.Π έχει τη δικαιοδοσία να εξετάσει επί της ουσίας το αίτημα του Αιτητή, ανατρέποντας ολικά ή μερικά την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Επίσης, βάσει του άρθρου 11 παρ.5 το Διοικητικό Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς που δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης ή απόφασης , είτε αυτά είναι προγενέστερα ή μεταγενέστερα αυτής. Η δράση του Δικαστηρίου εδραιώνεται στη λειτουργία ενός ανακριτικού συστήματος. Το Δικαστήριο δεν μένει αμέτοχο στη διαδικασία. Την κατευθύνει, τη καθοδηγεί. Χρήσιμη για την πλήρη κατανόηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι η Απόφαση του ΔΕΕ C-585/16, Serin Alheto, εκδοθείσα στις 25/08/2018, μεταξύ άλλων, των σκέψεων 106 έως και 114 αυτής. Συστήνεται η μελέτη ολόκληρης της απόφασης για τη περαιτέρω και σε βάθος κατανόησης του ζητήματος του ex nunc ελέγχου του Δικαστηρίου και της σχετικής του δικαιοδοσίας. Κρίνεται σκόπιμο όπως παρατεθούν αυτολεξεί οι σκέψεις 110, 111 και 114 της απόφασης:
Σκέψη 110: << In that context, the words ‘shall ensure that an effective remedy provides for a full and ex nunc examination of both facts and points of law’ must, in order not to deprive them of their ordinary meaning, be interpreted as meaning that the Member States are required, by virtue of Article 46(3) of Directive 2013/32, to order their national law in such a way that the processing of the appeals referred to includes an examination, by the court or tribunal, of all the facts and points of law necessary in order to make an up-to-date assessment of the case at hand >>.
Σκέψη 111: << In that regard, the expression ‘ex nunc’ points to the court or tribunal’s obligation to make an assessment that takes into account, should the need arise, new evidence which has come to light after the adoption of the decision under appeal. >>.
Σκέψη 114: << Furthermore, since that provision must be interpreted in a manner consistent with Article 47 of the Charter, the requirement for a full and ex nunc examination implies that the court or tribunal seised of the appeal must interview the applicant, unless it considers that it is in a position to carry out the examination solely on the basis of the information in the case file, including, where applicable, the report or transcript of the personal interview before that authority (see, to that effect, judgment of 26 July 2017, Sacko, C-348/16, EU:C:2017:591, paragraphs 31 and 44). In the event that new evidence comes to light after the adoption of the decision under appeal, the court or tribunal is required, as follows from Article 47 of the Charter, to offer the applicant the opportunity to express his views when that evidence could affect him negatively. >>.
Η εν λόγω απόφαση είναι καθοδηγητική ως προς τον τρόπο εξέτασης των προσφυγών ενώπιον των εθνικών Δικαστηρίων και το εύρος της ex nunc δικαιοδοσίας. Σημαντικό δε να αναφερθεί ότι τίθενται περιορισμοί, ως προκύπτει από τη νομολογία του ΔΕΕ, αναφορικά με τη χρονική στιγμή που οφείλει ο Αιτητής να ζητήσει την άδεια όπως προσκομίσει το νέο μαρτυρικό υλικό ενώπιον της Έδρας του Δικαστηρίου. Δεν ενυπάρχει πρόνοια που να θέτει ρητή υποχρέωση στον Αιτητή να προσκομίσει κάθε αποδεικτικό υλικό ως προς το αίτημα του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Ωστόσο για το ζήτημα αυτό τα Κράτη-Μέλη εφαρμόζουν την εγχώρια τους δικονομία ώστε να καθορίσουν την αυστηρότητα ή μη με την οποία θα επιληφθούν το ζήτημα της καθυστερημένα προσκομισθείσας νέας μαρτυρίας λόγω υπαιτιότητας του Αιτητή.
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που μπορούν να οδηγήσουν τον Αιτητή στο να επιθυμήσει είτε κατά μόνας είτε εφόσον εκπροσωπείται, μέσω της συνηγόρου του, να προχωρήσει με τη προσκόμιση νέας μαρτυρίας η οποία θεωρεί ότι ενισχύει την υπόθεση του. Η εν λόγω προσκόμιση νέων στοιχείων συνυφασμένων με την υπόθεση μπορεί να ζητηθεί από το Δικαστήριο ή μπορεί να επέλθει ως αποτέλεσμα της βούλησης του Αιτητή, την οποία και θα εκφράσει μέσω της Αίτησης Προσαγωγής Μαρτυρίας, εφόσον δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου προς καταχώρηση της ή μπορεί να ζητηθεί η προσκόμιση της στη βάση του Κανονισμού 10 α των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2019. Στη δεύτερη περίπτωση, θα πρέπει η εν λόγω Αίτηση να γίνει πρώτα δεκτή από το Δικαστήριο ώστε να ληφθούν τα εν λόγω στοιχεία που επιθυμεί να προσαγάγει ο Αιτητής υπόψη του κατά την ακρόαση/ή τις διευκρινήσεις και κατά την έκδοση της απόφασης.
Το Δικαστήριο ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στο δικαίωμα των διαδίκων να προσαγάγουν μαρτυρία, τόσο όσο αφορά τη μορφή των αποδεικτικών μέσων, όσο και σε σχέση με τα γεγονότα που οι διάδικοι επιθυμούν να αποδείξουν. Πέρα από το σκοπό που επιδιώκει η προσκόμιση της μαρτυρίας, εξετάζεται η αποδεικτική της αξία και η σχετικότητα της με τα επίδικα θέματα.
Νομολογιακά έχει πλέον εισχωρήσει και παγιωθεί ο κανόνας της μη αποδοχής μαρτυρίας η οποία θα οδηγούσε σε << διαφοροποίηση, αλλοίωση ή μεταβολή του περιεχομένου των στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να καλείται να προβεί σε πρωτογενή κρίση στη βάση στοιχείων που δεν είχαν τεθεί, ούτε βρίσκονταν ενώπιον των εφεσίβλητων. >> Η απόφαση στην υπόθεση Ιωσηφίδης ν . Ρ.Ι.Κ 2006 3 Α.Α.Δ 677 έθεσε τη κατευθυντήρια γραμμή η οποία ακολουθήθηκε στις πλείστες μεταγενέστερες αποφάσεις.
Πιο συγκεκριμένα, η νομολογιακή τάση είναι να μην γίνεται δεκτή η προσαγωγή μαρτυρίας η οποία αφορά περιεχόμενο πρωτοφανές και καινοφανές για το οποίο ουδεμία αναφορά είχε γίνει κατά την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή και μήτε συμπεριλήφθηκε στον Διοικητικό Φάκελο. Βέβαια, ο τρόπος που προσκομίζεται η εν λόγω μαρτυρία πρέπει να είναι δικονομικά ορθός καθότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης προς τούτο, κατά κανόνα η Αίτηση Προσαγωγής Μαρτυρίας εκλαμβάνεται εξ αρχής ως απορριπτέα.
Απόφαση του Δ.Δ.Δ.Π όπου αναφέρεται ότι η ορθή νομική βάση της επιχειρούμενης προσκομισθείσας μαρτυρίας αποτελεί πρωταρχικό και απαραίτητο στοιχείο ώστε να μπορεί αυτή να γίνει αποδεκτή, αποτελεί η Υπ. Αρ. 5949/22 Β.Κ και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου. Επίσης στην εν λόγω απόφαση τονίστηκε ότι στοιχεία τα οποία παρέλειψε η Αιτήτρια με δική της υπαιτιότητα να προσκομίσει σε πρωτύτερο στάδιο της διαδικασίας και σε καμία περίπτωση όταν η υπόθεση έχει φτάσει στο στάδιο των διευκρινήσεων, δεν θα μπορέσουν να γίνουν δεκτά ως επιτάσσει ο Διαδικαστικός Κανονισμός 10 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019. Επεξηγείται δε κατά την Απόφαση ότι σε συνάρτηση με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 7 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας το ίδιο το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει οποιαδήποτε στιγμή την προσαγωγή μαρτυρίας εφόσον είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και δεδομένου ότι έχουν τηρηθεί οι διαδικαστικοί τύποι εντός της Αίτησης.
Σημαντική και καθοδηγητική προς τη καλύτερη κατανόηση του περιεχομένου που πρέπει να διέπει μία Αίτηση Προσαγωγής Μαρτυρίας αποτελεί και η Υπ. Αρ. 5817/2021 Κυπριακή Δημοκρατία κα/μέσω Υπηρεσίας Ασύλου όπου αναφέρεται ότι δεν επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας να αποτελεί μέσο με το οποίο ο Αιτητής να εισάγει νέους καινοφανείς ισχυρισμούς οι οποίοι δεν ανευρίσκονται στον Διοικητικό Φάκελο και δεν έχουν επομένως προηγουμένως τεθεί και εξεταστεί από την αρμόδια αρχή, ήτοι την Υπηρεσία Ασύλου.
Σε περίπτωση που ανέκυπτε ανάγκη αυστηρής συμμόρφωσης με τέτοιου είδους πρόνοια, ήτοι ότι θα πρέπει ο Αιτητής να προσκομίσει κάθε συναφές αποδεικτικό υλικό με το αίτημα του στην Υπηρεσία Ασύλου, εφόσον είναι στη κατοχή του και σε περίπτωση που δεν το πράξει, ενδέχεται, σε περίπτωση που το αίτημα του τύχει απόρριψης από την Υπηρεσία Ασύλου και ο Αιτητής προσφύγει κατά της Απορριπτικής Απόφασης, να μην γίνει δεκτό από το Δικαστήριο, ένεκα καθυστερημένης υποβολής, να ενημερωθεί σχετικά κατά ή πριν τη διεξαγωγή της Συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου. Παρόλο που η εν λόγω πρακτική της Διοίκησης θα ήταν αποτελεσματική, είναι αντιληπτό, ότι μία τέτοια εισήγηση από τη πλευρά της λειτουργού μπορεί να θεωρηθεί ως προβληματική, καθότι προϊδεάζει το έργο του Δικαστηρίου και ως εκ τούτου να μην είναι θεμιτή. Εν τοιαύτη περιπτώσει, θα πρέπει η λειτουργός να επιμείνει στην ανάγκη προσκόμισης όλων των διαθέσιμων εγγράφων, τονίζοντας τη σημασία που έχει η προσκόμιση των στην πλήρη εξέταση του αιτήματος για διεθνή προστασία και τονίζοντας ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματος είναι στους ώμους του Αιτητή και όχι της Αρμόδιας Αρχής.
Η προσαγωγή μαρτυρίας από τη πλευρά του Αιτητή, εφόσον πηγάζει από γνήσια επιθυμία προώθησης του αιτήματος του και δεν ασκείται καταχρηστικά, υποβοηθάει το έργο του Δικαστηρίου για πραγματοποίηση ex nunc ελέγχου της παρούσας διοικητικής πράξης. Είναι κατανοητό ότι όσοι Αιτητές δηλώνουν ως φορέα δίωξης το κράτος καταγωγής τους, είναι αναμενόμενο να αποφεύγουν τη συναναστροφή με τις κρατικές αρχές της χώρας τους. Επομένως, είναι σε έναν βαθμό εύλογο, ανάλογα με τις εξατομικευμένες περιστάσεις, τον φορέα δίωξης και τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής να μην μπορεί να επικυρώσει τα έγγραφα για τα οποία ισχυρίζεται ότι εκδόθηκαν από τη χώρα καταγωγής του. Αυτό όμως δεν θα πρέπει να εμποδίσει τη πλευρά των καθ’ ων ή και το ίδιο το Δικαστήριο να προβεί σε έλεγχο της γνησιότητας των εγγράφων. Σε περίπτωση που οι Αιτητές στην Ένορκη τους Δήλωση αναφέρονται στην υποτιθέμενη γνησιότητα των εγγράφων και ανακύψει από την έρευνα του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για προϊόν πλαστογραφίας, να αποτελέσει στοιχείο το οποίο ρητά θα μειώσει την αξιοπιστία των Αιτητών, αλλά και να ενεργοποιούνται όπου κρίνεται αναγκαίο υπό τη κρίση της Ανακριτικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, η ποινική δίωξη των Αιτητών.
Βάσει των ανωτέρω δεν ανακύπτει από τον τρόπο που τηρείται ο Διαδικαστικός Κανονισμός 7 ή ο Κανονισμός 10, προσήλωση σε διαδικαστική τυπολατρία ως έχει γίνει λόγος για αυτήν, μεταξύ άλλων, στην απόφαση Zubac v. Croatia (2018).
Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται στη διοικητική δίκη. Τυχόν συμπέρασμα ότι συντελείται πλήρης χρήση των διαδικασιών και των προνοιών της Πολιτικής Δικονομίας δεν θα ήταν στην ολότητα του ορθός. Αυτό θα ήταν αδύνατο, ιδίως αν αναλογιστεί κανείς ότι ο τρόπος που εξετάζονται τα ανακύπτοντα επίδικα ζητήματα είναι διαφορετικός από ότι στα Πολιτικά Δικαστήρια.
Οι εγγενείς διαφορές μεταξύ της πολιτικής και διοικητικής δίκης αναλύθηκα διεξοδικά στην υπ. Kυπριακή Δημοκρατία v. Κassinos Constructions LTD (1990) 3 A.A.D 3835. H βασική διαφορά πηγάζει από το γεγονός ότι η δράση του Δικαστή στο Δ.Δ.Δ.Π εδραιώνεται στη λειτουργία ενός ανακριτικού συστήματος. Ο Δικαστής δεν μένει αμέτοχος. Επομένως οι κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται κατά τρόπο εναρμονισμένο με τη φύση της αναθεωρητικής διαδικασίας του Δ.Δ.Δ.Π.
Παρότι δεν γίνεται ρητή αναφορά στο διατακτικό των αποφάσεων, από τον τρόπο εξέτασης των προσφυγών και των ανακυπτόντων εξ αυτών ζητημάτων, διαφαίνεται η τήρηση των (νέων) Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και δη του Μέρους 1, που αφορά το ζήτημα του Πρωταρχικού Σκοπού, όπως και το Μέρος 3.8 αυτού. Πιο συγκεκριμένα, το Μέρος 1 αναφέρεται στην υποχρέωση του Δικαστηρίου για δίκαιο και αναλογικό χειρισμό των υποθέσεων, με σκοπό την εξοικονόμηση χρόνου και δαπανών. Το Μέρος 3.8 προβλέπει πως η ύπαρξη διαδικαστικού σφάλματος δεν καθιστά αυτομάτως άκυρο οποιοδήποτε βήμα, εκτός αν διατάξει το Δικαστήριο. Το διαδικαστικό σφάλμα δύναται να θεραπευτεί με την έκδοση σχετικού διατάγματος. Η ακύρωση θα διαταχθεί μόνον αν το σφάλμα είναι σοβαρό και η ακύρωση καθίσταται αναγκαία για το συμφέρον της δικαιοσύνης.
Όσο αφορά την υποχρέωση για συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Κανονισμού 7, η εν λόγω υποχρέωση η οποία βαραίνει τους δικηγόρους των αιτητών, αναφέρεται στην Υπόθεση Αρ.: 1399/21, F.U και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, σημείο 21 αυτής:
<< Επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι δυνάμει του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962 οι λόγοι ακύρωσης δέον να αιτιολογούνται και να εξειδικεύονται στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται ο εκάστοτε λόγος ακύρωσης, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικές και αόριστες τοποθετήσεις [Βλ. Α.Ε. Αρ. 156/2012, Mustafa Haghilo v. Γενικού Διευθυντή Υπουργείου Εσωτερικών, ημερ. 27/2/2018, Α.Ε. Αρ. 95/2012, Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, ημερ. 6.7.2018]. Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. [Βλ. Α.Ε. Αρ. 3729, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, 3.11.2006, (2006) 3 ΑΑΔ 671]. Συνεπώς τόσο το νομικό όσο και το πραγματικό υπόβαθρο της προσφυγής θα πρέπει να καταγράφεται στο δικόγραφο της προσφυγής. Αυτά ισχύουν κατά μείζονα λόγο όταν ο αιτητής εκπροσωπείται δια συνηγόρου. >>
Επομένως, εξίσου δεν μπορεί να γίνει λόγος για προσκόλληση σε τυπολατρία, η απαίτηση προς τους δικηγόρους των Αιτητών να συμμορφώνονται με τις άνωθεν πρόνοιες. Εφόσον το Δικαστήριο κέκτηται της δικαιοδοσίας να ασκεί πλήρη έλεγχο επί της διαδικασίας, η τήρηση του Κανονισμού 7 από τον δικηγόρο του Αιτητή, θα πρέπει να εκληφθεί ως στοιχείο το οποίο υποβοηθά ουσιαστικά τη διαδικασία εξέτασης της υπόθεσης από το Δικαστήριο, καθότι διά των έγγραφων προτάσεων του, ο δικηγόρος εξειδικεύει και καταδεικνύει τους λόγους που υποστηρίζει ότι η διοικητική πράξη πρέπει να ακυρωθεί. Γενικές και αόριστες επικλήσεις καθιστούν τη συμμετοχή των συνηγόρων στη δίκη άνευ ουσίας, εφόσον τα διάδικα μέρη εναποθέτουν καθ` αυτόν τον τρόπο το βάρος της εξέτασης της Απορριπτικής Απόφασης στο Δικαστήριο, θέτοντας καθ’ αυτόν τον τρόπο, σοβαρό ζήτημα προς συζήτηση αναφορικά με τη χρησιμότητα των συνηγόρων των διαδίκων στη διαδικασία. Εισηγούμαι διά του παρόντος, νομοθετική πρόνοια η οποία να καθιστά τη Προσφυγή δυνάμενη απόρριψης σε περίπτωση που η καταχωρισθείσα Γραπτή Αγόρευση αναλώνεται μόνον σε νομικούς λόγους ακύρωσης, οι οποίοι να μην διέπονται από οποιαδήποτε συνάφεια με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης.
Βάσει των ανωτέρω εισηγούμαι τη συνέχιση του υφιστάμενου τρόπου προώθησης των ισχυρισμών μας. Το παρόν σύστημα παρέχει μεγάλο βαθμό ασφάλειας δικαίου, δίδοντας τον χάρτη βάσει του οποίου ο δικηγόρος θα προωθήσει τους ισχυρισμούς του πελάτη του. Μία νέα πραγματικότητα όπου θα αρκεί η φράση Όποια άλλη θεραπεία κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο θα καταστήσει τη Προσφυγή ως τύπο της διαδικασίας, από θεμέλιο λίθο αυτής, αποδιοργανώνοντας σε βάθος τη δομή του διοικητικού δικαίου. Η υποχρέωση για αποτελεσματική προσφυγή και δίκαιη δίκη διαφυλάσσονται εφόσον διατηρηθεί ως η βάση λειτουργίας του Δ.Δ.Δ.Π οι Κανονισμοί του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962.

